Χαιρετώ τους φίλους της λογοτεχνίας, τους μισαλλόδοξους αγωνιστές, τα κακοπαθημένα νιάτα, τα άκρατα ορμώμενα ανθρωπάρια, τους κομπάρσους και πρωταγωνιστές της καθημερινότητας, τα βιολοντσέλα του έρωτος, τους πιστούς και άθρησκους, τις φιλήσυχες πέτρες, τους γνώστες του τίποτα, τους αποτυχημένους της δόξας, χαιρετώ αυτούς που έρπουν, τους ακρωτηριασμένους, τις μηδείες και τους γέροντες, τους αποκρυφιστές του χάους, τα σακάτικα βλήματα, τα τελώνια, τα ξορκισμένα αγγίγματα -
χαιρετώ... εσάς

Πέμπτη, 30 Μαΐου 2013

Φιλανθρωπικό Bazaar Βιβλίου: «Ένα ευρώ, ένα βιβλίο, ένα καλό»





Από σήμερα- Πέμπτη 30 Μαΐου- μέχρι και την Κυριακή 2 Ιουνίου στον υπαίθριο χώρο του Μεγάρου Μουσικής, θα φιλοξενείται το bazaar βιβλίου, καθώς και συναυλίες από μεγάλους καλλιτέχνες. Περισσότεροι από 200.000 τίτλοι βιβλίων θα διατεθούν με την τιμή του 1 ευρώ, ενώ καλό θα ήταν να αναφέρουμε ξανά ότι το bazaar αλλά και οι συναυλίες γίνονται για την συγκέντρωση- ευελπιστώ- χρημάτων για άτομα που στερούνται βασικών πραγμάτων. Τρεις συναυλίες θα δοθούν στο πλαίσιο της κίνησης αλληλεγγύης του ραδιοσταθμού με δωρεάν είσοδο: αύριο (Παρασκευή) θα δώσουν τον τόνο οι Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Μίλτος Πασχαλίδης, Λάκης με τα Ψηλά Ρεβέρ, Μαρία Τσαρούχα, Ραλλία Χρηστίδου. Το Σάββατο 1 Ιουνίου οι Γιάννης Ζουγανέλης, Μπάμπης Στόκας, Νίκος Ζιώγαλας και την Κυριακή 2 Ιουνίου οι Νίκος Πορτοκάλογλου και Φίλιππος Πλιάτσικας. 




Τετάρτη, 29 Μαΐου 2013

Δάλκος Σ. - Η Χρονομηχανή



Έζησε κάποτε στο μα­κρι­νὸ τὸ μέλ­λον, ἕ­νας τρε­λὸς ἐ­πι­στή­μο­νας, ποὺ στό­χο τῆς ζω­ῆς του εἶ­χε βά­λει νὰ ἐ­φεύ­ρει κά­τι πραγ­μα­τι­κὰ ἀ­σύλ­λη­πτο. Μιὰ χρο­νο­μη­χα­νή.
        Τε­λεί­ω­σε τὶς σπου­δές του στὰ 25 του καὶ ἀ­μέ­σως βάλ­θη­κε νὰ κά­νει τὸ ὄ­νει­ρό του πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Νοί­κια­σε ἕ­να ὑ­πό­γειο, ἐ­ξα­σφά­λι­σε τὶς ἀ­πα­ραί­τη­τες ἐ­πι­χο­ρη­γή­σεις, ἀ­γό­ρα­σε τὰ ἀ­πα­ραί­τη­τα ὑ­λι­κὰ καὶ στρώ­θη­κε στὴ δου­λειά. Δι­ά­βα­σε τό­νους σκο­νι­σμέ­να βι­βλί­α, ἔ­κα­νε ἄ­πει­ρους ὑ­πο­λο­γι­σμούς, ἤ­πι­ε 38.506 ντε­πόν, 49.275 κα­φέ­δες, πα­ρήγ­γει­λε 31.503 με­ρί­δες ἕ­τοι­μα φα­γη­τά, κά­πνι­σε 328.504 τσι­γά­ρα καὶ γε­νι­κὰ ἔ­ζη­σε μιὰ ζω­ὴ μα­κριὰ ἀ­πὸ φί­λους, γυ­ναῖ­κες, συγ­γε­νεῖς καὶ ὁ,τι­δή­πο­τε ἄλ­λο ἱ­κα­νὸ νὰ τὸν ἀ­πο­σπά­σει ἀ­πὸ τὸ ἔρ­γο του.
         Σὲ ἡ­λι­κί­α 70 χρο­νῶν, τὰ κα­τά­φε­ρε. Βί­δω­σε τὴν τε­λευ­ταί­α βί­δα πά­νω στὸ σι­δε­ρέ­νιο δη­μι­ούρ­γη­μά του καὶ στά­θη­κε λί­γο νὰ τὸ θαυ­μά­σει. Ἔ­πει­τα ἔ­κα­νε ἕ­να μπά­νιο, ξυ­ρί­στη­κε, ἔ­πλυ­νε τὰ δόν­τια του, φό­ρε­σε τὸ κα­λό του κου­στού­μι, ἀ­πο­χαι­ρέ­τη­σε τὸν σκύ­λο του, μπῆ­κε στὴ χρο­νο­μη­χα­νὴ καὶ πά­τη­σε ἕ­να με­γά­λο κόκ­κι­νο κουμ­πί.
        Ἀ­πὸ τὴ μιὰ στιγ­μὴ στὴν ἄλ­λη βρι­σκό­ταν στὸ ἴ­διο σκο­τει­νὸ ὑ­πό­γει­ο, μὲ τὸν χρό­νο νὰ ἔ­χει τα­ξι­δέ­ψει 45 χρό­νια πί­σω. Ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα τῆς χρο­νο­μη­χα­νῆς καὶ κα­τέ­βη­κε, κά­νον­τας ἕ­να με­γα­λο­πρε­πὲς βῆ­μα, σὰν νὰ πα­τοῦ­σε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὴ σε­λή­νη. Ἀ­πὸ μιὰ γω­νιὰ τοῦ δω­μα­τί­ου, ὁ 25χρονος ἑ­αυ­τός του τὸν κοί­τα­ζε γε­μά­τος ἔκ­πλη­ξη.
        Ὁ 70χρονος γέ­ρος πλη­σί­α­σε τὸν νε­α­ρὸ μὲ ἕ­να με­γά­λο χα­μό­γε­λο. Ὅ­ταν ἔ­φτα­σε σὲ ἀ­πό­στα­ση ἀ­να­πνο­ῆς, τὸν αγ­κά­λια­σε σφι­χτὰ καὶ τοῦ ψι­θύ­ρι­σε: «Τὰ κα­τα­φέ­ρα­με. Ἄ­σ’ τα τώ­ρα ὅ­λα αὐ­τά. Κοί­τα νὰ βρεῖς κα­μιὰ κο­πέ­λα, νὰ κά­νεις οἰ­κο­γέ­νεια, μὴ μεί­νεις κι ἐ­σὺ μό­νος σου στὴ ζω­ή.»
        Ὑ­στε­ρα τὸν φί­λη­σε στορ­γι­κὰ στὸ μέ­τω­πο, ξά­πλω­σε σὲ μιὰ με­γά­λη κα­φὲ πο­λυ­θρό­να καὶ κοι­μή­θη­κε.


Σταῦ­ρος Δάλ­κος (Ἀθήνα, 1982). Σπού­δα­σε Ἱστορί­α καὶ Ἀρχαιο­λογί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀθηνῶν καὶ ἀσχο­λεῖται μὲ τὴ μου­σική. Ζεῖ καὶ ἐργάζε­ται στὴν Ἀθή­να.



Fabian V. - H Ποίηση Δεν Συγκινεί Πλέον (A poesia ya no conmueve)






Για να σαγηνεύει  τὸ κο­ρί­τσι οἱ-κό­ρες-τῶν-μα­τι­ῶν-σου-εἶ­ναι-γα­λά­ζι­ες, θέ­λη­σε νὰ γρά­ψει τοὺς πιὸ θλιμ­μέ­νους στί­χους ἀ­πό­ψε. Ἀλ­λὰ δὲν μπό­ρε­σε, εἶ­χε ὑ­περ­βο­λι­κὴ αὐ­το­πε­ποί­θη­ση, 
ἦ­ταν ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νος ἀ­πὸ τὸν ἑ­αυ­τό του, τὸ πρό­σω­πό του ὁ­λό­κλη­ρο, ὣς καὶ ἡ ἴ­δια του ἡ πέ­να, χα­μο­γε­λοῦ­σαν ἀ­νό­η­τα. Τοῦ βγῆ­κε λοι­πὸν ἕ­να ἄ­θλιο στι­χούρ­γη­μα, ἀ­νά­ξιο λό­γου, ποὺ τὸ κο­ρί­τσι, εὐ­τυ­χῶς, οὔ­τε κὰν δι­ά­βα­σε πο­τέ, για­τί ἐ­κεί­νη τὴ νύ­χτα βγῆ­κε μ’ ἕ­ναν 
οἰ­κο­νο­μο­λό­γο.



***




Νιρβάνας Π. - Ερωτικαί Εκδικήσεις



Όταν βλέπω κάποιον να περπατή επάνω-κάτω, όπως ο μακαρίτης ο Bέρθερος, και να μελετά μίαν ερωτικήν εκδίκησιν, λέγω από μέσα μου: «Iδού ένας άνθρωπος, που ετοιμάζεται να κάμη μίαν ανοησίαν!».
    Kαθένας την κάμνει με τον τρόπον του. Άλλος φονεύει. Aλλά ο θάνατος είναι μυστήριον. Άλλος αυτοκτονεί. Aλλά η αυτοκτονία είναι μία ηλιθιότης. Άλλος σπεύδει να υπανδρευθή με το πρώτον αδέσποτον θήλυ, που συναντά εις τον δρόμον του, φανταζόμενος ότι εκδικείται με τον τρόπον αυτόν εκείνην, που έπαυσε να τον αγαπά. Aυτό είναι ξεκαρδιστική κωμωδία. Άλλος γράφει ένα δράμα, εις το οποίον καυτηριάζει τας γυναίκας με πεπυρακτωμένον σίδηρον. Aυτός, απλούστατα μαξιλαρώνεται. Yπήρξεν ένας άνθρωπος, ο οποίος, δια να εκδικηθή την γυναίκα του, κατήργησεν, εν στιγμή παραφοράς, το φύλον του με την μάχαιραν του δημίου. Mε αυτόν γελούν οι αιώνες. Kανείς, με μίαν λέξιν, δεν εστάθη ικανός να εκδικηθή επαξίως μίαν γυναίκα εις τον κόσμον αυτόν.
    Tο πράγμα είναι ευεξήγητον. Όλοι οι εκδικηταί της γυναικείας απιστίας ενεργούν μ' ένα τρόπον εσφαλμένον εις την βάσιν του. Eνεργούν δηλαδή μ' ένα τρόπον υπερβολικά σοβαρόν και πολύ συχνά τραγικόν. Προτιμούν την τραγωδίαν εκεί, όπου κατ' εξοχήν θα ήτο ενδεδειγμένη η φάρσα. Yποδύονται τον κόθορνον του τραγωδού, ενώ ο ακαταλληλότερος άνθρωπος δια να παίξη ένα σοβαρόν ρόλον εις το θέατρον της ζωής είναι ο ατυχήσας εραστής. Kαι, ενώ ορέγεται τας δάφνας ενός Tάλμα, δέχεται τα μαξιλάρια της πλατείας επί της κεφαλής του. 
    Δι' αυτό ακριβώς οι σοφώτεροι δεν περιπατούν πια επάνω-κάτω, μετά την προδοσίαν ή την εγκατάλειψιν, όπως ο μακαρίτης Bέρθερος, και δεν μελετούν μίαν εκδίκησιν. Σηκώνονται από το γεύμα, όπου εμισοτελείωσαν το φαγί των, σκουπίζουν το στόμα των με την πετσέταν, πληρώνουν και φεύγουν, ως να μη τους συνέβη τίποτε, αφίνοντες έναν άλλον ν' αποτελειώση την μερίδα των. Έτσι διασώζουν την αξιοπρέπειάν των, χωρίς να μείνουν και εντελώς ανεκδίκητοι. Διότι γνωρίζουν ότι είναι εντελώς περιττόν να εκδικήται καθένας χωριστά την αιωνίαν γυναίκα. Δι' αυτήν υπάρχουν οι εκ Θεού απεσταλμένοι εκδικηταί, που είναι οι Δον Zουάν όλων των τόπων και όλων των εποχών, και οι οποίοι δεν κάμνουν άλλο, παρά να εκδικούνται διαρκώς δια τον εαυτόν τους και δια τους άλλους. 
    Eν τούτοις, οφείλομεν να κάμωμεν τιμητικήν εξαίρεσιν δια τον άνθρωπον, ο οποίος προ ολίγων ημερών επραγματοποίησε πρωτότυπον εκδίκησιν εις την Aκρόπολιν αυτήν της κοινοτοπίας, που είναι αι Aθήναι. Eίδατε από τας εφημερίδας, τί έκαμεν ο μεγαλοφυής αυτός. Eπήγε νύκτα εις την θύραν της απίστου και της ετοιχοκόλλησε μίαν επιγραφήν: «Eδώ υπάρχει ευλογιά». Tίποτε άλλο! Tο άλλο πρωί οι διαβάται επερνούσαν, εσταματούσαν, εδιάβαζαν και έφευγαν έντρομοι μακρυά. O γαλατάς δεν εκτύπησε την θύραν εκείνο το πρωί. O μανάβης δεν εσταμάτησεν. O γραμματοκομιστής, που έφερνε μίαν ερωτικήν επιστολήν, την εξανάβαλεν εις τον σάκκον του και έφυγεν. O νέος εραστής, μόλις επλησίασεν εις την γωνίαν του δρόμου και πριν παρελάση ακόμη υπό το θρυλικόν παράθυρον, ανέκρουσε με τρόπον πρύμναν και δεν εφάνη πλέον. Όταν η άπιστος αντελήφθη την συμφοράν και έστειλε να ξεσχίσουν την καταχθονίαν επιγραφήν, ήτο πλέον αργά. O προδοθείς εραστής είχεν εκδικηθή! Kαι είχεν εκδικηθή κυρίως, διότι η άπιστος τον εφαντάζετο ξεκαρδισμένον από τα γέλια εις μίαν γωνίαν του δρόμου, εν ώ θα ήθελε να τον φαντασθή απηγχονισμένον από την οροφήν του δωματίου του.
    Όταν τον ερώτησαν εις την Aστυνομίαν, διατί προέβη εις την αθλίαν αυτήν πράξιν, λέγουν ότι απεκρίθη αφελέστατα:
    ― Ήθελα να της στείλω τη βλογιά στα όμορφα μουτράκια της. Aφού δεν μπορούσα να το κάμω, της την έστειλα στην πόρτα της. Aς μπολιασθή να είναι ήσυχη!
    Kαι η Aστυνομία απέλυσε τον εραστήν και έστειλε τον αστυίατρον να εμβολιάση την ερωμένην, δια κάθε ενδεχόμενον και δια την ησυχίαν της συνοικίας. H φάρσα και η εκδίκησις έλαβε τοιουτοτρόπως την ωραίαν της συνέχειαν.




(από Tα Άπαντα, E΄, Eκδοτικός Oίκος Xρήστου Γιοβάνη 1968)

Τρίτη, 28 Μαΐου 2013

Στάινμπεκ Τ. - Άνθρωποι και Ποντίκια (Of Mice and Men)




Είναι ο συγγραφέας που με έκανε να δω με άλλο μάτι τις αχανείς εκτάσεις των ΗΠΑ. Ο συγγραφέας που με έκανε να συμπονώ τα καλοκαίρια και τον όξινο ήλιο. Η ανεργία στην πένα του φαντάζει παντοδύναμη, διαβάζοντάς τον ανασκουμπώνομαι στη σκέψη των μελλοντικών μου ημερών. Μαζί με τον Χεμινγουέη- για να μην γίνομαι άδικη- η Αμερική παίρνει άλλη μορφή, πιο ανθρώπινη, πιο σπαρακτική. Από την άλλη άκρη της γης, περπατώ πλάι στις ξεριζωμένες οικογένειες και συζητώ με τους ακούραστους οδοιπόρους. Έχει το θαυμαστό ταλέντο, τις ιστορίες του, όταν τις διαβάζεις, να τις φέρνεις στο ύψος των ματιών. Ούτε ίντσα πιο πέρα, δίχως να μπορείς να ξεφύγεις από το περιεχόμενό τους, να κάνεις τα στραβά μάτια στην αλήθεια, στην τραγωδία. Πολλοί τον χαρακτήρισαν άσεμνο συγγραφέα (πόσες φορές το'χουμε ακούσει αυτό;) και παραπλανητικό, ενώ οι ΗΠΑ για πολύ καιρό είχαν απαγορεύσει τα βιβλία του. Ο ίδιος βίωσε πολύ έντονα το Μεγάλο Κραχ του '29, που τόσες και τόσες φορές αναφέρεται μέσα στις σελίδες των βιβλίων του. Άλλαξε πολλές δουλειές. Παρόλα αυτά, είχε το σπάνιο πλεονέκτημα να τον βοηθά χρηματικά ο πατέρας του, ώστε να ασχοληθεί με το γράψιμο, που έτσι και έγινε: λίγα χρόνια αργότερα στους αμερικανικούς λογοτεχνικούς κύκλους μονοπωλούν τα βιβλία του- "Η Πεδιάδα της Τορτίγια", "Τα Σταφύλια της Οργής", "Άνθρωποι και Ποντίκια", "Ανατολικά της Εδέμ" κ.ά. Όλα, ένα- ένα, στο ίδιο πλάνο: ζεστοί αμερικάνικοι δρόμοι, χωμάτινοι, πύρινα μεσημέρια, πείνα, οικογένειες ξεκληρισμένες, σακάτηδες και λωλοί, βάλτοι και καλαμιές, ένα αφεντικό, μία αδικία, ένας άνθρωπος να παλεύει για κάτι καλύτερο. Θα μπορούσα να πω ότι ο Στάινμπεκ αποτυπώνει με τον καλύτερο τρόπο την καλύτερη περίοδο, θα μπορούσα, ίσως, να πω ότι γράφει στην καλύτερη περίοδο, αν μία φωνή μέσα μου δεν μου'λεγε πως κάθε εποχή για έναν συγγραφέα είναι η καλύτερη, αρκεί να αγκαλιάσει τη δυστυχία της...



***


Απόσπασμα από το "Άνθρωποι και Ποντίκια":

Ο Λένι έπαιξε ρυθμικά τα δάχτυλά του πάνω στο τραπέζι. "Τζορτζ;"
"Ναι;"
"Τζορτζ, σε πόσο καιρό θα πάρουμε κείνο το σπιτάκι και θα την περνάμε ζωή και κότα... και θα'χουμε τα κουνέλια;"
"Δεν ξέρω" είπε ο Τζορτζ. "Πρέπει να κάνουμε ένα καλό κομπόδεμα οι δυο μας. Ξέρω ένα μέρος που δε θα μας κοστίσει πολύ, αλλά δεν το χαρίζουν κιόλας".
Ο γερο-Κάντι γύρισε αργά. Τα μάτια του ήταν ολάνοιχτα. Παρατήρησε προσεχτικά τον Τζορτζ.
Ο Λένι είπε: "Πες για κείνο το μέρος, Τζορτζ".
"Χτες βράδυ δε σου'πα;"
"Έλα, πες ξανά, Τζορτζ".
"Λοιπόν, έχει κάπου τριάντα στρέμματα" είπε ο Τζορτζ. "Έχει έναν μικρό ανεμόμυλο. Έχει ένα μικρό καλύβι και κοτέτσι. Έχει μαγερειό, περιβόλι, κεράσια, μήλα, ροδάκινα, βερίκοκα, καρύδια, φράουλες. Υπάρχει τόπος για τριφύλλι και νερό μπόλικο, να το πλημμυρίσεις. Υπάρχει στάβλος για γουρούνια..."
"Και για κουνέλια Τζορτζ".
"Δεν υπάρχει μέρος για κουνέλια τώρα, αλλά μπορώ εύκολα να φτιάξω μερικά κλουβιά κι εσύ θα μπορούσες να ταΐζεις με τριφύλλι τα κουνέλια".
"Ναι, θα μπορούσα" είπε ο Λένι. "Και βέβαια θα μπορούσα".
Τα χέρια του Τζορτζ σταμάτησαν να ρίχνουν τα χαρτιά. Η φωνή του γινόταν όλο και πιο ζεστή. "Και θα'χαμε και γουρούνια. Θα'φτιαχνα ένα καλύβι για το κάπνισμα του κρέατος, σαν εκείνο που είχε ο παππούς μου, κι όποτε σκοτώναμε ένα γουρούνι θα καπνίζαμε το μπέικον και το χοιρομέρι, θα φτιάχναμε λουκάνικα. Κι όταν οι σολομοί θ'ανέβαιναν τον ποταμό, θα πιάναμε καμιά εκατοστή και θα τους παστώναμε ή θα τους καπνίζαμε. Θα τους τρώγαμε για πρωινό. Δεν υπάρχει άλλο τίποτα τόσο νόστιμο όσο ο καπνιστός σολομός. Θα'χουμε φρούτα, και ντομάτες, που'ναι εύκολες στο κονσερβάρισμα. Τις Κυριακές θα σκοτώναμε κάνα κοτόπουλο ή κάνα κουνέλι. Μπορεί να'χαμε μια αγελάδα ή μια κατσίκα, και το καϊμάκι θα'ναι τόσο πηχτό που θα το κόβεις με το μαχαίρι και θα το βγάζεις με το κουτάλι".
Ο Λένι τον παρακολουθούσε μ'ολάνοιχτα μάτια κι ο γερο-Κάντι τον παρακολουθούσε κι αυτός. Ο Λένι είπε σιγανά: "Θα την περνούσαμε ζωή και κότα".
"Βέβαια" είπε ο Τζορτζ. "Κάθε λογής ζαρζαβατικά στον κήπο, κι αν θέλουμε λίγο ουίσκι, θα πουλάμε κάνα αβγό ή λίγο γάλα. Θα ζούσαμε εκεί. Θ'ανήκαμε εκεί. Δε θα τριγυρνούσαμε πια σ'όλη τη χώρα, ούτε θα μας τάιζε ένας Γιαπωνέζος μάγερας. Όχι, κύριε, θα ριζώναμε σ'έναν τόπο, θα'χαμε το δικό μας σπιτικό και δε θα κοιμόμασταν σε κοιτώνες".

(Εκδόσεις Παπαδόπουλος)



***


Ακολουθεί η πρωτότυπη μεταφορά σε έργο, που κατά τη γνώμη μου ακολουθεί πιστά την ιστορία του Στάινμπεκ, δίχως φανφάρες και μεγαλοδραματισμούς, αλλά με το σκληρό ρεαλισμό του συγγραφέα. Μείον αποτελεί, προσωπικά, η φωτογραφία, που εξαιρεί τον φωτισμό και την σκληρότητα του καιρού, αλλά δικαιολογείται δεδομένου ότι η πρώτη προβολή έγινε στις 24 Γενάρη το 1977.


Μέρος Α'



Μέρος Β'


Μέρος Γ'





Πέμπτη, 23 Μαΐου 2013

Χριστιανόπουλος Ν. - Είμαι εναντίον






Είμαι εναντίον της κάθε τιμητικής διάκρισης, απ΄ όπου και αν προέρχεται. Δεν υπάρχει πιο χυδαία φιλοδοξία, απ' το να θέλουμε να ξεχωρίζουμε. Αυτό το απαίσιο «υπείροχον έμμεναι άλλων», που μας άφησαν οι αρχαίοι.
Είμαι εναντίον των βραβείων, γιατί μειώνουν την αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Βραβεύω σημαίνει αναγνωρίζω την αξία κάποιου κατώτερου μου -και κάποτε θα πρέπει να απαλλαγούμε από την συγκατάβαση των μεγάλων. Παίρνω βραβείο σημαίνει παραδέχομαι πνευματικά αφεντικά -και κάποτε θα πρέπει να διώξουμε τα αφεντικά από τη ζωή μας.
Είμαι εναντίον των χρηματικών επιχορηγήσεων. Σιχαίνομαι τους φτωχοπρόδρομους που απλώνουν το χέρι τους για παραδάκι. Οι χορηγίες μεγαλώνουν την μανία μας για διακρίσεις και τη δίψα μας για λεφτά· ξεπουλάνε την ατομική ανεξαρτησία μας.
Είμαι εναντίον των λογοτεχνικών συντάξεων. Προτιμώ να πεθάνω στην ψάθα, παρά να αρμέγω το υπουργείο -κι ας με άρμεξε το κράτος μια ολόκληρη ζωή. Γιατί να με ταΐζει το Δημόσιο επειδή έγραψα μερικά ποιήματα; Και γιατί να αφήσω το Κράτος να χωθεί ακόμη περισσότερο στη ζωή μου;
Είμαι εναντίον των σχέσεων με το κράτος και βρίσκομαι σε διαρκή αντιδικία μαζί του. Ποτέ μου δεν πάτησα σε υπουργείο και το καυχιέμαι. Η μόνη μου εξάρτηση από το κράτος είναι η εφορεία, που με γδέρνει.
Είμαι εναντίον των εφημερίδων. Χαντακώνουν αξίες, ανεβάζουν μηδαμινότητες, προβάλλουν ημετέρους, αποσιωπούν τους απροσκύνητους. Όλα τα μαγειρεύουν, όπως αυτές θέλουν. Δεξιές, αριστερές, κεντρώες -όλες το ίδιο σκατό.
Είμαι εναντίον των κλικών. Προωθούν τους δικούς τους· τους άλλους, όλους τους θάβουν. Όποιοι δεν τους παραδέχονται, καρατομούνται. Κυριαρχούν οι γλύφτηδες και οι τζουτζέδες. Δεν έχω καμμιά αμφιβολία πως το μέλλον ανήκει στα σκουπίδια.
Είμαι εναντίον των κουλτουριάρηδων. Όλα τ' αμφισβήτησαν, εκτός από τις τρίχες τους. Τους έχω μάθει για καλά. χαλνούν τον κόσμο με την κριτική τους. Όλους τους βγάζουν σκάρτους και πουλημένους. Και μόλις πάρουν το πτυχίο, αμέσως διορίζονται στα υπουργεία· από παντού βυζαίνουν και ο ιδεαλισμός τους ξεφουσκώνει μέσ' στα βολέματα του κατεστημένου.
Είμαι εναντίον κάθε ιδεολογίας, σε οποιαδήποτε απόχρωση και αν μας την πασέρνουν. Όσο πιο γοητευτικές και προοδευτικές είναι οι ιδέες, τόσο πιο τιποτένια ανθρωπάκια μπορεί να κρύβονται από πίσω τους. Όσο πιο όμορφα τα λόγια τους, τόσο πιο ύποπτα τα έργα τους. Όσο πιο υψηλοί οι στόχοι, τόσο πιο άνοστοι οι στίχοι.
Είμαι, προπάντων, εναντίον κάθε ατομικής φιλοδοξίας, που καθημερινά μας οδηγεί σε μικρούς και μεγάλους συμβιβασμούς. Αν σήμερα κυριαρχούν παραγοντίσκοι και τσανάκια, δεν φταίει μόνο το κωλοχανείο· φταίνε και οι δικές μας παραχωρήσεις και αδυναμίες. Αν πιάστηκε η μέση του οδοκαθαριστή, φταίμε και εμείς που πετάμε το τσιγάρο μας στον δρόμο. Κι αν η λογοτεχνία μας κατάντησε σκάρτη, μήπως δεν φταίει και η δική μας σκαρταδούρα;


Περιοδικό «Διαγώνιος» (Τεύχος 1, Ιανουάριος-Απρίλιος, 1979)




Δημοσίευσε μόνος σου το βιβλίο σου



Χωρίς καμία διάθεση για διαφήμιση, αλλά κυρίως λόγω του ότι θεωρώ ενδιαφέρουσα την κίνηση αυτή, αναλύονται παρακάτω οι τρόποι με τους οποίους μπορεί κάποιος να παρακάμψει σχετικά έξυπνα τους απόμακρους και απαιτητικούς εκδοτικούς οίκους και να δει την επιθυμία του να γίνεται πραγματικότητα (φαντάζομαι φυσικά με κάποιο κόστος). Ενημερώνω εκ των προτέρων ότι δεν έχω δοκιμάσει και δεν έχω καμία σχέση με το CaptainBook.gr - η ανάρτηση αυτή είναι καθαρά ενημερωτική. 


Η υπηρεσία Print on Demand του CaptainBook.gr, παρέχει τη δυνατότητα σε συγγραφείς (πεζογράφους, ποιητές, συγγραφείς πανεπιστημιακών βιβλίων, δοκιμιογράφους, δημιουργούς comix, φωτογράφους κα.) να εκδώσουν το βιβλίο τους σε όσα αντίτυπα επιθυμούν και σε τιμές εξαιρετικά χαμηλές.
Συμπληρώστε τη φόρμα με τις προδιαγραφές του βιβλίου σας κι εμείς θα σας στείλουμε άμεσα την προσφορά μας.
Η υπηρεσία Print on Demand του CaptainBook.gr σας προσφέρει τις εξής επιλογές:

α) Μας στέλνετε το βιβλίο σας σε ηλεκτρονική μορφή κι εμείς αναλαμβάνουμε να σας το παραδώσουμε σε μορφή τυπωμένου βιβλίου και σε όσα αντίτυπα εσείς επιθυμείτε.
β) Μας στέλνετε το βιβλίο σας σε ηλεκτρονική μορφή και εμείς αναλαμβάνουμε, σε συνεργασία με έμπειρους διορθωτές/επιμελητές και γραφίστες (πάντα σε συνεχή συνεννόηση μαζί σας), να σας το παραδώσουμε φιλολογικά επιμελημένο και αισθητικά άψογο, σε μορφή τυπωμένου βιβλίου και σε όσα αντίτυπα εσείς επιθυμείτε.
Παράλληλα μπορούμε να σας παρέχουμε ΔΩΡΕΑΝ:

Α) Νούμερο ISBN
Β) Δυνατότητα να καταχωρηθεί το βιβλίο σας στη βάση δεδομένων της ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ και να εμφανίζεται σε όλες τις μηχανές αναζήτησης των ηλεκτρονικών και φυσικών βιβλιοπωλείων.
Γ) Συμβουλές για τη διακίνηση του βιβλίου σας στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Επιπλέον έχουμε τη δυνατότητα να σας προσφέρουμε εξαιρετικά οικονομικές λύσεις και υπηρεσίες για την αποτελεσματική προώθησή του.

Περισσότερες πληροφορίες στο: http://www.captainbook.gr/shop/index.php?main_page=pod 




Δευτέρα, 20 Μαΐου 2013

36η Γιορτή Βιβλίου

36η ΓΙΟΡΤΗ ΒΙΒΛΙΟΥ, ΑΘΗΝΑ







Στο Πεδίο του Άρεως θα πραγματοποιηθεί η 36η Γιορτή Βιβλίου που διοργανώνει, από 24 Μαΐου έως 9 Ιουνίου, ο Σύλλογος Εκδοτών Βιβλίων Αθηνών με τη συνεργασία του Οργανισμού Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας. 


Στόχος της Γιορτής Βιβλίου είναι να συμβάλει στην ανάπτυξη της φιλαναγνωσίας, ιδιαίτερα στις μικρές ηλικίες και για το λόγο αυτό θα συνεχιστεί για τρίτη χρονιά η προσπάθεια ενίσχυσης των βιβλιοθηκών της χώρας μας, με τη μεγάλη κοινωνική καμπάνια: «ΜΕ ΔΙΑΒΑΣΕΣ, ΧΑΡΙΣΕ ΜΕ!», σε συνεννόηση με την Περιφέρεια Αττικής, που προσκαλεί το κοινό να προσφέρει βιβλία που δεν χρειάζεται για να διατεθούν σε βιβλιοθήκες. 

Επίσης αξίζει να αναφερθεί ότι στη Γιορτή θα φιλοξενηθούν και εκδηλώσεις με αφιερώματα στον Κωνσταντίνο Καβάφη (στο πλαίσιο της επετείου των 150 χρόνων από τη γέννησή του) και στον Γιώργο Σεφέρη (50 χρόνια από την απονομή του Νόμπελ Λογοτεχνίας).



Σάββατο, 18 Μαΐου 2013

58ος Πανελλήνιος Διαγωνισμός Συγγραφής Παιδικών Βιβλίων 2013



Η Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά προκηρύσσει τον 58ο πανελλήνιο διαγωνισμό της για τη συγγραφή βιβλίων για παιδιά.
Τα έργα πρέπει να είναι λογοτεχνικά, προσεγμένα στη γλώσσα, να εμπνέουν αισιοδοξία και πίστη για τη ζωή και να κινούνται μέσα στην ελληνική πραγματικότητα.
Οι κατηγορίες στις οποίες μπορούν να συμμετάσχουν οι υποψήφιοι, είναι οι ακόλουθες:

1. Βραβείο Εκδ. Οίκου ΨΥΧΟΓΙΟΣ, (500 ευρώ) Μυθιστόρημα με ελεύθερο θέμα για παιδιά 9-11 ετών. (10.ΟΟΟ λέξεις)

2. Βραβείο Εκδ. Οίκου ΚΕΔΡΟΣ, 500 Ευρώ. Μυθιστόρημα, για παιδιά 10-12 ετών, με θέμα τη ζωή των προϊστορικών ανθρώπων. Το βραβείο αθλοθετείται στη μνήμη της συγγραφέως Κίρας Σίνου, που ασχολήθηκε συστηματικά με την προϊστορία.(75-80 σελίδες)

3. Βραβείο Ιεράς Μητροπόλεως Ν. Σμύρνης, 500 Ευρώ. Μυθιστόρημα με θέμα «Αλησμόνητες Πατρίδες του Μικρασιατικού Ελληνισμού». (75-80 σελίδες).

4. Βραβεία Ελένης Μαυρουλίδου Δάβαρη και Βίλμας Μαυρουλίδου-Σαλιβέρου, εις μνήμην Λούλας και Ηλία Μαυρουλίδη και Λιλής Γιαννέτσου.
α) Ταξιδιωτικό μυθιστόρημα για παιδιά 9-12 ετών,500 ευρώ. (75-80  σελίδες)
β) Διήγημα για παιδιά από 14 ετών και άνω, με θέμα «Ένας Έλληνας μακριά απ’ την πατρίδα». 500 Ευρώ. (4-8 σελίδες)

5. Βραβείο Λούλας Παπιδάκη-Πιπίνη και Κυριάκου Πιπίνη εις μνήμην Δημητρίου και Αθανασίας Παπιδάκη και Αντωνίου Πιπίνη.
α) Ποίηση, 500 Ευρώ. Συλλογή 25 ποιημάτων για παιδιά του δημοτικού σχολείου.

6. Βραβείο εκδ. οίκου Πατάκη, 500 Ευρώ. Μία Ιστορία βραχείας φόρμας, όχι παραμύθι, έκτασης 400-900 λέξεων, που να απευθύνεται σε παιδιά 1ης σχολικής ηλικίας (6-8 ετών).
Οι πρωταγωνιστές να είναι συνομήλικοι των παιδιών-αναγνωστών. Τα θέματα να είναι σύγχρονα, μέσα από την καθημερινότητά τους και να καθρεφτίζουν τις σκέψεις και τους προβληματισμούς των παιδιών αυτής της ηλικίας.

7. Βραβείο Εκδ. Οίκου ΠΑΤΑΚΗ, 300 Ευρώ σε βιβλία. Απονέμεται σε σχολικό έντυπο, περιοδικό ή εφημερίδα το οποίο εμφανίζει περιοδικότητα στη διάρκεια μιας σχολικής χρονιάς.

Παρακαλούνται οι συμμετέχοντες να αποστείλουν από 5 αντίτυπα τευχών της σχολικής περιόδου 2013-14 ή το αντίστοιχο περιεχόμενο σε 5 c.d.
Επιπλέον, στο διευρυμένο πλαίσιο των μαθητικών εντύπων, γίνονται δεκτά ημερολόγια και έντυπα που αποτυπώνουν μαθητικές δραστηριότητες (περιβαλλοντικά προγράμματα, αγωγή υγείας, ευρωπαϊκά προγράμματα κ.ά.)

8. Βραβείο ΤΑΤΙΑΝΑΣ ΣΤΑΥΡΟΥ, τιμητικό και όχι χρηματικό. Απονέμεται σε συγγραφείς για το σύνολο του έργου τους ή για τη συμβολή τους στην ανάπτυξη και προώθηση της λογοτεχνίας για παιδιά και νέους. Αθλοθέτες Νίκος Αδαμαντιάδης και Σμαράγδα Αδαμαντιάδη.


ΟΡΟΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ
1. Όλα τα έργα υποβάλλονται με ψευδώνυμο και σε πέντε αντίτυπα.
Επίσης πρέπει να είναι δακτυλογραφημένα με μέγεθος γραμμάτων 12.
Σε μικρότερο σφραγισμένο φάκελο αναγράφεται το πραγματικό όνομα, το τηλέφωνο το mail και η ταχυδρομική διεύθυνση του συγγραφέα.
Οι φάκελοι δεν ανοίγονται παρά μόνο σε περίπτωση διάκρισης του διαγωνιζομένου και τα αντίγραφα δεν επιστρέφονται.
Οι υπόλοιποι συμμετέχοντες παραμένουν άγνωστοι.
Τα έργα που θα σταλούν χωρίς να τηρούν  τους παραπάνω όρους της προκήρυξης δεν θα κριθούν.
Κάθε διαγωνιζόμενος έχει δικαίωμα συμμετοχής σε δύο διαφορετικές κατηγορίες, μόνο.
2. Στο φάκελο να αναγράφεται οπωσδήποτε σε ποιον διαγωνισμό και κατηγορία συμμετέχει ο/η υποψήφιος/α.
3. Οι βραβευμένοι υποχρεούνται να δώσουν για έκδοση το έργο τους στον εκδοτικό οίκο που αθλοθέτησε το βραβείο (αν ο αθλοθέτης είναι εκδότης).
4. Αποκλείονται από το διαγωνισμό όσοι έχουν ήδη βραβευτεί ή επαινεθεί τρεις φορές από την Γ.Λ.Σ. καθώς και εκείνοι που διακρίθηκαν για το ίδιο κείμενο σε άλλο διαγωνισμό
στην Ελλάδα ή στην Κύπρο.
5. Αποκλείονται επίσης, τα έργα των οποίων έχει προαναρτηθεί στο διαδίκτυο έστω και απόσπασμα ή οποιαδήποτε δήλωση ή πληροφορία που αίρει την ανωνυμία τους.
6. Τρία αντίτυπα των βραβευμένων βιβλίων, όταν εκδοθούν, πρέπει να στέλνονται στη Γ.Λ.Σ. για το αρχείο της.
7. Στις κατηγορίες μυθιστορήματος, η έκταση θα πρέπει να ανταποκρίνεται στα ζητούμενα από τον αντίστοιχο Αθλοθέτη.


ΠΡΟΘΕΣΜΙΑ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΕΡΓΩΝ
Παρακαλούνται οι συμμετέχοντες, να αποστείλουν τα έργα τους, από 1ηΣεπτεμβρίου έως 1η Οκτωβρίου 2013 και όχι κατά τους θερινούς μήνες.

Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να επικοινωνούν τηλεφωνικά στο 210 8223338 ή ηλεκτρονικά στη διεύθυνση womensliterarytam@gmail.com
Απαραίτητος όρος, τα κείμενα να μην σταλούν με ταχυμεταφορές ή συστημένα αλλά με απλό ταχυδρομείο.
Για την διασφάλιση των υποψηφίων, θα αναρτώνται σε ξεχωριστή σελίδα του blog κατά τακτά διαστήματα, οι τίτλοι των έργων που παραλαμβάνονται.
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ:
ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ
Μπουμπουλίνας 28, Τ.Κ. 10682 ΑΘΗΝΑ

Η απονομή των βραβείων θα πραγματοποιηθεί τον Δεκέμβριο του 2013, στη Στοά του Βιβλίου στην Αθήνα. Είσοδος ελεύθερη. Λεπτομέρειες θα αναρτηθούν στις αρχές Δεκεμβρίου, στη σελίδα μας: womensliteraryteam.blogspot.gr

Eyelands - 3oς Διεθνής Διαγωνισμός Διηγήματος 2013


(Προσοχή! Έχει χρηματική συνδρομή...)

H ιστοσελίδα Eyelands ανακοινώνει την έναρξη του τρίτου διεθνούς διαγωνισμού διηγήματος. Θέματα του διαγωνισμού για το 2013 θα είναι :«Όνειρο» και «Φυγή». Ο διαγωνισμός θα παραμείνει ανοιχτός  μέχρι και τις 20 Ιουλίου.  Γίνονται δεκτά διηγήματα στην ελληνική και την αγγλική γλώσσα. Το πρώτο βραβείο είναι αεροπορικά εισιτήρια από την Αθήνα για μια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα, με επιστροφή.

Ο ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΤΟΥ

1. Το θέμα του διαγωνισμού είναι: «Όνειρο» και «Φυγή». Οι διαγωνιζόμενοι συγγραφείς μπορούν να επιλέξουν ένα από τα δύο και να στείλουν ένα διήγημα (ή διηγήματα) μέχρι 2500 λέξεις.  Γίνονται δεκτά κείμενα στην ελληνική ή την αγγλική γλώσσα. Εννοείται ότι θέμα του διηγήματος δεν χρειάζεται να είναι σχετικό και με τα δύο προτεινόμενα αλλά μόνο με το ένα. Με τα δύο θέματα έχετε απλώς περισσότερες επιλογές.
2. Δεν υπάρχουν περιορισμοί εθνικότητος ή τόπου διαμονής του συγγραφέα. Αυτή τη χρονιά δεν θα υπάρχουν δύο τμήματα (ελληνικό και διεθνές) όπως πέρυσι αλλά μία διοργάνωση κοινή για Έλληνες και ξένους.
3. Η χρηματική συνδρομή για τη συμμετοχή είναι 10 ευρώ. Η πληρωμή γίνεται μέσω του paypal –από την αρχική σελίδα του eyelands ή με κατάθεση του ποσού σε τραπεζικό λογαριασμό 151-623018-06 (Εθνική Τράπεζα)
4. Τα διηγήματα δεν θα πρέπει να έχουν βραβευθεί σε άλλο λογοτεχνικό διαγωνισμό, να έχουν εκδοθεί ή να έχουν δημοσιευθεί σε βιβλίο ή έντυπο ή να έχουν αναρτηθεί στο διαδίκτυο.
5. Για το διήγημά σας μπορείτε να διαλέξετε οποιονδήποτε τίτλο εκτός από τους τίτλους των θεμάτων.
6. Για να είναι έγκυρη η συμμετοχή σας είναι απαραίτητο να δηλώσετε το ονοματεπώνυμό σας. Θεωρούμε επίσης ως ηλεκτρονική σας διεύθυνση εκείνη μέσω της οποίας στέλνετε τη συμμετοχή σας. Εάν αυτό δεν ισχύει πρέπει οπωσδήποτε να το δηλώνετε, προσθέτοντας ένα e-mail επικοινωνίας.
- Προσοχή: Δεν θα γίνουν δεκτές συμμετοχές σε μορφή χειρογράφου. Τα διηγήματα θα γίνονται δεκτά μόνο σε ηλεκτρονική μορφή που θα σταλεί στη διεύθυνση: info@eyelands.gr
Στο mail θα υπάρχει επισύναψη του κειμένου σε μορφή word. doc αλλά ΟΧΙ σε pdf.
Για κάθε συμμετοχή θα υπάρχει επιβεβαιωτική απάντηση με e-mail.
7. Συμμετοχές με ψευδώνυμο γίνονται δεκτές στην πρώτη φάση του διαγωνισμού. Μετά την ανακοίνωση των πρώτων αποτελεσμάτων όσοι έχουν προκριθεί στη μικρή λίστα θα πρέπει να μας στείλουν μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου ονοματεπώνυμο, διεύθυνση, τηλέφωνο και ένα σύντομο βιογραφικό. Σε περίπτωση που δεν γίνει επιβεβαίωση της ταυτότητας του διαγωνιζόμενου η συμμετοχή του θα θεωρηθεί άκυρη.
8. Στον διαγωνισμό δεν γίνονται δεκτά διηγήματα από τους βασικούς συνεργάτες της ιστοσελίδας που τα ονόματά τους εμφανίζονται στην ταυτότητα του eyelands. Δεν υπάρχει περιορισμός για όσους έχουν στείλει κατά καιρούς μία ή περισσότερες συνεργασίες τους στο eyelands.
9. Όριο ηλικίας για τη συμμετοχή στο διαγωνισμό είναι η συμπλήρωση του 18ου έτους του διαγωνιζόμενου την ημερομηνία έναρξης του διαγωνισμού.


ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΕΣ & ΒΡΑΒΕΙΑ & ΕΚΔΟΣΗ ΔΙΗΓΗΜΑΤΩΝ

- Ο διαγωνισμός θα ξεκινήσει την 20η Μαρτίου και θα ολοκληρωθεί στις 20 Ιουλίου 2013.
-  Η πρώτη επιλογή για τη μικρή λίστα θα ανακοινωθεί μέχρι την 20η  Σεπτεμβρίου 2013.
- Τα τελικά αποτελέσματα θα ανακοινωθούν μέχρι την 20η Οκτωβρίου 2012.
- Από τα διηγήματα που θα έρθουν στον διαγωνισμό ένας ορισμένος αριθμός, (ανάλογα με τις συμμετοχές) θα μπει στην μικρή λίστα (short list) των επιλογών και από αυτά θα κριθούν εκείνα που θα βραβευτούν και θα πάρουν τιμητική διάκριση.
- Θα υπάρχουν τρία βραβεία για τα τρία πρώτα διηγήματα. Οι τρεις πρώτοι νικητές θα κερδίσουν χειροποίητα ελληνικά εικαστικά κεραμικά από τη συλλογή της omodamos clayart
- Τα βραβεία αλλά και ένας αριθμός ακόμη διηγημάτων ανάλογα πάντα με τη βαθμολογία τους (μέχρι 25 διηγήματα συνολικά) θα συμπεριληφθούν στην έκδοση «Ιστορίες του Ονείρου και της Φυγής» που θα κυκλοφορήσει από το eyelands μέχρι το τέλος της χρονιάς.
- Όλοι οι συγγραφείς που τα διηγήματά τους θα συμπεριληφθούν στην έκδοση «Ιστορίες του Ονείρου και της Φυγής» θα παραλάβουν δωρεάν ένα βιβλίο.
- Σε όλους τους συγγραφείς που θα διακριθούν θα σταλεί σχετικό πιστοποιητικό.
- Τα βραβεία, τα πιστοποιητικά και τα αντίτυπα της συλλογής διηγημάτων θα σταλούν στους νικητές μέχρι το τέλος του 2013.
- Εκτός από τα διηγήματα που θα συμπεριληφθούν στη Μικρή Λίστα θα ανακοινωθεί και ένας αριθμός διηγημάτων (μέχρι 25) τα οποία θα αποτελούν την επιλογή eyelands και θα αναρτηθούν στην ιστοσελίδα www.eyelands.gr

ΒΡΑΒΕΙΑ

Το πρώτο βραβείο για τον νικητή (νικήτρια) του διαγωνισμού είναι δωρεάν αεροπορικά εισιτήρια προς (ή από) οποιαδήποτε από τις παρακάτω 20 ευρωπαϊκές πόλεις, με επιστροφή.
Άμστερνταμ, Βαρκελώνη, Βαρσοβία, Βελιγράδι, Βερολίνο, Βιέννη, Βουδαπέστη, Βρυξέλλες, Γενεύη, Κοπεγχάγη, Λάρνακα, Λισσαβόνα, Μαδρίτη, Μάντσεστερ, Μιλάνο, Παρίσι, Πράγα, Ρώμη, Σόφια,  Στοκχόλμη.
Τα εισιτήρια θα εκδοθούν στο όνομα του νικητή για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα θέλει μέσα στο 2014 από τις 20 Ιανουαρίου μέχρι τις 20 Οκτωβρίου (με την εξαίρεση της χρονικής περιόδου μεταξύ 15 Ιουλίου και 20 Αυγούστου 2014). Ο νικητής θα πρέπει να μας γνωστοποιήσει την ημερομηνία που επιθυμεί σχετικά με το ταξίδι μέχρι το τέλος του 2013.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ, ΕΚΔΟΣΗ & ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

- Η συμμετοχή στο διαγωνισμό συνεπάγεται και την αποδοχή των κανόνων του.
- Τα πνευματικά δικαιώματα των διηγημάτων παραμένουν στους συγγραφείς.
- Η ιστοσελίδα διατηρεί το δικαίωμα να αναρτήσει τα διηγήματα που βραβεύτηκαν ή διακρίθηκαν και να εκδώσει το βιβλίο με τα διηγήματα που θα επιλεγούν.
- Η δημοσίευση των διηγημάτων που διακρίθηκαν θα γίνει στην ιστοσελίδα: www.eyelands.gr  από τον Οκτώβριο του 2013 μέχρι τον Ιούνιο του 2014.
- Η έκδοση με τα διηγήματα που διακρίθηκαν θα κυκλοφορήσει μέχρι το τέλος του έτους 2013. Κάθε συγγραφέας του οποίου το διήγημα θα συμπεριληφθεί στο βιβλίο δικαιούται ένα αντίτυπο δωρεάν. Κάθε συγγραφέας είναι ελεύθερος να δημοσιεύσει όπου εκείνος θέλει το διήγημά του μετά την 1η Ιουνίου 2014.


* Οι όροι συμμετοχής στο διαγωνισμό δημοσιεύονται και στην αγγλική γλώσσα στην ενότητα Storyland/ short stories της ιστοσελίδας. Η συμμετοχή στο διεθνές τμήμα είναι ανοιχτή σε κάθε συγγραφέα ανεξαρτήτως υπηκοότητας αρκεί να τηρήσει τους όρους συμμετοχής.

- Η επιλογή των διηγημάτων για την μικρή λίστα και τις βραβεία θα γίνει από επιτροπή συγγραφέων που ανήκουν στην ομάδα του eyelands.

Πέμπτη, 16 Μαΐου 2013

Μπούμη - Παπά Ρ. - Λαθραίο Ταξίδι



Διάλεξα- επίτηδες- ένα διήγημα της Ρίτας Μπούμη - Παπά, διότι πολλά από τα ποιήματά της  λογοκρίθηκαν και μεταλλάχθηκαν αισχρά.




***



ΛΑΘΡΑΙΟ ΤΑΞΙΔΙ

Τα ’χε  ρίξει ο καπετάνιος μες στ’ αμπάρι του καϊκιού που σε λίγο θα ’φευγε για τον Περαία κι απάνω τους άδεια τσουβάλια και σκοινιά. Τους είπε:
- Μη σαλέψετε ίσαμε που θα σας φωνάξω εγώ.
Χτυπούσε βροντερά η καρδιά τους σαν ένα ρολόι δίδυμο, κουλουριασμένα καθώς ήταν σφιχτά μες στην κρυψώνα τους. Η ανάσα τους πνιγόταν απ’ τη βρόμα του κατραμιού, της καραβίλας και σφίγγονταν όλο και πιο πολύ σαν ζώα φοβισμένα.
Αργούσε ο Ιταλός για το κοντρόλ κι απάνω στην κουβέρτα βαρυγκωμούσαν οι ναύτες άπραγοι, γιατί ήταν όλα για σαλπάρισμα έτοιμα. Η μια γούμενα λυμένη από τον κάβο. Μα ο Ιταλός γλυκοσάλιαζε στο μουράγιο με γυναίκα.
Καμιά φορά μπήκε μέσα με δυο φαντάρους της φινάντζας κι έκανε μια ψευτοέρευνα στο σκάφος. Κατέβηκαν και στ’ αμπάρι. Λίγο αν πρόσεχαν στο βάθος, θα ’βλεπαν πως ο σωρός με τα τσουβάλια σπάραζε.
Σφύριξε ο καπετάνιος κι έβαλε μπρος η μηχανή. Βρόμισε η θάλασσα πετρέλαιο. Ξεκόλλησε το σκαρί απ’ τη στεριά μόλις τ’ αφαλοκόψανε κι από το δεύτερο κάβο.
Η στεριά κουνήθηκε, καθώς το καράβι γύρισε το τσιμπούκι του κατά τη μπούκα του λιμανιού. Πίσω του λίγα μέτρα, κοιτούσε η Σύρα το τραμπάκουλο να φεύγει. Το κοίταζε απελπισμένη, με τα σπίτια της γκρεμισμένα από τις μπόμπες, με τ’ ανθρωπολόι της δεκατισμένο απ’ το θανατικό της πείνας, πληγιασμένο απ’ την ψώρα, γεμάτη μνήματα και φριχτό πόνο. Από κάθε φαμίλια λείπανε δυο τρεις κι άλλοι ’τοιμάζονταν για το κρύο ταξίδι.
Λίγοι μονάχα δεν είχανε πρηστεί και πληγιάσει μες στον τόπο. Οι καταχτητές κι οι αφεντάδες. Αυτοί τρώγαν σαν πρώτα. Με πιατικά, πετσέτες και μαχαιροπήρουνα.
Έσκυψε ο καπετάνιος απ’ την μπουκαπόρτα κι έμπηξε μια φωνάρα.
- Σηκωθείτε, ρε μασκαράδες, κοιμηθήκατε;
Σαλέψανε δισταχτικά τα σακιά και πάλι φοβισμένα πήξανε.
Γέλασε ο καπετάνιος.
- Ρε Αγάπιε, πάρε το Λουκή κι ελάτε πάνω να καμαρώσετε την ψωροσύρα σας!
Τότε και μόνο ανοίξανε τα τσουβάλια και δυο παιδικά κεφάλια με μακριά μαλλιά προβάλανε λακκουβωμένα. Το ένα ίσαμε δεκατέσσερω χρονώ, το άλλο καμιά δεκαριά. Ο Αγάπιος, ξανθό και κίτρινο σαν κεχλιμπάρι, με δυο μπλε μάτια ντιπ λουλάκι, βαθουλωμένα τριχιασμένα μάγουλα, καντηλιασμένα τα κουκουλόματά του. Δόντια μακριά παράξενα, δίχως γούλια, θαρρείς γελούσε στις νεκροκεφαλές. Σηκώθηκε πρώτος μες στ’ απερίγραφτα κουρέλια του και βοηθάει και το Λουκή να ξεπροβάλλει απ’ την κρυψώνα.
Μαυριδερό αυτό, με σκασμένο και μπυασμένο πετσί, με κάτι μάτια σαν πηγάδια, χωσμένο μέσα σ’ ένα αντρίκιο πανταλόνι, που του ’φτανε μέχρι το λαιμό. Χτύπησε μια δυο φορές τα τσίνορα και πήγε πίσω απ’ τον αδερφό του.
Ο καπετάνιος αγκάλιασε τα παιδιά με τη χερούκλα του, έβηξε ψεύτικα μ’ ένα συγκινημένο μουγκρητό και τα ’σπρωξε στην πρύμη.
- Κοιτάξτε την ψωροσύρα σας, γιατί μπορεί να μην την ξαναδείτε.
Ο Αγάπιος πήρε το Λουκή και προχωρήσαν. Καθίσαν στην κουλουριασμένη γούμενα και στύλωσαν τα μάτια τους στη Σύρα. Μάκραινε, μάκραινε με τα καμπαναριά της και τα σπίτια της, σα να ’τανε ψέμα η ύπαρξή της, μια πολιτεία από καρτόνι.
- Βρε, κλαις; φωνάζει ο κάπτα-Φώτης στον Αγάπιο, που παραμόνευε τα δυο παιδιά από την κουπαστή.
Ο Αγάπιος ντροπιάστηκε, σαν να τον τσάκωσαν να κλέβει και σφούγγισε τα μάτια του στην ψειριασμένη του μανίκα. Έβηξε πάλι ο καπετάνιος μουγκριστά και το ’ριξε στ’ αστείο.
- Στάσου, κερατά, να γυρίσω το καράβι να σας αδειάσω πίσω!
Χαμογελάσαν τα παιδιά, έφεξε η μούρη τους και σφίχτηκαν το ένα στ’ άλλο.
Έτσι μπλεγμένα σαν μια θελιά σκοινί, κοιτούσανε τη Σύρα που χανόταν. Ο Αγάπιος κατάπινε το σάλιο του, να μην πνιγεί. Ένα καρύδι σφήνωσε στο λαιμό του κι ούτε πάνω να πάει μήτε κάτω. Ένιωθε πως ένα κλάμα βροντερό θα το ’λιωνε, μα σφίγγονταν πολύ να μη ρεζιλευτεί. Κορίτσι ήταν; Κι ύστερα ο Λουκής ήταν έτοιμος ν’ ανοίξει την κάνουλα, όπως του λέγανε κοροϊδευτικά, γιατί ήτανε κλαψιάρης.
Στριμώχνονταν μ’ εμπιστοσύνη στον Αγάπιο, που ’ταν ψηλός και του κουβέντιαζε κι ο καπετάνιος. Δεν τον πείραζε που ταξίδευε. Το γκρίζο νερό – τόσο νερό πού βρίσκονταν; - πρώτη βολά το πέρναγε και τ’ αψηφούσε. Κρατούσε του αδερφού του το χέρι κι ήταν ήσυχος. Ήξερε πως πάνε στον Περαία να γλιτώσουν, κατά πώς τους παράγγειλε η μάνα τους πεθαίνοντας. Στον Περαία, που ζυμώνουν άσπρες φραντζόλες και κουλούρες κι είναι χιλιάδες φούρνοι που ψένουνε ψωμιά!
Στάθηκαν πρόθυμα να τους βάλουν τα σωσίβια. Ζώστηκαν μια χαρά τα σκοινιά τους. Κι ο Αγάπιος ’ξηγούσε στο Λουκή πως ήταν δυνατό να τους βαρέσει υποβρύχιο εγγλέζικο ή αερόπλανο και τότε ευτύς θα πέφτανε στη θάλασσα για να σωθούνε.
Κι επειδή απορούσε ο μικρός, συμπλήρωνε ο μεγάλος ψιθυριστά στ’ αυτί του.
- Γιατί το καΐκι περετάει το Γερμανό. Κατάλαβες;
Κουνούσε το κεφάλι ο Λουκής κι άφηνε να του δέσει τα σκοινιά καλά ο αδερφός του, με πολλούς κόμπους, ώσπου οι φελλοί σφίξαν τα παΐδια του σαν κορσές.
Καθόνταν εκεί δα και τήραγαν σαν ζώα. Δίχως να τ’ ομολογήσουν τα ίδια πράματα συλλογιζόντανε κι οι δυο. Αερόπλανα, υποβρύχια, σκυλόψαρα, πείνα, καρβέλια άσπρα φουσκωτά, μια πολιτεία με καλούς ανθρώπους.
Ας έχει χρόνια ο καπετάνιος, που ’δε τη δυστυχία του σπιτιού τους. Στα χρόνια τα παλιά, τριάντα χρόνια και βάλε, πηγαίναν στο ίδιο σκολειό με τη συχωρεμένη μάνα τους. Επαίζανε μαζί στη γειτονιά τσιλίπουρδο. Ψέλναν το βράδυ κάτω απ’ το λεχτρικό του σοκακιού τετραφωνία «ο μονογενής υιός και λόγος του Θεού», όλα τα παιδιά της γειτονιάς. Κι είχε η Βγενιά η συχωρεμένη μια φωνή σαν φλάουτο. Έτσι τα λέει ο κάπτα-Φώτης και να τον δεις, αναστενάζει μ’ αυτά τα μακρινά πράματα. Πώς να της αρνηθεί να ταξιδέψει λαθραία τα παιδιά της;
Συλλογιόνταν και τα δυο όσα είχαν δει κι ακούσει. Ζεματιστές εικόνες, κουβέντες σουβλερές σαν μακριές βελόνες τους πονούσαν. Μπαινόβγαινε ο πόνος στα κουρέλια τους, τρύπωνε στα σκέλεθρά τους, ψαχούλευε την καρδούλα της για να τη δαγκώσει.
Σε τριάντα εφτά μέρες τρεις. Ο πατέρας, η μάνα κι η αδερφή. Αράδα με την ηλικία. Ο πατέρας σαν πιο μεγάλος πήγε πρώτος. Κάθε μεγαλύτερος ένιωθε χρέος να προστατέψει τους μικρότερους, να δώσει τη μισή μπουκιά του. Γι’ αυτό έμειναν οι δυο μικροί στερνά. Φάγανε κάνα ψίχουλο παραπανίσιο.
Τον πατέρα τον βάλαμε σε μια πόρτα και τον πήγαμε δίχως παπά στο χωράφι. Εκεί τον παρατήσαμε ίσαμε να ’ρθει η σειρά του. Γιατί ήταν πολλοί που περιμένανε χώμα από τρεις μέρες. Τη μάνα τη φορτώσαμε στο άλλο φύλλο της πόρτας, ίσα ίσα την έπαιρνε ξαπλωτή, ενώ του πατέρα κρέμονταν τα πόδια, γιατί τ’ αψηλό του μπόι περίσσευε. Βοήθησαν κι οι γειτόνοι να τους πάμε. Ήτανε μερικοί γεροί που καλοστέκονταν ακόμα. Η μάνα δεν ήθελε να πάει άψαλτη, μας το ’λεγε. Γι’ αυτό σαν πέρασε η συνοδεία των πεθαμένων απ’ τη γειτονιά, τρέξαμε και κολλήσαμε και τη δική μας πεθαμένη στην ουρά της πολυάνθρωπης κηδείας. Δεκαοχτώ κείνη τη μέρα. Περνούσε η μαύρη συνοδειά μ’ ένα σταυρό και τον  παπά μπαϊλντισμένο, χωνόταν μες στις συνοικίες, βαρούσε η ενορίτικη καμπάνα κι όποιος είχε λείψανο έτρεχε να το βάλει στη γραμμή, γιατί δεν καρτερούσε ο παπάς. Αν λάχαινε σπιτικό να ’χει δυο νεκρούς, ήταν διπλός ο κόπος κι η βιασύνη μεγαλύτερη, για να μη μείνει άψαλτος κανένας και πάει με το παράπονο.
Την αδερφή την πήγε ο Αγάπιος με δυο συμμαθητές του συνομήλικους. Ήταν αλαφριά σαν μια τρυγόνα. Δεκάξι χρονώ, μα ζύγιζε πιο λίγο απ’ το Λουκή, που ’τρεχε πίσω κι έκλαιγε σαν τσίχλα. Είχανε λιώσει τ’ άντερά της. Τα ’δαμε σε μια τσανάκα σαν τα ’κανε. Ο Αγάπιος πήγε και τα ’χυσε στον απόπατο. Βλέπεις η βλογημένη έτρωγε τα φύλλα της μουριάς. Και σαν δε φτάναν τα κουράγια της να κόψει μοναχή της, έγνεφε στον Αγάπιο με κείνα της τα μάτια. Αχ!
- Τώρα δεν είναι άγγελος το Κατερινάκι μας, Αγάπιε; λέει ξαφνικά ο Λουκής και τραβάει τον αδερφό του απ’ το μανίκι.
Αυτός σηκώνει το κεφάλι κατά το σκούρο ουρανό, θαρρείς για να ρωτήσει κάποιο μεγαλύτερο. Απορεί. Τα ίδια συλλογίζονταν κι ο μικρός όλη την ώρα τούτη που σωπαίναν.
- Βέβαια, άγγελος. Σάμπως πρόφτασε να μεγαλώσει;
- Κι η μαμά, δε θα χαίρεται που πάμε στον Περαία, κατά πώς ήθελε;
Και σπαρταράει σαν βέργα ο Λουκής.
Ξανασωπαίνουν τρυφερά.
Για την Κατερινούλα δε θα βρίσκονταν σανίδι. Πόρτες παράθυρα τα ’χαμε πουλήσει. Το πάτωμα το ίδιο. Δυο δοκάρια τα δώσαμε κι αυτά. Καστανιές γερές. Έπεσε τότε η στέγη σε δυο μεριές. Τρύπωσε ο ουρανός μες στο σπίτι. Όλα τα ’χαμε πουλήσει και μείνανε τα ξύλα τελευταία. Περνούσαν οι αγοραστές με λίγο καλαμποκίσιο αλεύρι. Και τα ’παιρναν. Κάρβουνο δράμι δεν ύπαρχε στον τόπο. Κι οι πλούσιοι που ’χανε τζάκια και σόμπες τ’ αγόραζαν όσο όσο. Γι’ αυτό, για το Κατερινάκι δε βρέθηκε τίποτα. Την τύλιξε ο νεκροθάφτης σφιχτά σφιχτά στο φουστανάκι της.
Σαν γυρίσαμε σπίτι, στον τόπο που πλάγιαζε μ’ ένα τσόλι, ήτανε αίματα, ξανθά αποχτενίδια, ήθελε σώνει και καλά να χτενιστεί κείνη τη μέρα, κι ένα χαρούπι δαγκαμένο.
Τώρα όλοι αυτοί κοιμούνται δίχως σταυρό, μαζί με χιλιάδες άλλους, κει πέρα στα χωράφια της Φλέβας, που επίταξε ο δήμαρχος σαν ξεχειλίσαν τα νεκροταφεία. Κι εμείς φεύγομε για να σωθούμε…
Το καΐκι κουνιέται. Βλέπεις τα ξάρτια του να κάνουνε τραμπάλα. Να τρίζουνε οι αρμοί του, να βογκάν οι μακαράδες στ’ άλμπουρα. Πίσω στο σκοτεινό νερό η πρύμη του αφήνει έν’ ασπριδερό αυλάκι, σαν την ουρά του χαρταετού, σγουρή και παιχνιδιάρα.
Να τονε πάλι ο κάπτα-Φώτης. Κρατάει μια πήλινη γαβάθα που αχνίζει. Κι άσπρο ψωμί γερμανικό. Και δυο κουτάλια. Μονάχα τότες τα παιδιά γυρίσανε τη ράχη τους στη Σύρα και γούρλωσαν τα μάτια τους με σάστιση στον καπετάνιο.
Σάλιο ζεστό κύλισε μέσα απ’ τα γούλια τους ευτύς και γέμισε το στόμα τους άγριο πόθο.
- Να μη μαλώσετε στη μοιρασιά, αρακοτάγκοι!
Γελάει πάλι ο καραβοκύρης, που τα βλέπει. Μα κάτι γέλια αλλιώτικα, πλατιά, μεγάλα κι αγριωπά σαν και τη θάλασσα.
Ο Αγάπιος βάλθηκε να ταΐζει σαν μωρό τον αδερφό του. Τα ’χε χάσει.
- Εσύ, ρε χάνο, δε θα φας;
- Ύστερα εγώ· λέει ντροπιασμένος απ’ τα χάχανα του καπετάνιου, ο Αγάπιος.
Σε λίγη ώρα νύχτωσε. Μπότζι γερό. Οι μούτσοι μίλαγαν για Καβοντόρο. Σκοτάδι πίσσα. Ούτε τσιγάρο στην κουβέρτα. Πώς βλέπουνε το δρόμο του Περαία; Σκεφτόνταν τα παιδιά. Ο Λουκής κοιμήθηκε με την κούνια και την απόλαψη της αρακόσουπας. Τον είχε καλά σκεπάσει ο μεγάλος μ’ ένα φλόκο και τσουβάλια. Τον κράταγε στην αγκαλιά και ζεσταινόταν και τα δυο.
Ο μεγάλος δε νύσταζε. Κοίταζε το σοροκοδιασμένο πέλαγο. Μα τι να ξεχωρίσει στο σκοτάδι; Συννεφιά πηχτή. Εκεί που πρόβελνε ένα αστράκι και φουρφούριζε η ψυχή του, εκεί χανόταν, σαν να τον κορόιδευε. Κάθε χαρά απαγορεμένη. Του ’ρχότανε να κλάψει. Κι ήταν ευκαιρία τώρα που κοιμόνταν ο Λουκής Μα αν τον ξυπνούσε κι άνοιγε την κάνουλα; Δάγκωνε τα χείλια του κι έστελνε το νου του να βοσκήσει αλλού, για να μερώσει.
Σφύριξε ο καπετάνιος μια φορά. Α, ναι, η σφυρίχτρα του. Είχε κι ο Αγάπιος μια. Σφυρούσε με τέσσερις φωνές. Είχε ροδίτσα μέσα και μια χάντρα πράσινη. Του την είχε φέρει ο νουνός του πριν τον πόλεμο απ’ το Κάρντιφ. Την έδωκε σ’ ένα παιδί για ένα μπισκότο. Το πήγε στο Κατερινάκι ξαφνικά. Θε μου, πόσο όμορφη έγινε! Αστράψανε τα γαλανά της μάτια, παίξαν τα χείλια της, σπαρτάρησε ο λαιμός της. Έφεξε το χλωμό μούτρο της. Και κείνα τα σκαλωτά χρυσά μαλλιά της πως τα  τάναξε έτσι, σε μια κυρία!
Μα πάλι για τους αποθαμένους;
Όλα τα πράματα μαζί τους μπερδευόνταν. Δεμένος ήταν με θελιές και δεν μπόρειε να ξεφύγει.
Άλλες σφυριές απανωτές ο καπετάνιος.
- Αεροπλάνο!
Τι ραβαΐσι μέσα στο καΐκι. Τρέχουν οι μούτσοι στο σκοτάδι. Από το νότο ένα φωσάκι κόκκινο, μια κολοφωτιά, ερχόνταν κατά πάνω. Βούιζε σα μια μύγα καταμεσήμερο καλοκαιριού.
- Αν ρίξει βεγγάλα γράψε αλίμονο! φωνάζει ο καπετάνιος και γελάει μέσα στη νύχτα, χα, χα, χα!
Ο Αγάπιος σφίγγει το Λουκή και στήνονται ορθά τ’ αυτιά του στο σκοτάδι. Χτυπά η καρδιά του δυνατά και γλήγορα. Ο βόμβος πληθαίνει. Ανατριχιάζει σύγκορμος.
- Είναι δυο τρία, λέει ο καπετάνιος.
Περνούνε κάτι στιγμές επίσημες και κρύες. Η μηχανή έχει σταματήσει. Η άσπρη κορδέλα τ’ αυλακιού που μπορούσε να τους προδώσει με το φέγγρισμά της έσβησε. Τι ησυχία. Το καΐκι κρατάει την ανάσα του μέσα στον πόντο. Οι έλικες των αεροπλάνων γεμίζουν τώρα τη σιγαλιά, καθώς περνάνε πάνωθε. Περνάν και παν κατά τη Σύρα ν’ αδειάσουνε τις μπόμπες στο κουφάρι της.
Ξαλαφρωμός. Μακραίνουν. Βάζει μπροστά και πάλι η μηχανή.
Μείναν τα νευρικά δάχτυλα του Αγάπιου να πασπατεύουν το σωσίβιο του Λουκή. Να ψάχνουν τους κόμπους των σκοινιών του. Ήθελε να βεβαιωθεί πως δεν είχανε λύσει.
Πάλι ησυχία.
Κι η μηχανή ολοταχώς· για τον Περαία.