Χαιρετώ τους φίλους της λογοτεχνίας, τους μισαλλόδοξους αγωνιστές, τα κακοπαθημένα νιάτα, τα άκρατα ορμώμενα ανθρωπάρια, τους κομπάρσους και πρωταγωνιστές της καθημερινότητας, τα βιολοντσέλα του έρωτος, τους πιστούς και άθρησκους, τις φιλήσυχες πέτρες, τους γνώστες του τίποτα, τους αποτυχημένους της δόξας, χαιρετώ αυτούς που έρπουν, τους ακρωτηριασμένους, τις μηδείες και τους γέροντες, τους αποκρυφιστές του χάους, τα σακάτικα βλήματα, τα τελώνια, τα ξορκισμένα αγγίγματα -
χαιρετώ... εσάς

Πέμπτη, 25 Σεπτεμβρίου 2014

Βook Bazaar στο Floral




Η νέα σεζόν ξεκινά με μια μεγάλη ανανέωση τίτλων στα ράφια του βιβλιοπωλείου του Floral. Μια μεγάλη ποικιλία βιβλίων για μικρούς και μεγάλους σε ασυναγώνιστες τιμές που ξεκινούν από 1 €, θα ικανοποιήσει και τους πιο απαιτητικούς αναγνώστες. Θα βρούμε τίτλους κλασικής λογοτεχνίας και νομπελίστες, πολιτικά δοκίμια, λογοτεχνία τρόμου και φαντασίας, αστυνομικά μυθιστορήματα, ταξιδιωτικούς οδηγούς, φωτογραφικά λευκώματα, μουσικές βιογραφίες, βιβλία μαγειρικής και τέχνης, παιδικά, οδηγούς για το ευ ζην, και όλο τον κατάλογο από τις εκδόσεις Οξύ.

Διεύθυνση: Θεμιστοκλέους 80 Τηλέφωνο: 2103800070
Δευτέρα έως Παρασκευή: 12:00 με 20:00
Σάββατο: 12:00 με 18:00
Από 15 Σεπτεμβρίου 2014

Δευτέρα, 22 Σεπτεμβρίου 2014

Κ. Ρέξροθ - Ου Φονεύσεις (ΙΙ)



Ο Κένεθ Ρέξροθ, ένας από τους πρωτεργάτες της δημιουργίας της σκηνής του Σαν Φρανσίσκο (Αναγέννησης του Σαν Φρανσίσκο), στο εξαιρετικό δεύτερο μέρος του μακροσκελούς ποιήματος "Ου Φονεύσεις". 



ΙΙ

Τι συνέβη στο Ρόμπινσον
που συνήθιζε να τρεκλίζει κάτω στην 8η λεωφόρο
με οχτάρια πίνοντας μοναχικό τζιν;
Πού είναι ο Μάστερς, που έσκυβε πάνω από το
δικηγορικό γραφείο του για καταστροφικές δεκαετίες;
Πού είναι ο Λέοναρντ που νόμιζε πως ήταν
ατμομηχανή; Και ο Λίνσεη,
σοφός σαν κύκνος, αθώος
σαν ερπετό, πού είναι;
///////Δειλία θανάτου επέπεσεν επ' εμέ.

Τι απέγινε ο Τζιμ Όπενχαιμ;
Η Λόλα Ριτζ, μόνη σε ένα
κρύο επιπλωμένο δωμάτιο; ο Όρικ Τζονς
που πηδούσε στο σερφ πάνω στο
ένα του πόδι; Η Ελάινορ Γουίλι
που χοροπηδούσε σαν τον Κίρκεγκααρντ;
Η Σάρα Τίσντεηλ, πού είναι;
///////Δειλία θανάτου επέπεσεν επ' εμέ.

Πού είναι ο Τζωρτζ Στέρλινγκ, αυτό το ακίνδυνο ελαφάκι;
O Φελπς Πούτναμ που το ΄σκασε κρυφά;
O Τζακ Γουίλραϊτ που δεν κατάφερε να περάσει τη γέφυρα;
Ο Ντόναλντ Έβανς με το μπαστούνι και
το μονογυάλι, πού είναι;
///////Δειλία θανάτου επέπεσεν επ' εμέ.

O Τζων Γκουλντ Φλέτσερ που δε μπορούσε
να μη ραγίσει τη δυνατή καρδιά του;
Ο Μπόντενχαϊμ που σφάχτηκε μέσα σε βρωμερή
εξαθλίωση; Η Έντνα Μίλεϋ που παρήγγειλε
το τελευταίο της σκέτο ουίσκυ; Η Τζένεβιβ
που αγαπούσε τόσο πολύ, πού είναι;
///////Δειλία θανάτου επέπεσεν επ' εμέ.

Ο Χάρρυ που δεν έδινε δεκάρα;
Ο Χαρτ που γύρισε πίσω στη θάλασσα;
///////Δειλία θανάτου επέπεσεν επ' εμέ.

Πού είναι ο Σολ Φάναροφ;
Τι συνέβη στον Πόταμκιν;
Στον Ίσιντορ Σνάιντερ; Την Κλοντ ΜακΚέι;
Στην Κάουντυ Κάλεν; Στην Κλάρενς Γουάινστοκ;
Ποιος τους ξαναφέρνει σήμερα στη ζωή;
///////Δειλία θανάτου επέπεσεν επ' εμέ.

Πού είναι ο Έζρα, αυτός ο φασαριόζος τύπος;
Πού είναι ο Λάρσον που τα ποιήματά του ήταν σαν προσευχές;
Πού είναι ο Τσαρλς Σνάιντερ, αυτό το ευγενικό
πεισματάρικο αγόρι;
Τι απέγινε;
Η Κάρολ που ήταν τόσο όμορφη, πού είναι;
///////Δειλία θανάτου επέπεσεν επ' εμέ.


Κυριακή, 21 Σεπτεμβρίου 2014

Ο Allen Ginsberg περί Γυμνού Γεύματος



Απόγευμα στη Ταγγέρη, καφενείο του Αχμέτ εκεί ήταν που τον είδα για πρώτη φορά, ξερακιανός σιωπηρός, δυσοίωνη αύρα ενός ακοίμητου στοχαστή έτοιμου για όλα, και τα μάτια του; ξεχασμένα πίσω από ένα ζευγάρι γυαλιά με κοκάλινο σκελετό να αντανακλούν τη διεφθαρμένη ραθυμία του καφενείου, οι σκιές σα στιλέτα παραμόνευαν στη γωνία…Το δωμάτιο ήταν γεμάτο από πεταμένες εδώ και εκεί  χρησιμοποιημένες σύριγγες , το γραφομηχανές, σαρανταποδαρούσες που έτρεξαν και κρύφτηκαν τρομαγμένες πίσω από το στερεωμένο νιπτήρα της κουζίνας-μυρωδιά ονείρου έχει ποτίσει το κάθε τετραγωνικό χιλιοστό του δωματίου…η πρώτη φορά που τον επισκέφτηκα και όχι η τελευταία ακολουθώντας πάντα κατά ένα λιγότερο βήμα τις κινήσεις του στο κόσμο-αυτή η η παρακολούθηση τον διασκέδαζε, έκανε κατά ένα υποκριτικό τρόπο τις εφιαλτικές υποψίες του περί απόλυτου ελέγχου, παρακολουθήσεις επί εικοσιτετραώρου βάσεως αληθινές-το παρατσούκλι που μου είχε δώσει ήταν «Δικαίωση» και πρέπει να πω ότι τον ρόλο μου τον έπαιξα όσο καλύτερα γινόταν…Παρίσι, Νέα Υόρκη, διέτρεξα όλη την Αμερική στο κατόπι του, κρυμμένος πίσω από την ταυτότητα ενός παρασιτικού πράκτορα της υπηρεσίας δίωξης ναρκωτικών- ο ίδιος με είχε προμηθεύσει με την ταυτότητα μα ποτέ δεν μου είπε που την βρήκε, μόνο χαμογέλασε  με εσωστρέφεια(μικρό ξερό γέλιο που απευθυνόταν πιο πολύ στο κατόρθωμα του)…τώρα που το καλοσκέφτομαι ποτέ δεν αλλάξαμε πάνω από δύο-τρεις φράσεις μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια-ήταν πάντα οι ίδιες μονότονες, μονοφωνικές φράσεις που χρησιμοποιούσαμε σα χαιρετισμό βεβαιώνοντας ο ένας τον άλλο ότι αναγνωρίζαμε την κοινή μας συνύπαρξη στο χώρο… δύο-τρεις φράσεις που από την πολύ τους χρήση είχαν αποκωδικοποιηθεί, διαστραφεί, μπλεχτεί σ’ ένα Γόρδιο Δεσμό μεταξύ τους, στερημένες νοήματος είχαν μεταμορφωθεί σε όλα τα πιθανά νοήματα, σε όλα τα απίθανα με μιας…ήταν απλοί ήχοι πλέον, χωρίς αρχή, τέλος και ήταν ο καθένας μας υπεύθυνος για την ερμηνεία τους (σωστή, λάθος; αυτό δεν ήταν κάτι που ίσχυε)…είχαν μεταμορφωθεί σε ένα είδος ηχητικών ιδεογραμμάτων – υποδήλωναν καταστάσεις χωρίς να τους δίνουν όνομα, μέγεθος, ιδιαίτερα χαρακτηριστικά δίνοντας τους έτσι την απελευθέρωση…ήταν μια συνειδητή προσπάθεια παραβίασης της αυστηρής λογικής πορείας της «Εξέλιξης», αναίρεση της τυραννίας του λόγου που σαν Ιός προσβάλλει τη συνείδηση και την αναδομεί σε μικρά ασφυκτικά διαμερίσματα που ζέχνουν απομόνωση, αποξένωση και απολιθωμένο ιδρώτα…

Έναν τρόπο άμεσης επικοινωνίας μέσα από ατόφιες εικόνες ζωντανές καθάριες πέρα από τον Ιό της γλωσσικής επικοινωνίας: Λέω μια λέξη και αμέσως η λέξη αυτή έρχεται και εισβάλει μέσα στο υποσυνείδητό σου , το προσβάλλει σα ξενιστής και μετά είναι σχεδόν αδύνατη η ίαση-αυτό είναι που ζητούσαμε ,επιστροφή στον άναρθρο λόγο, στο λόγο που περιέχει εικόνες όχι επεξηγήσεις και που λυτρώνει, Δε σκλαβώνει…Αργότερα ενώ εκείνος είχε εγκατασταθεί πίσω στο St.Louis του Missouri και εγώ συνέχιζα τα ταξίδια μου στο κόσμο του έστελνα κιλά εφημερίδων από τις χώρες που επισκεπτόμουν , κάτι που τον διασκέδαζε αφάνταστα επιτρέποντας του να φτιάχνει τα φανταστικά ενορατικά κολάζ του χρησιμοποιώντας περισσότερες από μια γλώσσες σπάζοντας ακόμα πιο πολύ την τεχνητή κατευθυνόμενη κρούστα της επιφανειακής επικοινωνίας… Είναι κρίμα τώρα που το σκέφτομαι, πέντε χρόνια μετά το θάνατό του, που έχασε την ευκαιρία να δει την ύψιστη διαστροφή της γλώσσας από τους αγαπημένους του πολιτικούς – να εφευρίσκουν διαρκώς νέες λέξεις, φράσεις, ορολογία ως μέσον παραπληροφόρησης, κουμφούζιου και τελικά δικαιολόγησης των αιμοδιψών τους εθισμών, Παράπλευρες απώλειες, Προληπτικός Πόλεμος! Σίγουρα θα γελούσε ακούγοντάς τα … ο λόγος που εξηγεί και εφόσον υπάρχει εξήγηση υπάρχει δικαιολόγηση, τίποτα Δε φαίνεται πια παράλογο, βίαιο, προϊόν ανεγκέφαλων ακέφαλων μαριονετών, όλα κατανοούνται υπό το λεκτικό πρίσμα ακόμα και η άσκοπη Βία…ο έλεγχος , ο λόγος ως φορείς του Ιού της ψυχής ήταν οι στόχοι των τυχαίων κολάζ-που ο ίδιος πίστευε ότι καθώς τίποτα δεν είναι τυχαίο μπορείς μέσα από αυτό το ‘τυχαίο’ να διαρρήξεις την λογική του χρόνου, να ταξιδέψεις μέσα του και να προβλέψεις το μέλλον-η αυστηρή γραμμική πορεία του χρόνου καταργείται οπότε ο ορίζοντας αναδύεται από την πηχτή ομίχλη της συστηματικής λογικής, αποκτά την πραγματική του άχρονη ταυτότητα…

Είναι πολλά αυτά που θα μπορούσα να θυμηθώ για τον Μπιλλ, επεισόδια αστρικών διακτινισμών, Μαροκινές σκηνές φελαχιανής ομορφιάς, κατά-του προπατορικού αμαρτήματος-στάσεις, όνειρα, ιδέες, ανέκδοτα αλλά συχνά αναρωτιέμαι αν έχω το δικαίωμα να προσβάλλω σε τέτοιο βαθμό τη μνήμη του, χωρίς αιδώ τις εμπειρίες μετατρέποντας σε λέξεις , υποβάλλοντας τον αναγνώστη στο μαρτύριο της ανάγνωσης λέξεων(πάντα διαβάζοντας προφέρεις τις λέξεις που περνάν μπροστά από τα μάτια σου σχηματίζοντας ασυναίσθητα σκληρή άκαμπτη κατάσαρκη βλέννα στον εγκέφαλο που δεν μπορεί να αιματωθεί φυσιολογικά, ασφυκτιά, ατροφεί), να βιάσω τις ιερές εικόνες που μοιραστήκαμε και όλα αυτά γιατί; Να γίνω τυμβωρύχος της μνήμης αδιαφορώντας για τον πολύχρονο αγώνα του προς την ακριβώς διαμετρικά αντίθετη κατεύθυνση; Τη στιγμή μάλιστα που στη σύγχρονη εποχή υπάρχει μια λέξη(πραγματικά οξύμωρο να λέω ‘μία λέξη’)η οποία αποτελεί την ύστατη δικαίωση του άντρα αυτού:ΖΑΡΙΝG…ένα ταχύτατο ακατάσχετο κολάζ ήχων, εικόνων, λέξεων, φράσεων βίαια κομμένων με το σύγχρονο ψαλίδι/τηλεκοντρόλ-καθισμένος στη πολυθρόνα γίνεσαι εσύ ρυθμιστής της κατάστασης, ο σκηνοθέτης του παραλόγου και ο καταιγισμός αποκαλύπτει το πραγματικό γυμνό χαρακτήρα της εποχής αφού τα ιλλουστρασιόν σκηνικά αφαιρούνται, επιβιώνουν μόνο οι καταστάσεις, η διεφθαρμένη απολογία τους καταποντίζεται και το μόνο ηχητικό στοιχείο στη σχεδία πάνω του ναυάγιου που επιβιώνει (;) είναι ο στατικός ήχος της μετάδοσης(και τα Α-Waves)-μόνο εικόνες, στοίβες ντάνες από εικόνες που προβλέπουν το μέλλον-ο αφηγητής δεν είναι άλλος από το ελεύθερο μυαλό του καθενός μας…           
Έπαιξε πολύ μεγάλο ρόλο επηρεάζοντας με από τότε που το διάβασα για πρώτη φορά και ξαναδιάβασα το βιβλίο και άλλα βιβλία του συγγραφέα, αυτή τη φορά ιδιαιτέρως γιατί ήταν συνταρακτικά πρωτοποριακό στο ζήτημα της τίμιας έκφρασης – ακριβώς το τι συνέβαινε μέσα στο μυαλό του, χωρίς όρια. Εντελώς ολοκληρωτική εξομολόγηση, τα έβαλε όλα κάτω ώστε όλοι να μπορούσαν να το δούνε. Βρήκε τον τρόπο να τα εκφράσει με τη μεγαλύτερη δυνατή οικονομία. Ανακάλυψε μια μέθοδο μωσαϊκού για να τοποθετήσει όλα αυτά τα ετερόκλητα στοιχεία στη σωστή τους θέση. Αλλά το πιο σημαντικό στοιχείο που με συνεπήρε ήτανε το τιτάνιο κουράγιο που χρειάστηκε για να γίνει τέτοια ολική εξομολόγηση. Δεν υπάρχει απολύτως τίποτα κρυμμένο ή που να έχει παραλειφθεί



12/1/1965 Allen Ginsberg 
(υπερασπίζοντας το «Γυμνό Γεύμα» του Μπάροουζ ενώπιον δικαστηρίου λογοκρισίας στη Βοστώνη) 



Παρασκευή, 19 Σεπτεμβρίου 2014

Ημερολόγιο: "Ευρωπαϊκός Λογοτεχνικός Περίπατος"




Κάντε μια βόλτα παρέα με Ευρωπαίους συγγραφείς!
Συγγραφείς και ποιητές διαβάζουν έργα τους σε διάφορα σημεία της Στοάς του βιβλίου. Κάθε ανάγνωση επαναλαμβάνεται παρουσία του συγγραφέα και ακολουθεί συνάντηση με το κοινό. 

Συμμετέχουν :
Pierre Assouline (Γαλλικό Ινστιτούτο Ελλάδος)
Xaver Bayer (Πρεσβεία της Αυστρίας)
David Harsent (Βρετανικό Συμβούλιο)
Monica Savulescu Voudouri (Πρεσβεία της Ρουμανίας)
David Torres (Instituto Cervantes)
Τεύκρος Μιχαηλίδης (Σπίτι της Κύπρου)

Είσοδος ελεύθερη, διαδοχική μετάφραση

Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου 
Ώρες 12.00 – 16.00
Κεντρικός διάδρομος


Σάββατο, 13 Σεπτεμβρίου 2014

Γ. Γιεφτουσένκο - Μπάμπι Γιαρ


Ο Γιεβγκένι Γιεφτουσένκο αφορμάται από τη σφαγή κυρίως των Εβραίων Σοβιετικών πολιτών, που έλαβε χώρα στο φαράγγι βόρεια του Κιέβου το 1941 από τους Ναζί και τους ντόπιους δοσίλογους και το 1962 γράφει το πιο γνωστό του ποίημα ''Μπάμπι Γιαρ". 

Φαράγγι Μπάμπι Γιαρ. Κίεβο, 1941


Στο Μπάμπι Γιαρ μνημεία δεν υπάρχουν.
Απότομη πλαγιά, σαν μια ταφόπλακα χοντροκομμένη.
Φοβάμαι.
Είμαι τόσων ετών,
όσο και ο εβραϊκός λαός.

Τώρα νομίζω πως–
Ιουδαίος είμαι.
Να, περιφέρομαι στην αρχαία Αίγυπτο.
Να, σταυρωμένος στο σταυρό, αργοπεθαίνω,
και μέχρι σήμερα έχω τα σημάδια των καρφιών.
Τώρα νομίζω πως -
Ο Ντρέιφους είμαι.
Ο μικροαστισμός είναι για ‘με
ο καταδότης και ο δικαστής μου.
Βρίσκομαι πίσω από τα κάγκελα.
Έπεσα στην παγίδα.
Κυνηγημένος,
χλευασμένος
συκοφαντημένος.
Και κυριούλες με φραμπαλάδες Βρυξελλών,
Τσιρίζοντας, με χτυπούν με τα ομπρελίνα τους στο πρόσωπο. 
Τώρα νομίζω πως -
ένα αγοράκι στο Μπελοστόκ είμαι. 
Το αίμα χύνεται, απλώνεται στο χώμα. 
Φωνάζουν οι ταγοί του πιόματος του καπηλειού
βρωμοκοπούν βότκα και κρεμμύδι κομμένο στα δυο.
Είμαι αδύναμος, μ’ έχουν κλωτσήσει με την μπότα. 
Άδικα τους φονιάδες παρακαλώ.
Λένε γελώντας δυνατά: 
«Βάρα τους οβριούς, σώσε τη Ρωσία!» -
Βιάζει την μάνα μου ο αλευράς. 
Ω, λαέ μου ρωσικέ! – 
Ξέρω 
πως εσύ
είσαι βασικά διεθνιστής. 
Συχνά πυκνά, εκείνοι που ‘χουν τα χέρια λερωμένα,
Το καθαρό σου όνομα βρωμίζουν.
Την καλοσύνη των χωμάτων σου γνωρίζω.
Τι προστυχιά,
δίχως καν μια φλέβα να κουνήσουν,
που οι αντισημίτες βιαστικά σε ανακήρυξαν
«Ένωση του ρωσικού λαού»! 
Τώρα νομίζω πως -
η Άννα Φρανκ είμαι,  
διάφανη, 
σαν του Απρίλη το κλαράκι.
Αγαπώ.
Τις φράσεις δεν χρειάζομαι. 
Εκείνο που θέλω 
είναι να κοιτάζουμε ο ένας τον άλλον. 
Πόσα λίγα μπορεί να δεις κανείς,
Μυρίζοντας!
Μας απαγορεύουν τα φύλλα,
μας απαγορεύουν τον ουρανό.
Μπορείς όμως πάρα πολλά να κάνεις – 
είναι τόσο τρυφερό
να αγκαλιάζεις τον άλλον σε ένα σκοτεινό δωμάτιο.
Έρχονται ‘δω; 
Μη φοβάσαι – είν’ η βοή
της άνοιξης – 
αυτή μας πλησιάζει. 
Έλα κοντά μου. 
Τα χείλη δωσ’ μου γρήγορα.
Σπάνουν την πόρτα; 
Όχι – είναι το λιώσιμο των πάγων …
το θρόισμα των αγριόχορτων πάνω στο Μπάμπι Γιαρ.
Τα δέντρα κοιτάζουν σκυθρωπά,
σαν δικαστές. 
Όλα σιωπηλά εδώ κραυγάζουν,
και, βγάζοντας το γούνινο καπέλο,
νιώθω
πως αργά γκριζάρουν τα μαλλιά μου.
Και είμαι εγώ,
σαν πνιχτή, δίχως ήχο, κραυγή,
πάνω από τους χιλιάδες θαμμένους. 
Εγώ είμαι –
καθένας από τους εκτελεσμένους γέροντες.
Εγώ είμαι –
καθένα από τα εκτελεσμένα παιδιά. 
Τίποτα μέσα μου
δεν πρόκειται να το ξεχάσει αυτό! 
Και ας ηχεί η «Διεθνής»,
όταν για πάντα θα θαφτεί
Ο τελευταίος πάνω στη γη αντισημίτης.
Στο αίμα μου δεν υπάρχει ούτε μια στάλα αίμα εβραϊκό.
Με μίσος άγριο εμένα με μισούν
οι αντισημίτες όλοι,
αφού εβραίο με θεωρούν, 
γι’ αυτό και είμαι 
Ρώσος αληθινός! 



Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 2014

Κορνήλιος Λουλούδης: Αυτόν τον ποιητή ποιός θα τον τιμήσει;


Από καιρού ταλανίζομαι με διάφορες σκέψεις, που όμως όλες έχουν ένα κοινό άξονα x και πάνω του τέμνονται όλες οι άλλες, δευτερεύουσες: η ζωή διαφόρων ποιητών. Η πορεία τους μέσα στη ζωή και τα γράμματα, οι κακουχίες τους και τέλος ο αθόρυβος παράταιρος θάνατός τους. Η ζωή διαφόρων Ελλήνων ποιητών. Αμ, εκεί σας θέλω...! σκέφτομαι... Στο μυαλό μου έρχονται με την πρώτη αυτά τα μεγάλα ονόματα των γνωστών, χιλιοακουσμένων και χιλιοδιαβασμένων ποιητών και ποιητριών. Μάλιστα. Και οι άλλοι, οι μικροί και απόμεροι τι θα απογίνουν; Πώς να τους χωρέσει αυτό το ψοφίμι- η ελληνική κοινωνία, με την tv και τα μπουζούκια της, με τις ξαπλώστρες στην Ακτή Βουλιαγμένης και τα frozen yoghurt, με τα ογκωδέστατα, κακόγουστα smartphones ανά χείρας και τα κομματικά φυλλάδια χωμένα στην κωλότσεπη; Ποιός θα τους ακούσει αυτούς τους ποιητές που δεν τους αναφέρει κανένα φιρμάτο ιστολόγιο και περιοδικό, τα οποία αναλώνονται χρόνια και χρόνια με το να γεμίζουν τις σελίδες τους για τους ίδιους πολυδιαβασμένους πεθαμένους ποιητές; Ποιός γύρισε να ψάξει τον Λουλούδη, που χρόνια γύριζε μονάχος και εξόριστος; Και ο Λουλούδης πέθανε. Και μήτε εγώ, μήτε κανένας άλλος δεν θα άκουγε γι'αυτόν, αν κάποιοι φίλοι του δεν το αναφέρανε. 
Και μην απορήσετε όταν γυρίσετε το κεφάλι σας να ψάξετε για ποιητές και δεν βρείτε ούτε έναν, παρά μόνο Πολιτικούς Μηχανικούς, Δικηγόρους, Προγραμματιστές, Μαθηματικούς, Διεθνολόγους... 
Γιατί αυτό είμαστε. Γιατί μας αξίζει η ακινησία μας, όπως μας αξίζει η νεκρή μας τέχνη. 



 ΣΧΕΔΙΑ ΚΑΙ ΚΟΛΠΑ

Και τι δεν κάνω
για να
σε αποκτήσω,
γη και ουρανό
πάω να γκρεμίσω,
σκέφτομαι
τ' αδύνατα,
τα φτιάχνω 
δυνατά.
Πως θα κατορθώσω
να σε πάρω αγκαλιά;

Σχέδια και κόλπα
σκέφτομαι πολλά,
δόκανα σου στήνω
να σε πιάσω μια φορά.


ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΦΥΛΑΚΗ ΚΑΣΣΑΒΕΤΕΙΑΣ 1975
ΔΡΑΠΕΤΕΥΣΕΣ

Φαντάζεσαι 
απίθανες,
αλλόκοτες εικόνες,
την σκέψη σου
ληστέψανε
δαιμόνοι
και δαιμόνες.

Δραπέτευσες
και χάθηκες,
στο πουθενά
πλανιέσαι,
περιπλανώμενη
γυρνάς,
στο τίποτα
τραβιέσαι.


ΗΡΘΕ ΚΑΙΡΟΣ

Μια ζωή
στα ναυπηγεία,
μια ζωή
στα ξυλουργεία,
φτιάξε 'κείνα,
φτιάξε τ' άλλα,
μεροκάματο
μια στάλα.

Ήρθε καιρός
αλλοιώς
να τους τα πεις,
ήρθε καιρός
την ψυχή τους
να τους πιεις.


ΦΥΛΑΚΗ ΒΟΥΛΙΑΓΜΕΝΗΣ 1974

ΕΙΜΑΙ ΜΕΣΑ ΣΟΥ

Θα κουβαλάς ισόβια
στα εσωτερικά σου
της μορφής μου 
την σκιά,
θα είμαι 
η χαρά σου.


Είμαι μέσα σου
βαθειά,
ρίζωμα βαθύ,
θ' ακούς
επ' άπειρον
την δική μου μουσική.



*Για τον Κορνήλιο Λουλούδη μπορείτε να διαβάσετε εδώ και εδώ


Τρίτη, 9 Σεπτεμβρίου 2014

Λέων Τολστόι: Ο συγγραφέας - απόστολος


Με αφορμή την 186η επέτειο γέννησης του Λ. Τολστόι, ξέθαψα ένα παλιό βιβλίο με τους μεγαλύτερους άντρες λογοτέχνες, για να παρουσιάσω όσο πιο περιεκτικά και άρτια μπορώ το σημαντικότατο αυτό πρόσωπο των ρωσικών γραμμάτων και όχι μόνο. Η βιογραφία του, τα λόγια του, οι θεωρίες και τα μυθικά πρόσωπά του βρέθηκαν κάποτε ανάμεσα σε παλιές σελίδες που μύριζαν ξύλο και μούχλα, βρίσκονται κατά καιρούς παντού γύρω μας, στην πολιτική και στον έρωτα, σε έναν φίλο που έχεις καιρό να ανταμώσεις, βρίσκονται στο θάνατο και στη φιλοσοφία της ζωής, βρίσκονται στα συμπυκνωμένα παρατημένα όνειρα σου και στην φτώχεια. Βρίσκονται εκεί που βρίσκεσαι κι εσύ και αναρωτιούνται: "να σκοτώσουν εμένα που όλοι μ'αγαπούσαν τόσο;


ΟΙ ΚΥΡΙΟΤΕΡΕΣ ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΕΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΤΟΛΣΤΟΪ 
1928. Γεννήθηκε στη Γιασνάγια Πολιάνα της Ρωσίας.
1844. Μπήκε στο Πανεπιστήμιο του Καζάν.
1851. Πηγαίνει στον Καύκασο και κατατάσσεται στο στρατό.
1857. Έπειτα από διαμονή στην Πετρούπολη ταξιδεύει στο εξωτερικό και επαναλμβάνει το ταξίδι του στα 1880. 
1862. Παντρεύεται τη Σοφία Μπερς.
1876. Αρχίζει τη διδασκαλία της νέας του φιλοσοφίας.
1910. Πέθανε στο Αστάποβο της Ρωσίας. 



Ο Λέων Τολστόι (1928-1910) είναι ένας από τους σπάνιους εκείνους ανθρώπους, που αντί να υψωθούν πάνω από τον κοινό μέσο όρο, έχοντας σα βοηθό τους και κίνητρο τη φιλοδοξία, αντίθετα κατέβηκαν θεληματικά ανάμεσα στους πολλούς, από οίκτο γι'αυτούς. 

Χάνοντας από νωρίς την μητέρα του, μόλις σε ηλικία τριών χρονών και τον πατέρα του στα εννιά του, αυτόν και τα τέσσερα αδέρφια του τους ανέλαβε μια μακρινή συγγενής: η "θεία Τατιάνα". Ο Τολστόι μέσω της "θείας" του απέκτησε από πολύ νωρίς ιδιαίτερη έλξη προς τη μεταφυσική, που δεν μπόρεσε να αποβάλει ποτέ. Στο σχολείο ήταν πολύ κακός μαθητής. Οι καθηγητές συνήθιζαν να λένε για τους τρεις αδελφούς Τολστόι: "Ο Σέργιος και θέλει και μπορεί. Ο Δημήτρης θέλει, μα δεν μπορεί. Ο Λέων ούτε θέλει, ούτε μπορεί...". 

Ο Τολστόι αντίκριζε με μεγάλη σοβαρότητα τη ζωή. Δεν ήταν ούτε πέντε χρονών, όταν είχε κιόλας φτάσει στο συμπέρασμα ότι "η ζωή δεν είναι διασκέδαση, αλλά βαρειά προσπάθεια". Στα δεκάξι του χρόνια μπήκε στο πανεπιστήμιο του Καζάν κι άρχισε γι'αυτόν μια περίοδος φιλοσοφικών περιπλανήσεων μέσα "στην έρημο της εφηβείας", καθώς την αποκαλούσε. Για ένα ορισμένο διάστημα τον είχε πιάσει η φοβερή εκείνη απαισιοδοξία, που δεν είναι καθόλου σπάνια στην επικίνδυνη αυτή η ηλικία, όταν η ψυχή του εφήβου πρωτοαντικρίζει τη ζωή. 

Η δυστυχία του οφειλόταν κατά μεγάλο μέρος και στη φυσική του ασχήμια. Αυτό τον τυραννούσε, γιατί ένιωθε μεγάλη ανάγκη να τον θαυμάζουν στα πρώτα χρόνια της νιότης του. Το πρόσωπό του ήταν "άσχημο σαν του γορίλα" καθώς έγραφε στο ημερολόγιο του. Είχε μικρά βαθουλωμένα μάτια, χαμηλό μέτωπο, χοντρά χείλια, χοντρή μύτη και τεράστια αυτιά. Είχε το πνεύμα ενός Άριελ στο κορμί ενός Κάλιμπαν. Και τόσο μεγάλο κακό του έκανε η ασκήμια του αυτή, ώστε αποφάσισε να αυτοκτονήσει. Σύντομα όμως αλλάζει γνώμη και αναζητά τη διασκέδαση, αντί για τη λήθη του θανάτου. Συχνάζει στους κοσμικούς κύκλους του Καζάν, που ήταν σημαντικό πνευματικό και κοινωνικό κέντρο του καιρού εκείνου. 

Αργότερα, ανακαλύπτει τον Ζαν-Ζάκ Ρουσσώ. Η ανακάλυψη αυτή ήταν το τονωτικό που του ήταν απαραίτητο την εποχή εκείνη. Συμφιλιώθηκε με την ασκήμια του κι άνοιξε τα μάτια του στην ομορφιά της Φύσης. Απέκτησε μία νέα θρησκεία- τη λατρεία του Ρουσσώ, που τον αντίκριζε σαν υπερφυσικό πλάσμα. Είχε κρεμασμένη στο λαιμό του μια εικόνα του, σαν ιερό κειμήλιο. 

Ξαφνικά, γύρω στα 1847, διακόπτει τις σπουδές του στο Καζάν και αποτραβιέται στην Γιασνάγια Πολιάνα με το ενδιαφέρον του συγκεντρωμένο στην καλλιέργεια των κτημάτων του και στη βελτίωση της ζωής των δουλοπαροίκων του. 

Τα επόμενα χρόνια του τριγυρνάει στην Μόσχα, στο κέντρο μιας εύθυμης συντροφιάς νέων. Όταν στα 1851 έχασε πολλά χρήματα στα χαρτιά, έφυγε στον Καύκασο για να γλυτώσει από τους πιστωτές του. Εκεί πήγε να καταταγεί στο στρατό, όπου ο αδερφός του υπηρετούσε ως αξιωματικός. Μακριά από την παλιότερη επιθυμία του θανάτου, ο Τολστόι στα είκοσι τρία πίστευε απόλυτα στη ζωή- ενδιαφερόταν για τον μυστικισμό και τις ωραίες γυναίκες. "Τίποτα δεν είναι κακό", γράφει στους Κοζάκους. "Το να διασκεδάζει κανείς δεν είναι αμαρτία". Χαιρόταν ολόψυχα την ομορφιά της Φύσης, έπαιζε χαρτια, είχε ερωτικές περιπέτειες και δημιουργούσε αριστουργήματα ποιητικού ρεαλισμού. Ιστορίες της παιδικής του ηλικίας, ιστορίες πολέμων, μυθιστορήματα για τη ζωή των Κοζάκων, δοκίμια, επιστολές, όλα αυτά έβγαιναν σα χείμαρρος, το ένα μετά το άλλο, από την ακούραστη πένα του. 

Αφοσιωμένος στα λογοτεχνικά του έργα, δεν έδινε και πολλή προσοχή στις στρατιωτικές του υποχρεώσεις. Δεν αγαπούσε τους πολέμους και στην Εισβολή, που την έγραψε σε ηλικία είκοσι τεσσάρων χρονών, έγραφε: "Είναι τάχα αδύνατον να ζουν οι άνθρωποι εν ειρήνη, μέσα σ'αυτόν το γεμάτο ομορφιές κόσμο, κάτω από αυτόν τον άπειρο έναστρο ουρανό; Πώς μπορεί κανείς σ'ένα μέρος σαν αυτό να νοιώθει μίσος και να θέλει εκδίκηση, σκοτώνοντας τους άλλους; Κάθε τι άσχημο μέσα στην ανθρώπινη ψυχή πρέπει να εξαφανίζεται στο άγγιγμα της Φύσης, που είναι η πιο άμεση έκφραση του ωραίου και του καλού". 

Το 1853, ο Τολστόι από κει που μίλαγε για τον πόλεμο, κλήθηκε να κάνει το καθήκον του, όταν η Ρωσία κήρυξε τον πόλεμο κατά της Τουρκίας. Τον συνεπήρε ο ενθουσιασμός για την πατρίδα του κι όπως πολλοί άλλοι έγινε ξαφνικά πολύ άγριος. Τον είχε πιάσει μια φρενίτιδα γεμάτη μυστικισμό. Σύντομα όμως κουράστηκε και στα 1857, ο Τοστόι παραιτήθηκε και γύρισε στην Πετρούπολη. Η φήμη του όμως ως ηρωικού στρατιώτη και συγγραφέα είχε προηγηθεί απ'αυτόν. Ακολούθησε μία προσπάθεια από τους λογοτεχνικούς κύκλους να τον εντάξουν στους κόλπους τους, διαφημίζοντας τον, αλλά πιότερο διαφήμιζαν τις ικανότητες του να κατανοούν τα κείμενα του Τολστόι. Αυτή η υπεροψία απομάκρυνε τον Τολστόι από τους ανθρώπους εκείνους και απογοητευμένος θέλησε να ταξιδέψει στο εξωτερικό. Αλλά όπως ο Ντοστογιέφσκι λίγα χρόνια αργότερα, δε βρήκε ούτε εκεί την ψυχική ανάταση και την πνευματική ικανοποίηση που ζητούσε. 

Μετά το δεύτερο ταξίδι του, ξαναγύρισε στη Γιασνάγια Πολιάνα κι αποφάσισε να ασχοληθεί με παιδαγωγικά έργα, όπου και άνοιξε ένα σχολείο για τα παιδιά των χωρικών της Γ.Π, κάνοντας εναλλακτικό μάθημα. Δεν πέρασε όμως πολύς καιρός που εγκατέλειψε απογοητευμένος κι αυτή του την προσπάθεια. Η απογοήτευση αυτή, σε συνδυασμό με το θάνατο των δύο αδερφών του από φυματίωση, τον έκαναν να τριγυρίζει για μια ακόμη φορά στην ιδέα της αυτοκτονίας. 

Τη φορά αυτή σώθηκε από την τέχνη κι από τον έρωτα του για τη Σοφία Αντρέγιεβνα Μπερς, μια κοπέλα δεκαεφτά χρονών. Η γυναίκα του ήταν προικισμένη με πολλές αρετές και έγινε "αληθινή σύζυγος συγγραφέα", όπως έλεγε κι η ίδια. Έγραφε όσα της υπαγόρευε ο άντρας της, αναζωογονούσε τη φαντασία του, τού έδινε θάρρος, αντέγραφε με πολύν κόπο τα χειρόγραφα του και του χρησίμευε ακόμα και για "μοντέλο" διαφόρων γυναικείων προσώπων των έργων του. Μέσα 

Μέσα στην ευτυχισμένη αυτή ατμόσφαιρα έγραψε δύο από τα αριστουργήματά του, την τραγωδία του ατομικού πάθους, την "Άννα Καρένινα" και το έπος του καθολικού πόνου, το "Πόλεμος και Ειρήνη". 

Γύρω στα πενήντα του χρόνια σημειώθηκε μια τεράστια μεταβολή εντός του. Η ευτυχισμένη ζωή που περνούσε δεν τον ικανοποιούσε πια και μια νέα ανησυχία φώλιασε μέσα στην ψυχή του. Ο λογοτέχνης προχώρησε σ'άλλα πεδία του πνευματικού τομέα και σκοπός της ζωής του έγινε να ιδρύσει μια νέα πίστη. Ο "Τολστοϊσμός" που είχε ήδη αρχίσει να'χει οπαδούς, αφορούσε το δόγμα της "μη αντίστασης", που έχει κάποιες αναλογίες με την "παθητική αντίσταση" του Γκάντι. Πέραν αυτών, η φιλοσοφία αυτή υπαγόρευε στον άνθρωπο που θα την ακολουθούσε να απέχει από κάθε ερεθιστικό ποτό, καπνό, κρέας ζώων και ηδονή. Εφαρμόζοντας τη διδασκαλία του, ο Τολστόι απαρνήθηκε κάθε υλική χαρά, ντύθηκε με ρούχα χωρικού, έκανε χειρωνακτικές εργασίες, έμαθε να κάνει παπούτσια και έγινε χορτοφάγος. Αυτό είχε σαν συνέπεια την οξύτατη αντιπαράθεση με την οικογένεια του. Χαρακτηριστικά, είχε γράψει σε ένα γράμμα του προς ένα φίλο του, "Ίσως να μη με πιστέψεις, αλλά δεν μπορείς να φανταστείς πόσο απομονωμένος είμαι και σε ποιο σημείο οι γύρω μου με περιφρονούν". Παρόλα αυτά, το συγγραφικό του έργο την περίοδο εκείνη είναι πλουσιότατο: γράφει την περίφημη "Ομολογία" του κι αργότερα τις "Αναμνήσεις ενός τρελού", τον "Πάτερ Σέργιο", την "Ανάσταση", τη "Σονάτα του Κρόυτσερ" και τόσα άλλα. 

Όσο περνούσαν τα χρόνια, ο άγριος αυτός, που έκανε ασκητική ζωή, έπαιρνε όλο και πιο απόκοσμη όψη. Αποξενωμένος από τους ανθρώπους και την οικογένειας του, έβλεπε τη ζωή ολοένα και από μεγαλύτερη απόσταση. Υπέφερε αφάνταστα από την κατάσταση εκείνη κι από τον τρόπο ζωής που ήταν αντίθετος στη διδασκαλία του και στις επιδιώξεις του. Οι συγκρούσεις μέσα στην οικογένεια του ήταν καθημερινές, η γυναίκα του είχε φτάσει στην υστερία και η ζωή στη Γιασνάγια Πολιάνα έγινε μαρτυρική. Και τέλος στις πέντε το πρωί της 28ης Οκτωβρίου του 1910, ο μεγάλος αυτός στοχαστής έκανε την πιο δραματική πράξη της ζωής του: ο γέρος αυτός, ο απόγονος πριγκίπων, το μεγάλο πνεύμα του αιώνα του έφυγε κρυφά από το σπίτι του. Πού πήγαινε; Ούτε κι ο ίδιος ήξερε. Και ο γέρος αυτός των ογδόντα χρονών, μες στη χωριάτικη μπλούζα του άρχισε να τριγυρνάει από χωριό σε χωριό και από πόλη σε πόλη. 

Δεν μπόρεσε όμως να κρατήσει πολύ. Στο Αστάποβο σωριάστηκε. Κι όταν ο γιατρός πήγε πλάι του, ο άγιος εκείνος γύρισε και του είπε: "Υπάρχουν εκατομμύρια ανθρώπων πάνω στη γη αυτή που υποφέρουν. Γιατί ασχολείστε με μένα;"
Στις 10 Νοεμβρίου του 1910, στις έξι το πρωί ήρθε ο θάνατος να πάρει από τον κόσμο έναν από τους ανθρώπους, που δεν ήταν καμωμένος για τη ζωή τούτη. Κι ακριβώς οι άνθρωποι που δεν είναι καμωμένοι για τη ζωή αυτή, την κάνουν ωραιότερη, γιατί βλέπουν, γιατί οραματίζονται, γιατί ανοίγουν νέους δρόμους, γιατί αποκαλύπτουν μπροστά στα έκπληκτα μάτια των άλλων ουρανούς που κανένας δεν φαντάστηκε, εικόνες που κανένας άλλος δεν είχε κατορθώσει να ονειρευτεί. 

Έτσι έφυγε από τη γη, χαμένος σε κάποια μακρινή πολιτεία ένας από κείνους που δόξασαν το ανθρώπινο πνεύμα και την ανθρώπινη ψυχή, ο Λέων Τολστόι, ο πρίγκηπας με τη χωριάτικη μπλούζα. 



Πηγή: Οι Μεγάλοι Άνδρες της Ανθρωπότητας. Σειρά 10η. Οι Μεγάλοι Λογοτέχναι. Εκδόσεις Δέλτα
(Διασκευή και εκλογές από τα έργα των Thomson και Mirsky)





Πέμπτη, 4 Σεπτεμβρίου 2014

Λόγια από ταινίες (The Spirit of the Beehive)




Θα πέσω, όπου αυτοί που πέφτουν ποτέ δεν σηκώνονται. 


Β. Μαγιακόφσκι - Ξελασπώστε το μέλλον


Το μέλλον δε θα ‘ρθει από μονάχο του έτσι νέτο-σκέτο αν δεν πάρουμε μέτρα κι εμείς.
Από τα βράγχια, κομσομόλε, άρπαξέ το !
Απ' την ουρά του, πιονιέροι, εσείς.
Η κομμούνα δεν είναι μια βασιλοπούλα του παραμυθιού, που λες, για να την ονειρεύεσαι τις νυχτιές.
Μέτρησε, καλοσκέψου, σημάδεψε και τράβα, βήματα τα βήματα, έστω και πάνω σε μικροζητήματα.
Δεν είναι μόνον ο κομμουνισμός στη γη, στα κάθιδρα εργοστάσια εκείνα.
Είναι και μες στο σπίτι, στο τραπεζάκι μπρός, στις σχέσεις, στη φαμίλια, στην καθημερινή ρουτίνα.
Εκείνος κει, που ολημερίς τριζοβολάει βλαστήμιες σαν κάρο κακογρασωμένο, εκείνος που,σαν ολολύζει η μπαλαλάικα χλωμιάζει ευθύς, αυτός το μπόι του μέλλοντος δεν το ‘χει φτασμένο.
Πόλεμος δεν είναι μόνο, όπως θαρρείς εσύ, να λες ναι ναι, στα μέτωπα με βολές πολυβόλου. Της φαμίλιας, του σπιτικού, η επίθεση, για μας μικρότερη απειλή δεν είναι διόλου.
Εκείνος που υποτάχτηκε στην πίεση της φαμίλιας, κοιμάται μες στη μακαριότητα ρόδων φτιαγμένων με χαρτί, αυτός δεν έφτασε το μπόι της προσήλιας, της δυνατής ζωής εκείνης που θα ‘ρθει.
Σαν τη φλοκάτα και το χρόνο επίσης,ο σκόρος την καθημερνότητας τον κατατρώει στιγμή-στιγμή.
Το μεινεσμένο ρούχο των ημερών μας για ν' αερίσεις ε, κομσομόλε, τίναξέ το εσύ.


Τετάρτη, 3 Σεπτεμβρίου 2014

Λόγια από ταινίες (The Turin horse)






Στο Τορίνο, στις 3 Ιανουαρίου 1889 ο Φρίντριχ Νίτσε βγαίνει απ'το σπίτι του, οδός 6 Κάρλο Αλμπέρτο, ίσως για βόλτα, ίσως για να περάσει από το ταχυδρομείο να πάρει την αλληλογραφία του... Όχι μακριά του ή έστω πολύ απομακρυσμένα από αυτόν ένας αμαξάς έχει πρόβλημα με το πεισματάρικο άλογο του. Παρά το τσίγκλισμα, το άλογο αρνείται να κουνηθεί και τότε ο αμαξάς χάνει την υπομονή του και το μαστιγώνει. Ο Νίτσε ξεπετάγεται και έτσι βάζει τέλος σε αυτή τη βάναυση σκηνή, όπου ο αμαξάς στο μεταξύ έχει αφρίσει απ'το θυμό του. Ο γεροδεμένος και μυστακοφόρος Νίτσε ορμά ξαφνικά στην άμαξα και τυλίγει τα χέρια του στο λαιμό του αλόγου κλαίγοντας με αναφιλητά... Ο γείτονας του τον πάει σπίτι όπου μένει ξαπλωμένος σε ένα ντιβάνι για δύο μέρες ακίνητος και σιωπηλός, μέχρι που μουρμουρίζει τα απαραίτητα τελευταία του λόγια: 
"Μητέρα, είμαι ανόητος". 



Δευτέρα, 1 Σεπτεμβρίου 2014

43ο Φεστιβάλ Βιβλίου στο Ζάππειο





05 Σεπτεμβρίου 2014 ... 21 Σεπτεμβρίου 2014 | Ζάππειο > Κέντρο Αθήνας

Αφιερωμένο στο λογοτεχνικό και εικαστικό έργο του μεγάλου Έλληνα ποιητή Νάνου Βαλαωρίτη είναι το 43ο Φεστιβάλ Βιβλίου.

Το Φεστιβάλ Βιβλίου, θα πραγματοποιηθεί στον υπαίθριο χώρο του Ζαππείου από 5 έως 21 Σεπτεμβρίου, όπου σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο, ανοιχτό για το κοινό, θα λειτουργήσει καθ’ όλη τη διάρκεια του φεστιβάλ, έκθεση εικαστικών έργων του Ποιητή και παρουσίαση του πολυσήμαντου συγγραφικού του έργου. Άλλη μία τομή της φετινής διοργάνωσης αποτελεί η συνεργασία με το Αθηναϊκό Καλλιτεχνικό Δίκτυο, το οποίο θα παρουσιάσει στον χώρο της έκθεσης, από 12 έως 16 Σεπτεμβρίου το “Athens Garden Festival”. 

Παράλληλα σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο της έκθεσης, θα πραγματοποιηθεί πληθώρα εκδηλώσεων όπως, αφιερώματα, θεατρικά αναλόγια, θεατρικό παιχνίδι για παιδιά, βιβλιοπαρουσιάσεις κ.α.

Διεύθυνση: Λεωφόρος Βασ. Όλγας
Δευτέρα έως Παρασκευή: 18:00 με 23:00
Σάββατο: 18:00 με 23:00
Κυριακή: 10:30 με 23:00

Κ. Γώγου - Για την αποκατάσταση του μαύρου


Χαιρετίζω το Φθινόπωρο - και ως γνωστόν, το Φθινόπωρο αποτελεί την αρχή για όλα τα υπόλοιπα- με αυτά τα σκίτσα: