Χαιρετώ τους φίλους της λογοτεχνίας, τους μισαλλόδοξους αγωνιστές, τα κακοπαθημένα νιάτα, τα άκρατα ορμώμενα ανθρωπάρια, τους κομπάρσους και πρωταγωνιστές της καθημερινότητας, τα βιολοντσέλα του έρωτος, τους πιστούς και άθρησκους, τις φιλήσυχες πέτρες, τους γνώστες του τίποτα, τους αποτυχημένους της δόξας, χαιρετώ αυτούς που έρπουν, τους ακρωτηριασμένους, τις μηδείες και τους γέροντες, τους αποκρυφιστές του χάους, τα σακάτικα βλήματα, τα τελώνια, τα ξορκισμένα αγγίγματα -
χαιρετώ... εσάς

Τετάρτη, 28 Αυγούστου 2013

Λουίς Θερνούδα - Εκατονταετηρίδα



Υπήρξα.
Φλεγόμενη στήλη, ανοιξιάτικο φεγγάρι.
Χρυσή θάλασσα, τεράστια μάτια.
Έψαξα ό,τι συλλογιζόμουν
σκέφτηκα, σαν το ξημέρωμα σε όνειρο οκνό,
ό,τι ο πόθος ζωγραφίζει στις μέρες της εφηβείας.
Τραγούδησα, ανέβηκα,
υπήρξα φως μια μέρα
συρόμενος στη φλόγα.
Σαν δυνατό φύσημα ανέμου
που διαλύει τη σκιά,
έπεσα στο σκοτάδι,
στον αχόρταγο κόσμο.
Ήμουν.


Δευτέρα, 26 Αυγούστου 2013

Λόγια από ταινίες (no. 2)



Τα παρακάτω λόγια θα τα βρει κανείς στο υπέροχο έργο του Θόδωρου Αγγελόπουλου, "Ο Θίασος"(1975). Ένας σκηνοθέτης από τους πιο αντιπροσωπευτικούς της παραδοχής, ότι η τέχνη δεν διαχωρίζεται σε ποίηση, ταινίες, βιβλία, μουσική κτλ...

"Σας αραδιάζω τα εμπόδια:
Η επέμβασις των γεγονότων των ήχων των παρατάξεων
η επέμβασις των πλοίων από το άγριο πέλαγος
οι λαϊκοί ρήτορες το στήθος μου οι φωνές
οι φάμπρικες
ο Οχτώβρης του '17
το 1936
ο Δεκέμβρης του '44...
Για τούτο θα μείνω με τα κουρέλια μου
όπως με γέννησε η Γαλλική Επανάσταση
όπως με γέννησε η μάνα μου Ισπανία
ένας σκοτεινός συνωμότης...
Όταν ακούω κάποτε στα βέβαια αυτιά μου
ήχους παράξενους, ψίθυρους μακρινούς
όταν ακούω σάλπιγγες και θούρια
λόγους ατελείωτους, ύμνους και κρότους
όταν ακούω να μιλούν για την ελευθερία
για νόμους ευαγγέλια για μια ζωή με τάξη
εγώ πάντα σωπαίνω.
Μα κάποτε...κάποτε θ' ανοίξω το στόμα μου
θα γεμίσουν οι κήποι με καταρράχτες
στις ίδιες βρώμικες αυλές τα οπλοστάσια
οι νέοι έξαλλοι θ' ακολουθούν με στίχους χωρίς ύμνους
ούτε υποταγή στην τρομερή εξουσία...
Ελευθερία ανάπηρη πάλι σας τάζουν!"



Τρίτη, 13 Αυγούστου 2013

Κοσμάς Πολίτης - Εκάτη (απόσπασμα)



Η 'Εκάτη' του Πολίτη είναι ένα από τα τρία βιβλία του που αναζητούν και πραγματεύονται οι ήρωες των την αυθεντική ζωή. Παρακάτω ακολουθεί ένα απόσπασμα- δείγμα της εξαιρετικής λυρικής του γραφής.



[...] 
       Ανέβηκε στην κάμαρά του αμέσως μόλις έφαγε. Δίχως ν'ανοίξει τα παραθυρόφυλλα ξάπλωσε στο κρεβάτι έτσι ντυμένος όπως βρέθηκε, στα σκοτεινά.
       Λαχταρούσε να τον πάρει ο ύπνος, να κοιμηθεί βαθιά, να μην τον τυρρανούνε οι συλλογές. Νά 'τανε χειρώναχτας, ένας εργάτης - αυτοί μονάχα έχουν το προνόμιο να πέφτουν μονοκόμματοι στον ύπνο, το μόνο προνόμιο που δεν θα τους αφαιρεθεί ποτέ. Μα δεν είναι παρά ένας κακόμοιρος ζητιάνος ανάμεσα σ'ένα πλήθος φτωχό που δεν έχει να του δώσει ούτ'ένα ψίχουλο απ'ό,τι αυτός ζητά. Καταλάβαινε ωστόσο την αμαρτία του: άφησε τον εαυτό του να παρασυρθεί στα εξωτερικά πράγματα της ζωής - όλ'αυτά που τώρα πια δεν έχουν σημασία - προδίδοντας τόσον καιρό την εσωτερική του αλήθεια. Καλά που κανένας δεν υποπτεύθηκε την προδοσία του. Φαντάστηκε τον εαυτό του να τον δείχνουν με το δάχτυλο, τα παιδιά στο δρόμο να βγάζουν τη γλώσσα τους μια πήχη έξω και να τον κοροϊδεύουν...
       Το μισόφωτο διστάζει πίσω από τις χαραμάδες του παραθυρόφυλλου, παραμονεύει. Σιγά σιγά ξεχωρίζουν οι δοκοί του ταβανιού, σαλεύουν σε λεπτομέρειες καταπληχτικές, απίθανες... Μια ριπή φωτερή στέγνωσε τους ίσκιους πάνω στον τοίχο, έπειτα τη ρούφηξε κι αυτή ο σουβάς. Οι θόρυβοι του σπιτιού είχανε σταματήσει, αφουγκραζόντανε κι αυτοί δίχως ανάσα. 
       Έκλεισε τα μάτια του. Ο νους του ανεβοκατεβαίνει, μια αρπαγή του αδρ΄χνει το μυαλό, το σέρνει εδώ κι εκεί, το ξετινάζει. 
       Έφτασε η μεγάλη στιγμή, αυτή που αναζητούσε η ψυχή - και που η ζωή τού τη στερούσε ώς τώρα. Η τροχιά της ζωής του, η μόνη τροχιά που αγνοούσε - μια δυσκολόφταστη κι έσχατη μάθηση, η ελλειπτική που μια σιμώνει, μια ξεμακραίνει από ένα ήλιο που η θέση του ήτανε από πάντα ορισμένη μέσα στη ζωή του, σύμφωνα με τον όγκο και την κίνηση των άλλων κόσμων... Μα τώρα πια την ανακάλυψε πραγματικά. Ίσως να ξαγρυπνάει κι εκείνη, τρεις πόρτες παρακάτω, στη μέση του διαδρόμου. 
        Ξέσπασε μέσα του μια φλόγα, η επιθυμία τού έζωσε τις λαγγόνες. Τι θέλει, τι ζητάει το πλάσμα τούτο που κάνει την εντύπωση να δίνεται ακόμα και σ'όποιον έτυχε να προφέρει και μόνο τ'όνομά του; Κάτι πάντα δίνουνε τα μάτια της από τον εαυτό της. Ατενίζει τη ζωή με μια κατανόηση πιο βαθιά, έξω από νόμους ηθικούς - κάτω από τη γαλήνια παρουσία της κρύβει έναν οργασμό έτοιμο να ξεσπάσει ανεξάρτητ' από κάθε νόμο φυσικό. Μερικά βήματα και θα συντελεστεί ο κύκλος της ζωής, η ολοκλήρωση. Δικό του πλάσμα, τη γέννησε ο πόθος του, την έπλασε η θέλησή του. Σχέδια για το μέλλον; Ολοκλήρωση;... Χα-χα-χα-χα!
         Έκανε να σηκωθεί μα ξανάπεσε ανήμπορος για κάθε κίνηση. Κάτι γελούσε στις τέσσερις γωνιές όπως το βράδυ εκείνο στο καφενεδάκι. Έκλεισε τα μάτια του να μην ακούσει το γέλιο. Όχι, όχι, να μείνει ανέγγιχτη, μια μακρινή και ήσυχη φωνή, σαν μια πυθία που μάντεψε το αίνιγμα της ψυχής του. Να σου δροσίζει με την ανάσα της το μέτωπο, ένα σγανό νανούρισμα η φωνή της, και η ματιά της να βυθίζει στον αργό παλμό του απείρου....  Τα ματόφυλλά του βαραίνανε ολοένα, η ονειροπόληση γίνηκε ασυναίσθητη. [...]

(Ύψιλον / Βιβλία, 1990)



Πέμπτη, 8 Αυγούστου 2013

Ένας Επαναστάτης μέσα στην Επανάσταση: Ρόκε Ντάλτον


Μιας και μιλήσαμε σε προηγούμενη ανάρτηση για τον Αρένας, καιρός είναι να μιλήσουμε και για τον Ντάλτον. Δεν γνωρίζω αν η παραδοξότητα της ζωής αγγίζει μόνο τον αριστερό χώρο, σίγουρα όμως δύο κοινά υπάρχουν στους δύο αυτούς λογοτέχνες: η ίδια η επανάσταση, που υποστήριζαν, τους πρόδωσε. 
Η ζωή του σαλβαδοριανού ποιητή Ντάλτον (1935 - 1975) μοιράζεται στη Χιλή, στο Ελ Σαλβαδόρ, στην ΕΣΣΔ - Κούβα και πάλι Ελ Σαλβαδόρ. Εισχωρεί στους κόλπους του Κ.Κ. και έκτοτε θεωρείται μεγάλο πρόσωπο της αριστερής διανόησης στη χώρα του. Αργότερα, το 1973, έγινε μέλος του ERP και πήρε μέρος στα πολιτικά δρώμενα που ταλάνιζαν τη χώρα του. Ωστόσο το 1975 δολοφονήθηκε από μέλη - συντρόφους του τού ERP, με την υποψία της συνεργασίας του με την CIA. 
Αυτή είναι η άδοξη πορεία του Ρόκε Ντάλτον - ενός ποιητή με βαθιά πολιτική και σοσιαλιστική συνείδηση, που υποστήριζε έναν αγώνα μονάχα αν δεν ζημίωνε τον λαό, ενός ποιητή που έδωσε τόσα πολλά στον αριστερό χώρο και το μόνο που έλαβε ήταν καχυποψία ( ή και ραδιουργία) που τον οδήγησε στο θάνατο. Ένα ακόμη παράδοξο αποτελεί το γεγονός, ότι είχε καταδικαστεί ήδη μια φορά σε θάνατο, το 1960 και γλίτωσε μόνο λόγω συγκυριών και τύχης - κάτι που δεν τον βοήθησε την δεύτερη φορά... 
Όσον αφορά την ποίησή του, στρατευμένοι, πολιτικοί στίχοι που αποδίδουν την απόγνωση της εποχής, την φθήνια του παραμορφωμένου σοσιαλισμού της χώρας του, που έφτασε μέσω αυτής στην επανάσταση. 

Ιδού ένα δείγμα της ποίησης του Ρόκε Ντάλτον, σε μετάφραση Γ. Μίχου: 


ΏΡΑ ΤΗΣ ΣΤΑΧΤΗΣ
Τελειώνει ο Σεπτέμβρης. Είναι ώρα να σου πω
πόσο δύσκολο ήταν να μην πεθάνω.
Για παράδειγμα, απόψε,
έχω στα χέρια γκρίζα
βιβλία όμορφα που δεν καταλαβαίνω,
δεν θα μπορούσα να τραγουδήσω
αν και έχει σταματήσει πια η βροχή
και μου έρχεται χωρίς λόγο η θύμηση
του πρώτου σκύλου που αγάπησα παιδί.
Από χτες που έφυγες
υπάρχει υγρασία και κρύο μέχρι και στη μουσική.
Όταν θα πεθάνω,
μονάχα θα θυμούνται την πρωινή και φανερή μου αγαλλίαση,
τη σημαία μου χωρίς δικαίωμα να κουραστεί,
τη συγκεκριμένη αλήθεια που μοίρασα από τη φωτιά,
τη γροθιά που έκανα ομόφωνη
με την κραυγή από πέτρα που απαίτησε η ελπίδα.
Κάνει κρύο χωρίς εσένα. Όταν θα πεθάνω,
όταν θα πεθάνω
θα πουν με καλή πρόθεση
πως δεν ήξερα να κλαίω.
Τώρα βρέχει πάλι.
Ποτέ δεν ήταν τόσο βράδυ στις εφτά παρά τέταρτο
όπως σήμερα.
Έχω επιθυμία να γελάσω
ή να σκοτωθώ.


27 ΧΡΟΝΩΝ
Είναι πράγμα σοβαρό
να είσαι είκοσι εφτά
στην πραγματικότητα είναι ένα
από τα πιο σοβαρά πράγματα
γύρω πεθαίνουν οι φίλοι
της πνιγμένης παιδικής ηλικίας
κι αρχίζει κανείς ν΄ αμφιβάλλει
για την αθανασία


ΓΡΑΜΜΑΤΑΚΙ
Αγαπητοί φιλόσοφοι,
αγαπητοί προοδευτικοί κοινωνιολόγοι,
αγαπητοί κοινωνικοί ψυχολόγοι:
μη γαμιέστε τόσο με την αποξένωση
εδώ όπου το πιο γαμημένο
είναι το ξένο έθνος.


ΛΑΤΙΝΙΚΗ ΑΜΕΡΙΚΗ 
Ο ποιητής πρόσωπο με πρόσωπο με τη σελήνη
καπνίζει την συναρπαστική του μαργαρίτα
πίνει τη δόση του από λέξεις ξένες
πετάει με τα πινέλα του της δροσιάς
ξύνει το βιολάκι του παιδεραστή
Μέχρι που σπάει τη μούρη του
στον τραχύ τοίχο κάποιου στρατοπέδου.


ΠΕΡΙ ΠΟΝΟΚΕΦΑΛΩΝ
Είναι ωραίο να ‘σαι κομουνιστής,
αν και προκαλεί πολλούς πονοκεφάλους.
Κι είναι γιατί ο πονοκέφαλος των κομουνιστών
θεωρείται ιστορικός, που σημαίνει
πως δεν παύει με τα παυσίπονα τα χάπια
αλλά μόνο με την πραγματοποίηση του Παραδείσου στη γη.
Έτσι έχει το πράγμα.
Κάτω από τον καπιταλισμό πονάει κεφάλι
κόβουν κεφάλι.
Στην πάλη για την Επανάσταση το κεφάλι είναι βόμβα βραδυφλεγής.
Στην σοσιαλιστική οικοδόμηση:
κάνουμε πλάνο τον πονοκέφαλο
το οποίον δεν τον κάνει σπάνιο, αλλά το αντίθετο.
Ο κομουνισμός θα είναι, ανάμεσα σε άλλα,
μια ασπιρίνη στο μέγεθος του ήλιου.


ΑΡΓΑ ΤΗ ΝΥΧΤΑ
Ὀταν θα μάθεις πως έχω πεθάνει μην προφέρεις το όνομά μου
γιατί θα σταματήσει ο θάνατος και η ανάπαυση.
Η φωνή σου, που είναι η καμπάνα των πέντε αισθήσεων,
θα ήταν ο αμυδρός φάρος που ζητάει η  καταχνιά μου.
Όταν θα μάθεις ότι έχω πεθάνει πες συλλαβές παράξενες.
Πρόφερε, άνθος, μέλισσα, δάκρυ, ψωμί, καταιγίδα.
Μην αφήσεις τα χείλη σου να βρουν τα έντεκά μου γράμματα.
Νυστάζω, έχω αγαπήσει, έχω κερδίσει τη σιωπή.
Μην προφέρεις τ’ όνομά μου όταν μάθεις πως έχω πεθάνει
από τη σκοτεινή τη γη θα με έφτανε με τη φωνή σου.
Μην προφέρεις τ’ όνομά μου, μην προφέρεις τ’ όνομά μου.
Ὀταν θα μάθεις πως έχω πεθάνει μην προφέρεις τ’ όνομά μου.


Τετάρτη, 7 Αυγούστου 2013

Καββαδίας Ν. - Μαραμπού


Δεν έχει υπάρξει ξανά άλλο ποίημα σαν το Μαραμπού, που να'χω διαβάσει με τόση λαιμαργία, αγωνία και ενθουσιασμό. Που να έχω βάλει στην άκρη- για πρώτη φορά- τους φεμινιστικούς μου φραγμούς, έτσι ώστε να με συνεπάρει το μεγαλείο του Καββαδία. Δεν έχει υπάρξει άλλο ποίημα σαν το Μαραμπού, που η πικρία που μου άφησε τάραξε τόσο πολύ τις μέρες μου. 



Λένε για μένα οι ναυτικοί που εζήσαμε μαζί
πως είμαι κακοτράχαλο τομάρι διεστραμμένο,
πως τις γυναίκες μ' ένα τρόπον ύπουλο μισώ
κι ότι μ' αυτές να κοιμηθώ ποτέ μου δεν πηγαίνω.
Ακόμα, λένε πως τραβώ χασίσι και κοκό
πως κάποιο πάθος με κρατεί φριχτό και σιχαμένο,
κι ολόκληρο έχω το κορμί με ζωγραφιές αισχρές,
σιχαμερά παράξενες, βαθιά στιγμαατισμένο.

Ακόμα, λένε πράματα φριχτά παρά πολύ,
που είν' όμως ψέματα χοντρά και κατασκευασμένα,
κι αυτό που εστοίχισε σε με πληγές θανατερές
κανείς δεν το 'μαθε ποτέ, γιατί δεν το 'πα σε κανένα.

Μ' απόψε, τώρα που έπεσεν η τροπική βραδιά,
και φεύγουν προς τα δυτικά των Μαραμπού τα σμήνη,
κάτι με σπρώχνει επίμονα να γράψω σε χαρτί,
εκείνο, που παντοτινή κρυφή πληγή μου εγίνη.

Ήμουνα τότε δόκιμος σ'ένα λαμπρό ποστάλ
και ταξιδεύαμε Αίγυπτο γραμμή Νότιο Γαλλία.
Τότε τη γνώρισα - σαν άνθος έμοιαζε αλπικό -
και μια στενή μας έδεσεν αδελφική φιλία.

Αριστοκρατική, λεπτή και μελαγχολική,
κόρη ενός πλούσιου Αιγύπτιου οπού 'χε αυτοκτονήσει,
ταξίδευε τη λύπη της σε χώρες μακρινές,
μήπως εκεί γινότανε να τήνε λησμονήσει.

Πάντα σχεδόν της Μπασκιρτσέφ κρατούσε το Ζουρνάλ,
και την Αγία της 'Αλας παράφορα αγαπούσε,
συχνά στίχους απάγγελνε θλιμμένους γαλλικούς,
κι ώρες πολλές προς τη γαλάζιαν έκταση εκοιτούσε.

Κι εγώ, που μόνον εταιρών εγνώριζα κορμιά,
κι είχα μιαν άβουλη ψυχή δαρμένη απ' τα πελάη,
μπροστά της εξανάβρισκα την παιδική χαρά
και, σαν προφήτη, εκστατικός την άκουα να μιλάει.

Ένα μικρό της πέρασα σταυρόν απ' το λαιμό
κι εκείνη ένα μου χάρισε μεγάλο πορτοφόλι
κι ήμουν ο πιο δυστυχισμένος άνθρωπος της γης,
όταν εφθάσαμε σ' αυτήν που θα 'φευγε την πόλη.

Την εσκεφτόμουνα πολλές φορές στα φορτηγά,
ως ένα παραστάτη μου κι άγγελο φύλακά μου,
και μια φωτογραφία της στην πλώρη ήταν για με
όαση, που ένας συναντά μεσ' στην καρδιά της 'Aμμου.

Νομίζω πως θε να 'πρεπε να σταματήσω εδώ.
Τρέμει το χέρι μου, ο θερμός αγέρας με φλογίζει.
Κάτι άνθη εξαίσια τροπικά του ποταμού βρωμούν,
κι ένα βλακώδες Μαραμπού παράμερα γρυλίζει.

Θα προχωρήσω!... Μια βραδιά σε πόρτο ξενικό
είχα μεθύσει τρομερά με ουίσκυ, τζιν και μπύρα,
και κατά τα μεσάνυχτα, τρικλίζοντας βαριά,
το δρόμο προς τα βρωμερά, χαμένα σπίτια επήρα.

Αισχρές γυναίκες τράβαγαν εκεί τους ναυτικούς,
κάποια μ' άρπαξ' απότομα, γελώντας, το καπέλο
(παλιά συνήθεια γαλλική του δρόμου των πορνών)
κι εγώ την ακολούθησα σχεδόν χωρίς να θέλω.

Μια κάμαρα στενή, μικρή, σαν όλες βρωμερή,
οι ασβέστες απ' τους τοίχους της επέφτανε κομμάτια,
κι αυτή ράκος ανθρώπινο που εμίλαγε βραχνά,
με σκοτεινά, παράξενα, δαιμονισμένα μάτια.

Της είπα κι έσβησε το φως. Επέσαμε μαζί.
Τα δάχτυλά μου καθαρά μέτρααν τα κόκαλά της.
Βρωμούσε αψέντι. Εξύπνησα, ως λένε οι ποιητές
«μόλις εσκόρπιζεν η αυγή τα ροδοπέταλά της».

Όταν την είδα και στο φως τα' αχνό το πρωινό,
μου φάνηκε λυπητερή, μα κολασμένη τόσο,
που μ' ένα δέος αλλόκοτο, σαν να 'χα φοβηθεί,
το προτοφόλι μου έβγαλα γοργά να την πληρώσω.

Δώδεκα φράγκα γαλλικά... Μα έβγαλε μια φωνή,
κι είδα μια εμένα να κοιτά με μάτι αγριεμένο,
και μια το πορτοφόλι μου... Μ' απόμεινα κι εγώ
έναν σταυρό απάνω της σαν είδα κρεμασμένο.

Ξεχνώντας το καπέλο μου βγήκα σαν τον τρελό,
σαν τον τρελό που αδιάκοπα τρικλίζει και χαζεύει,
φέρνοντας μέσα στο αίμα μου μια αρρώστια τρομερή,
που ακόμα βασανιστικά το σώμα μου παιδεύει.

Λένε για μένα οι ναυτικοί που εκάμαμε μαζί
πως χρόνια τώρα με γυναίκα εγώ δεν έχω πέσει,
πως είμαι παλιοττόμαρο και πως τραβάω κοκό,
μ' αν ήξερα οι δύστυχοι, θα μ' είχαν συχωρέσει...

Το χέρι τρέμει... Ο πυρετός... Ξεχάστηκα πολύ
ασάλευτο ένα Μαραμπού στην όχθη να κοιτάζω.
Κι έτσι καθώς επίμονα κι εκείνο με κοιτά,
νομίζω πως στη μοναξιά και στη βλακεία του μοιάζω...

(1933)


Νερούδα Π. - Είκοσι Ποιήματα Αγάπης


(10) 



Το χάσαμε κι αυτό το ηλιοβασίλεμα.
Κανείς δεν μας είδε εμάς χεράκι, χεράκι το βράδυ εκείνο
όπου έπεφτε η γαλάζια η νύχτα και εσκέπαζε τον κόσμο.
Απ' το παράθυρο μου είδα μόνος εγώ
τη φιέστα του ηλιογέρματος ψηλά στ χάη.
Και πότε, πότε σαν πυρακτωμένο κέρμα
κράταγα ένα κομματάκι ήλιο στην παλάμη μου.
Και σε συλλογιζόμουν με τη καρδιά σφιγμένη
από κείνο εκεί το σφίξιμο που ξέρεις πως με κυβερνάει.
Λέγε μου, που ήσουνα?
Με τι κόσμο?
Και τι τους έλεγες?
Και γιατί ακαριαία με κυριεύει ακέριος ο έρωτας εμένα
μόλις νιώσω μοναχός, με σένανε μακριά μου?
Μου 'φυγε το βιβλίο που πάντα ανοίγω το βραδάκι
και σα λαβωμένο κουτάβι γλίστρησε
κι έπεσε στα πόδια μου το παλτό.
Μα όλο φεύγεις εσύ, φεύγεις τα βράδια
με το δειλινό παρέα που πιλαλάει και αφανίζει τ' αγάλματα.





Τρίτη, 6 Αυγούστου 2013

Ένα ακόμη χαϊκού...




Αρρώστησα.
Μόνο τα όνειρά μου
συνεχίζουν το ταξίδι
σ΄αυτή την ερημιά.



Ματσούο Μπασό ~ Μετάφραση: Γ. Μπλάνας 

Δημουλά Κ. - Απροσδοκίες


Ένα από τα εντονότερα και πιο αφοπλιστικά ποιήματα της Κικής Δημουλά: 



Θεέ μου τι δεν μας περιμένει ακόμα.

Κάθομαι εδώ και βρέχομαι.
Βρέχει χωρίς να βρέχει
όπως όταν σκιά
μας επιστρέφει σώμα.

Κάθομαι εδώ και κάθομαι.
Εγώ εδώ, απέναντι η καρδιά μου
και πιο μακριά
η κουρασμένη σχέση μου μαζί της.
Έτσι για να φαινόμαστε πολλοί
κάθε που μας μετράει το άδειο.

Φυσάει άδειο δωμάτιο.
Πιάνομαι γερά από τον τρόπο μου
που έχω να σαρώνομαι.

Νέα σου δεν έχω.
Η φωτογραφία σου στάσιμη.
Κοιτάζεις σαν ερχόμενος
χαμογελάς σαν όχι.
Άνθη αποξηραμένα στο πλάι
σου επαναλαμβάνουν ασταμάτητα
το ακράτητο όνομα τους semprevives
semprevives – αιώνιες, αιώνιες
μην τύχεις και ξεχάσεις τι δεν είσαι.


~ Από τη συλλογή ''Χαίρε Ποτέ'' (1988) ~ 

Αχμάτοβα Α. - Αυτή είμαι...


Αυτή είμαι• σας εύχομαι μιαν άλλη, καλύτερη,
Δεν εμπορεύομαι πια την ευτυχία,
σαν τους τσαρλατάνους και τους χοντρέμπορους.
Όσο όλοι αναπαύονταν ειρηνικά στο Σότσι,
εμένα μ' επισκέπτονταν έρποντας τέτοιες νύχτες,
κι άκουγα να χτυπούν τέτοια κουδούνια!
Οι ανοιξιάτικες ομίχλες πάνω από την Ασία
και οι φοβερά ζωηρόχρωμες τουλίπες 
ύφαναν χαλί εκατοντάδες μίλια.
Ω, τι να την κάνω αυτή την αγν'ότητα
τι να την κάνω την απλή ακεραιότητα;
Ω, τι να κάνω μ' αυτούς τους ανθρώπους!
δεν τα κατάφερα ποτέ να μείνω θεατής,
για κάποιο λόγο πάντα εισερχόμουν 
στις πλέον απαγορευμένες ζώνες της ουσίας.
Ήμουν η θεραπεύτρια της τρυφερής ασθένειας,
η πιο πιστή φίλη των ξένων συζύγων
και πολλών συζύγων η απαρηγόρητη χήρα.
Το στεφάνι τα άσπρα μου μαλλιά δεν τ' απόκτησα ανάξια
και τα μάγουλα, καμένα από πυρκαγιά,
τρομάζουν τώρα τους ανθρώπους με το σκοτεινό τους χρώμα.
Πλησιάζει όμως το τέλος της περηφάνιας μου,
και θα χρειαστεί, όπως η άλλη - η μαρτυρική Μαρίνα -
να ξεδιψάσω πίνοντας το τίποτα...

(Μετάφραση: Τατιάνα Ντίκο) 


Σάββατο, 3 Αυγούστου 2013

Ένας επαναστάτης μέσα στην επανάσταση: Ρεϊνάλδο Αρένας


Αφορμή για την ανάρτηση αυτή στάθηκε η ταινία του J. Schnabel που με λιτό και αξιόλογο τρόπο παρουσιάζει τη ζωή του Ρ. Αρένας- του μεγαλύτερου Κουβανού συγγραφέα που λογοκρίθηκε, φυλακίσθηκε και παραγκωνίσθηκε από το καθεστώς της ''ισότητας'' και της ''δικαιοσύνης''... τον κομμουνισμό. Τη ζωή του Αρένας την χαρακτηρίζει η παραδοξότητα. Ένα παράδοξο αποτελεί το γεγονός ότι ο ίδιος ο Αρένας, νεότερος, είχε ταχθεί με τους αντάρτες, στο πλευρό του Κάστρο. Το καθεστώς του Κάστρο θα είναι κι αυτό που θα τον οδηγήσει στην αυτοεξορία και στον καλλιτεχνικό παραγκωνισμό. Ο λόγος είναι ένας: η ομοφυλοφιλία του Αρένας. 
Ο Αρένας χαρακτηρίζεται ως "αντεπαναστάτης συγγραφέας" και απαγορεύονται τα γραπτά του εντός Κούβας. Το μόνο βιβλίο του που θα εκδοθεί στην Κούβα είναι ''Ο Σελεστίνο πριν την αυγή''. 
Ο Ρ. Αρένας συμπυκνώνει τα χαρακτηριστικά του ανθρώπου που πίστεψε, βίωσε και με το δικό του τρόπο δεν πρόδωσε την επανάσταση. Ήταν το χωριατόπαιδο που έφερε την ανταρσία μέσα στο σπίτι, γενόμενος συγγραφέας. Ήταν ο φυλακισμένος που βίωσε την αισχρότητα των κελιών απομόνωσης, αυτά τα ατομικά στενά κελιά. Ήταν ο άνδρας που αναγκάσθηκε να απαρνηθεί την ταυτότητα του και που αυτοεξορίστηκε- κι αυτός, μαζί με εκατοντάδες άλλους Κουβανούς- το 1980 προς τις ΗΠΑ. 
Στο σημείο εκείνο, από το Καστρικό καθεστώς, τον περιλαβαίνει η υποκρισία και ο ψευτομοντερνισμός των ΗΠΑ. Θα αυτοκτονήσει δέκα χρόνια μετά, το 1990 στην Αμερική, παραδιδόμενος στη δίνη του Aids. Μετά το θάνατό του- ως γνωστόν- θα ακολουθήσει η αναγνώρισή του ως έναν από τους σημαντικότερους λατινοαμερικανούς συγγραφείς. 

Καλύτερα όμως να τα ''πει'' ο ίδιος ο Αρένας....



ΕΙΜΑΙ ΕΚΕΙΝΟ Τ'ΑΓΟΡΙ 

Είμαι εκείνο τ' αγόρι με το στρογγυλό, βρώμικο πρόσωπο
Που σε κάθε γωνιά σ' ενοχλεί μ' εκείνο το "σου περισσεύει ένα τάλιρο"
Είμαι εκείνο το αγόρι με το βρώμικο πρόσωπο
Αναμφίβολα ανεπιθύμητο
Που από μακριά ατενίζει τα βαγόνια
Γεμάτα παιδιά που γελάνε και χοροπηδάνε
Είμαι εκείνο τ' αντιπαθητικό αγόρι
Οριστικά ανεπιθύμητο 
Με το στρογγυλό βρώμικο πρόσωπο
Που απέναντι στα γιγάντια φώτα του δρόμου, ή κάτω από τις ποδιές των
ηλικιωμένων γυναικών επίσης φωτισμένων, ή μπροστά από τα μικρά κορίτσια
που μοιάζουν να αιωρούνται
Προβάλλει την προσβολή του βρώμικου προσώπου του
Είμαι εκείνο το οργισμένο και μοναχικό αγόρι παντός καιρού
Που σου πετάει την προσβολή του οργισμένου αγοριού παντός καιρού
Και σε προειδοποιεί:
Αν υποκριτικά μου χαϊδέψεις το κεφάλι
Θα εκμεταλλευτώ την ευκαιρία για να σου κλέψω το πορτοφόλι
Είμαι εκείνο τ' αγόρι παντός καιρού
Μπροστά στο πανόραμα του επικείμενου τρόμου, της επικείμενης λέπρας, των 
επικείμενων ψύλλων, των προσβολών και του επικείμενου εγκλήματος.
Είμαι εκείνο τ' αποκρουστικό αγόρι που αυτοσχεδιάζει ένα κρεβάτι από παλιά
χάρτινα κουτιά και περιμένει, βέβαιο, πως θα με συνοδέψεις. 

~ μετάφραση Χαράλαμπος Αριστοτέλους  (Avant Garde - Cyprus Free Press)  ~




Μαβίλης Λ. - Λήθη



Το πιο γνωστό σονέτο του Λ. Μαβίλη: 

Καλότυχοι οἱ νεκροὶ ποὺ λησμονᾶνε 
τὴν πίκρια τῆς ζωῆς. Ὅντας βυθίσει 
ὁ ἥλιος καὶ τὸ σούρουπο ἀκλουθήσει, 
μὴν τοὺς κλαῖς, ὁ καημός σου ὅσος καὶ νἆναι.

Τέτοιαν ὥρα οἱ ψυχὲς διψοῦν καὶ πᾶνε 
στῆς λησμονιᾶς τὴν κρουσταλλένια βρύση· 
μὰ βοῦρκος τὸ νεράκι θὰ μαυρίσει, 
ἂ στάξει γι᾿ αὐτὲς δάκρυ ὅθε ἀγαπᾶνε.

Κι ἂν πιοῦν θολὸ νερὸ ξαναθυμοῦνται. 
Διαβαίνοντας λιβάδια ἀπὸ ἀσφοδύλι, 
πόνους παλιούς, ποὺ μέσα τους κοιμοῦνται.

Ἂ δὲ μπορεῖς παρὰ νὰ κλαῖς τὸ δείλι, 
τοὺς ζωντανοὺς τὰ μάτια σου ἂς θρηνήσουν: 
Θέλουν μὰ δὲ βολεῖ νὰ λησμονήσουν.


Άννα ντε Νοάιγ - Οι Σκιές



Γαλλίδα ποιήτρια. Πλήρες όνομα: Άννα-Ελιζαμπέτ ντε Νοάιγ, πριγκίπισσα Μπρανκοβάν, κόμισσα Ματιέ. Από πατέρα Ρουμάνο και Ελληνίδα μητέρα (τη Ραλλού Μουσούρου), μεγάλωσε σε αριστοκρατικό περιβάλλον, έζησε κοσμική ζωή και ταξίδεψε πολύ. Με επιδράσεις από τον Χάινε, τους παρνασσικούς ποιητές και τον Ουγκώ, έγραψε αρκετές ποιητικές συλλογές και μυθιστορήματα με αυτοβιογραφικά στοιχεία. Το 1912 λόγοι υγείας την ανάγκασαν να περιοριστεί στο αρχοντικό της, όπου με την καλλιέργεια και την ευγλωττία της εντυπωσίαζε τους φίλους επισκέπτες της (Μαρσέλ Προυστ, Πωλ Βαλερύ, Ζαν Κοκτώ).
Έργα της: Η αμέτρητη καρδιά (1901), Σκιερές μέρες (1902), Θάμπη (1907), Η τιμή να πονάς (1927), κ.ά.


Όταν πια θα ’μαι κουρασμένη 
εδώ να ζω μόνη και ξένη
χρόνους αβίωτους,
θα πάω να δω τη χώρα που ’ναι 
οι ποιητές και καρτερούνε 
με το βιβλίο τους.

Φρανσουά Βιγιόν, σκιά μου φίλη, 
που ταπεινά καθώς οι γρύλοι
ετραγουδούσες,
πόσο η ψυχή μου θα σ’ επόνει, 
όταν σ’ επρόσμενε η αγχόνη
κι έκλαιαν οι Μούσες!

Τάχα τρεκλίζοντας ακόμα, 
Βερλαίν, κρατάς αυλό στο στόμα,
δεύτερος Παν,
πάντα είσαι απλός και θείος εσύ, 
μεθώντας με οίστρο, με κρασί, 
pauvre Lélian* ;

Και τέτοιο αν είχες ριζικό, 
που άλλο δεν είναι πιο φριχτό,
Ερίκε Χάινε ,
ούτ’ έτσι ωραίο σαν το δικό σου, 
στα χέρια μου το μέτωπό σου 
γείρε και πράυνε.

Εμένα διάβηκε η ζωή 
όλη ένα δάκρυ, απ’ το πρωί
έως την εσπέρα.
Κι άλλο πια τώρα δε μου μένει, 
παρά, θεοί μου αγαπημένοι, 
νά ’ρθω εκεί πέρα.

  μτφρ. Κ.Γ. Καρυωτάκης (1896-1928)


* Αναγραμματισμός του ονοματεπώνυμου Paul Verlain.

Ο καταραμένος Κορμπιέρ


Παρηγορηθείτε, οι άνθρωποι ψοφάνε σαν μύγες...


Ο Εντουάρ Ζοασίμ Κορμπιέρ, γνωστός ως Τριστάν Κορμπιέρ (18 Ιουλίου, 1845 – 1 Μαρτίου, 1875), ήταν Γάλλος ποιητής.


~ ~ ~


Στους πέντε ποιητές που ο Βερλέν αναφέρεται στο δοκίμιό του για τους καταραμένους ποιητές, υπάρχει και το όνομα Κριστάν Κορμπιέρ μέσα. Ένας ποιητής με τόσο σύντομη ζωή - σύντομη σε όλα της... Παραγνωρισμένος, απόκληρος, σακατεμένος στην υγεία, καταφέρνει μόλις να εκδώσει μία ποιητική συλλογή, τις 'Κίτρινες Αγάπες', άφαντη και άγνωστη στον περισσότερο κόσμο. Ακόμα και η αλλαγή του ονόματός* του σηματοδοτεί την τραγικότητα που τον διακατείχε. Η σωματική του αρρώστια τον αφήνει συνεχώς ανολοκλήρωτο. Μόνος του θα πεθάνει το 1875, χωρίς να έχει κλείσει ούτε τα 30 του χρόνια. 



Ακολουθεί ένα από τα πιο έντονα ποιήματα του Κορμπιέρ: 


ΑΓΡΥΠΝΙΑ

Αγρύπνια, ζώο αψηλάφητο!
Δεν νιώθεις απ' αγάπη,
Για νά 'ρθεις να λιγοθυμήσεις σαν θα δεις
Κάτω απ' το κακό σου μάτι, τον άνθρωπο να

δαγκώνει
Τα σεντόνια και μες στη πλήξη να
στριφογυρνά...
Κάτω απ' το κατάμαυρο διαμάντι του ματιού
σου.

Λέγε! Γιατί ενώ περνά κατάλευκη η νύχτα
Ίδια. Κυριακή που βρέχει
Έρχεσαι να μας γλείφεις σα σκυλί;
Ελπίδα ή Πόνος π' αγρυπνά
Στ' αφτί; που γι' άκουσμα τεντώνεται,
Σιγά να μιλά σιγά... και τίποτα να μη μας λέει;

Γιατί στο στεγνό μας λαιμό,
Να γέρνει πάντα η άδεια σου κούπα
Και την τραχηλιά μας προτεταμένη να αφήνεις;
Σε μας τους διψασμένους Τάνταλους για
χίμαιρα: -Φίλτρο ερωτικό η μούργα πικρή
Σταγόνα δροσιάς ή λιωμένο μολύβι.

Αγρύπνια, είσαι ωραία λοιπόν;...
Ε, γιατί ακόλαστη κόρη
Στα γόνατά σου να μας σφίγγεις;
Γιατί στο στόμα μας ν' αγκομαχάς:
Γιατί τον ύπνο μας χαλάς;
Κοιμήσου αν θες μαζί μας...
Γιατί, ωραία έκλυτη της νύχτας
Φοράς στο πρόσωπο τη μαύρη μάσκα;...
-Για να ταράζεις όνειρα χρυσά;...
Δεν είναι η αγάπη μες στο σύμπαν;
Αναπνοή της αποκαμωμένης Μεσσαλίνας
Μα όχι ακόμα χορτασμένης!

Αγρύπνια, είσαι η Υστερία...
Είσαι η λατέρνα
Που αλέθει τα Ωσαννά των Εκλεκτών Του;...
-Ή δεν είσαι το αιώνιο πλήκτρο
Πάνω στα νεύρα γραφιάδων κολασμένων
Που γρατζουνά τους στίχους τους -μον' από
κείνους διαβασμένους;

Αγρύπνια, είσαι το θλιμμένο γαϊδουράκι
Του Μπούρινταν η φάλαινα
Της κόλασης; -Το φιλί σου φωτιά
Μια γεύση αφήνει ψυχρή κόκκινου σίδερου...
Ω! έλα και μπες στην κάμαρή μου τη φτωχή...
Μαζί θα κοιμηθούμε δω για λίγο.


Μτφ: Γιώργος Κ. Καραβασίλης
απ' το βιβλίο: "Οι καταραμένοι ποιητές-Πολ Βερλέν, εκδ. Αιγόκερως"


~ ~ ~

*Tristan Corbière: triste en corps bière: θλίψη πτώματος σε φέρετρο