Χαιρετώ τους φίλους της λογοτεχνίας, τους μισαλλόδοξους αγωνιστές, τα κακοπαθημένα νιάτα, τα άκρατα ορμώμενα ανθρωπάρια, τους κομπάρσους και πρωταγωνιστές της καθημερινότητας, τα βιολοντσέλα του έρωτος, τους πιστούς και άθρησκους, τις φιλήσυχες πέτρες, τους γνώστες του τίποτα, τους αποτυχημένους της δόξας, χαιρετώ αυτούς που έρπουν, τους ακρωτηριασμένους, τις μηδείες και τους γέροντες, τους αποκρυφιστές του χάους, τα σακάτικα βλήματα, τα τελώνια, τα ξορκισμένα αγγίγματα -
χαιρετώ... εσάς

Τρίτη, 23 Απριλίου 2013

Λάσκαρης Χ. - Μνήμες της μητέρας μου


Από τον αλησμόνητο Χρίστο Λάσκαρη, που μας άφησε τον Ιούνη του 2008 πιο μόνους...



Έρχεσαι απ' τα προχτές στα όνειρά μου:
πάνω σ' ένα κρεβάτι ν' αγωνίζεσαι.

Απόψε όμως,
καθόσουν έξω στην αυλή και μπάλωνες.
Κοιτούσα τα πληγιασμένα μπράτσα σου.
Είναι απ' τους ορούς, μου λες,
με βασανίσανε.




(Τι μεγαλείο, τι απλότητα και υγρασία σε εφτά στιχάκια... Τι δυνατό χαστούκι στην γοργή καθημερινότητα, έτσι... να σταματήσει για λίγο. Να μην ουρλιάζει. )



***

Τετάρτη, 17 Απριλίου 2013

Αποφθέγματα (συγγραφικά)




Οι μεγάλοι πόνοι είναι βουβοί. 
<Σίλερ> 

Αυτός ο γέρος, φαλακρός απατεώνας, ο Χρόνος.
<Ben Johnson>

Άλλωστε, το αύριο είναι μια άλλη μέρα.
<Margaret Mitchell>

Νομίζω πως ποτέ δεν θα δώ ένα ποίημα όμορφο όσο ένα δέντρο.
<Τζόυς Κίλμερ>

Οι χειρότεροι κλέφτες, είναι αυτοί που σου κλέβουν το χρόνο. 
<Γκαίτε>

Η μόνη ανωμαλία είναι η ανικανότητα να ερωτευθείς.
<Anais Nin>

Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις Να μην τις παίρνει ο άνεμος.
<Μανόλης Αναγνωστάκης>

Όπου κι αν βρίσκεσαι, σκάβε βαθιά.
Κάτω είναι η πηγή.
Άσε τους σκοταδιστές να φωνάζουν πως "κάτω είναι η κόλαση".
<Φρήντριχ Νίτσε>

Χαίρομαι να τους βλέπω ευτυχισμένους
έστω από κουταμάρα.
<Τίτος Πατρίκιος>

Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασεν η ώρα.
Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασαν τα χρόνια.
<Κωνσταντίνος Καβάφης>

Μια αστραπή η ζωή μας... μα προλαβαίνουμε
<Νίκος Καζαντζάκης>

Ο Θεός εκφράζεται μέσα από όλα τα πράγματα, ο διάβολος μόνο μέσα από τον άνθρωπο.
<Paul Carvel>

Κάποιος πρέπει να κλωτσήσει τον Μίκυ Μάους απ'το κεφάλι τους.
<Τσαρλς Μπουκόφσκυ>

Το μηδέν μόνο από τον εαυτό του νικιέται.
<Δημήτρης Λιαντίνης>

Ο πιο ανιαρός απ'όλους τους θνητούς είναι ο συναισθηματικός άνθρωπος. 
<Τόμας Κάρλαϊλ>

Υπάρχει πάντα σ'ένα βιβλίο- ακόμα και κακογραμμένο- μία φράση που χτυπά καταπρόσωπο τον αναγνώστη σα να περίμενε αυτόν μόνο.
<Chrisitan Bobin>

Κείνο το βράδυ σώπαιναν οι λύκοι, γιατί ουρλιάζανε άνθρωποι.
<Μενέλαος Λουντέμης>

Υπάρχει ένας βλάκας μέσα μου. Πρέπει να επωφεληθώ από τα λάθη του.
<Πωλ Βαλερύ>

Μπαμπά, μπαμπά μπάσταρδε, με σένα έχω ξοφλήσει πια.
<Silvia Plath>

Σ’έναν τρελό κόσμο μόνο οι τρελοί είναι λογικοί.
<Ακίρα Κουροσάβα>

Η ζωή μας χαραμίζεται από τις λεπτομέρειες…Απλοποιήστε, απλοποιήστε.
<Χένρι Θoρώ>

Η παιδική ηλικία μετριέται από τους ήχους, τις μυρωδιές και τα αξιοθέατα, πριν
η σκοτεινή πλευρά της λογικής αναπτυχθεί.
<John Betjeman>









Πέμπτη, 11 Απριλίου 2013

Οι καταραμένοι "Μπιτ" (Μέρος Β')

Ο Γκρέγκορι Κόρσο σε φωτογραφία του Άλλεν Γκίνσμπεργκ.



 ΓΚΡΕΓΚΟΡΙ ΚΟΡΣΟ (1930 - 2001) 


Με αυτόν, λένε, κλείνει η γενιά των Μπητ. Όρος που εκείνος απεχθάνεται. Και είναι απόλυτα φυσιολογικό, από την στιγμή που ο Γ. Κόρσο ήταν ο πιο ανεπιτήδευτος απ'όλους, ο πιο παράταιρος και αθόρυβος. Με τα γράμματα έχει μια σχέση ζωής, ένα διέξοδο μέσα στις αλεπάλληλες μετακομίσεις από σπίτια σε σπίτια και από διάφορες οικογένειες. Με τα βιβλία έρχεται σε επαφή για πρώτη φορά στην φυλακή.  Στη φυλακή αγάπησε το διάβασμα και κυρίως την ποίηση παρόλο που είχε τελειώσει μόνο το δημοτικό, λάτρευε τον Ντοστογιέφσκι, τον Μάρλοου, τον Σταντάλ, και τους ποιητές Πέρσυ Σέλεϋ και Γουίλιαμ Μπλέικ. Μετά τη φυλακή, δούλεψε σαν εργάτης, ρεπόρτερ και ναυτικός, γράφοντας ταυτόχρονα ποίηση. Το 1950, γνώρισε τον Γκίνσμπεργκ σε ένα μπαρ του Γκρήνουιτς Βίλατζ, κι αυτός τον ενεθάρρυνε να συνεχίσει το γράψιμο. Εντάχτηκε στο σκληρό πυρήνα των Beat και τους ακολούθησε στο Σαν Φρανσίσκο στα μέσα της δεκαετίας του `50. Αυτοδίδακτος στα πάντα, μέχρι και στο να γράφει, χαρακτηρίστηκε από πολλούς σαν ο πιο αυθεντικός, ο πιο τίμιος και πιο αγνός από την γενιά των Μπητ. Ο ίδιος απαντάει πάνω σ'αυτό: «Πούλησα χειρόγραφα για να αγοράσω ηρωίνη. Είναι αυτό αγνό; Είναι ακάθαρτο; Δεν ξέρω».
Έγραψε πολλές ποιητικές συλλογές (Gasoline, Happy Birthday of Death, The Mutation of Spirit), και τα πιο γνωστά του ποιήματα είναι το Marriage και το Bomb.
Μία σύντομη αναζήτηση στο Ίντερνετ μου έδειξε πόσο πενιχρή είναι η προσπάθεια των ελληνικών εκδοτικών οίκων απέναντι στο έργο του Κόρσο. Ελπίζω στο μέλλον να επανέρθω στο πρόσωπο του Κόρσο με περισσότερα μεταφρασμένα ποιήματα. 




ΌΛΟ ΤΟ ΜΠΕΡΔΕΜΑ... ΣΧΕΔΟΝ


Έτρεξα έξι πατώματα μέχρι το μικρό επιπλωμένο δωμάτιο μου

Άνοιξα το παράθυρο κι άρχισα να πετάω έξω αυτά τα πράγματα που είναι πιο σημαντικά στη ζωή

Πρώτη η Αλήθεια, να στριγκλίζει σαν απεργοσπάστης :

«Μη! Θα πω απαίσια πράγματα για σένα!»

«Α ναι; Λοιπόν δεν έχω τίποτα να κρύψω … Έξω!»

Μετά ήταν η σειρά του Θεού, κλαψούριζε λαμπερός και έκπληκτος

«Δεν φταίω εγώ! Δεν είμαι εγώ η αιτία για όλα αυτά!»

«Έξω!»

Μετά η Αγάπη, να με δωροδοκεί με ερωτόλογα : «Δεν θα γνωρίσεις ποτέ την σεξουαλική ανικανότητα! Όλα τα κορίτσια στα εξώφυλλα της Vogue, όλα δικά σου!»

Έσπρωξα τον χοντρό της κώλο έξω ουρλιάζοντας : «Πάντα τέλειωνες μ’ ένα παράπονο!»

Σήκωσα πάνω την Πίστη, την Ελπίδα, την Ελεημοσύνη … κι οι τρεις κολλημένες μαζί : «Χωρίς εμάς σίγουρα θα πεθάνεις!»

«Με εσάς θα μουρλαθώ. Αντίο!»

Μετά η Ομορφιά … αχ η Ομορφιά, καθώς την οδηγούσα προς το παράθυρο της είπα : «Ήσουν ό,τι αγαπούσα περισσότερο στη ζωή αλλά είσαι φονιάς … η Ομορφιά σκοτώνει!»

Πραγματικά δεν είχα σκοπό να την ρίξω. Έτρεξα κάτω αμέσως φτάνοντας ακριβώς στην στιγμή για να την πιάσω «Με έσωσες!» κλαψούρισε. Την άφησα κάτω και είπα : «Δρόμο!»

Πήγα πίσω στον έκτο όροφο, πήγα για τα Λεφτά, αλλά δεν υπήρχαν καθόλου Λεφτά για να πετάξω.

Το μόνο πράγμα που είχε απομείνει στο δωμάτιο ήταν ο Θάνατος και κρυβόταν κάτω απ’ το νεροχύτη.

«Δεν είμαι αληθινός!» είπε κλαίγοντας. «Είμαι απλά μια φήμη που διαδίδεται απ’ τη ζωή …»

Γελώντας τον πέταξα έξω, μαζί το νεροχύτη κι όλα αυτά και ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι το Χιούμορ ήταν το μόνο που είχε απομείνει.

Το μόνο που μπορούσα να κάνω με το Χιούμορ ήταν να πω : «Έξω απ’ το παράθυρο με το παράθυρο!».


Λογοτεχνικοί Τόποι




Ταξιδεύοντας νοερά σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας και του κόσμου, έτσι όπως περιγράφονται από τη γλαφυρή πένα και τον διάχυτο λυρισμό των μεγάλων συγγραφέων όλων των εποχών...







ΑΘΗΝΑ   (ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ - ΜΕΝΕΞΕΔΕΝΙΑ ΠΟΛΙΤΕΙΑ)



«Εκεί, χαμηλά, σ’ έναν κάμπο στρωτό και απέραντο, σαν πάνω σε ασημένιο δίσκο, μια πολιτεία απέραντη προβάλλει, μαγική. Πλήθος, μιλούνια τα σπιτάκια ξεχύνονται κατά τη θάλασσα που ασημίζει δεξιά, σαν άσπρα βότσαλα απλωμένα ανάμεσα σε απαλούς μενεξεδένιους λόφους [...] Κι η πολιτεία τούτη που τεντώνεται ανάερη, με χαμόγελο απλοϊκής ηδυπάθειας, μοιάζει αφαιρεμένη, σιωπηλή, μέσα στο δειλινό όνειρο της παρθενικής της ρέμβης.
Η Αθήνα!»




***






ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ   (ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ)



Ητανε κείνη η νυχτιά που φύσαγε ο Βαρδάρης, 

το κύμα η πλώρη εκέρδιζεν οργιά με την οργιά. 
Σ' έστειλε ο πρώτος στα νερά να πας για να γραδάρεις, 
μα εσύ θυμάσαι τη Σμαρώ και την Καλαμαριά. 


Ξέχασες κείνο το σκοπό που λέγανοι οι Χιλιάνοι 

- 'Αγιε Νικόλα φύλαγε κι Αγιά Θαλασσινή. - 
Τυφλό κορίτσι σ' οδηγάει, παιδί του Modigliani, 
που τ' αγαπούσε ο δόκιμος κι οι δυο Μαρμαρινοί. 


Νερό καλάρει το Fore Peak, νερό και τα πανόλια 

μα εσένα μια παράξενη ζαλάδα σε κινεί. 
Με στάμπα που δε φαίνεται σε κέντησε η Σπανιόλα 
ή το κορίτσι που χορεύει απάνω στο σκοινί : 


Απάνου στο γιατάκι σου φίδι νωθρό κοιμάται 

και φέρνει βόλτες ψάχνοντας τα ρούχα σου η μαϊμού. 
Εχτός από τη μάνα σου κανείς δε σε θυμάται 
σε τούτο το τρομακτικό ταξίδι του χαμού. 


Ο ναύτης ρίχνει τα χαρτιά κι ο θερμαστής το ζάρι 

κι αυτός που φταίει και δε νογάει, παραπατάει λοξά. 
Θυμήσου κείνο το στενό κινέζικο παζάρι 
και το κορίτσι που 'κλαιγε πνιχτά μες στο ρικσά. 


Κάτω από φώτα κόκκινα κοιμάται η Σαλονίκη. 

Πριν δέκα χρόνια μεθυσμένη μου 'πες " σ' αγαπώ ". 
Αύριο σαν τότε και χωρίς χρυσάφι στο μανίκι, 
μάταια θα ψάχνεις το στρατί που πάει για το Dépôt.





(~ Σίσσυ)



Τετάρτη, 10 Απριλίου 2013

Ν. Καρούζος - Μην με διαβάζετε...


απόσπασμα από τον Ρομαντικό Επίλογο...

«Μὴ μὲ διαβάζετε… 
Ἂν δὲν ἀγαπᾶτε τὰ ζῶα
καὶ μάλιστα τὶς νυφίτσες.
Ἂν δὲν ἀκοῦτε τοὺς κεραυνοὺς εὐχάριστα
ὁπουδήποτε. 
……………………………...
Ὅταν λέτε τὴ φύση μητέρα μας καὶ ὄχι θεία μας
Ὅταν δὲν πίνετε χαρούμενα τὸ ἀθῶο νεράκι.» 


ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ



Καρέλλη Ζωή - Εργάτης στα εργαστήρια του χρόνου



Kαθώς εργάζονταν το σχήμα,
εργάτης σε υαλουργείο,
κατάλαβε πολύ καλά τον έρωτα
για την ύλη,
όπου φυσούσε την πνοή του.
Kάποτε κρύσταλλο, κάποιο μαργαριτάρι,
φίλντισι, πολύτιμο ελεφαντοκόκκαλο
ή οπάλι με χρώματα ομίχλης
προς το κυανό.
Όλ' αυτά ύλη, που γινόταν σχήμα,
σχήμα ερωτικό, για ό,τι υπάρχει
μέσ' στο χρόνο.

Tο σχήμα, δοχείο του χρόνου,
ερωτικό τον περιέβαλε,
προσφορά στο χρόνο,
προσδοκία και δέξιμο μαζύ,
αγκάλιασμα στου χρόνου τη μορφή,
το σχήμα που σχημάτιζε ειδικό,
δικής του σημασίας,
δική του φαντασία.

Όμως καθώς το σχήμα έψαυε
τελειωμένο, ύστερα, το υλικό του χέρι,
κατάλαβε του χρόνου την υλικότητα·
καθώς το χέρι το δικό του
και το σχήμα μαζύ,
και το πολύτιμο ερωτικό υλικό
γινόταν διάφανη έννοια του χρόνου.
Όλα μαζύ.
Iδίως ο εαυτός του.



Ποιητές αυτοανθολογούμενοι, Εν χορδαίς 1997




Η Ζωή Καρέλλη (1901-1998) γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. 
Το 1937 πρωτοδημοσίευσε ποίημά της (Φετεπουρσικρί) στο περιοδικό Μακεδονικές Ημέρες. Εξέδωσε δώδεκα ποιητικές συλλογές, πέντε θεατρικά έργα και πολλά δοκίμια, ενώ πολλά κείμενά της βρίσκονται δημοσιευμένα σε λογοτεχνικά περιοδικά, όπως τα Φιλολογικά Χρονικά, Νέα Εστία, Μακεδονικά Γράμματα, Μορφές, Ο Αιώνας μας, Σημερινά Γράμματα, Καινούρια Εποχή, Πνευματική Κύπρος, Νέα Πορεία. Υπήρξε μέλος του κύκλου του περιοδικού Κοχλίας της Θεσσαλονίκης. Ποιήματά της μεταφράστηκαν σε πολλές ξένες γλώσσες. Ασχολήθηκε επίσης με τη λογοτεχνική μετάφραση, κυρίως έργων του Τόμας Έλλιοτ.






Συνέχεια από το "Μια Εποχή Στην Κόλαση"


ΝΥΧΤΑ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ
Μονορούφι κατέβασα το δηλητήριο. -Τρισευλογημένη ας είναι η συμβουλή που μου δόθηκε! -Τα σωθικά μου καίγονται. Του φαρμακιού η δύναμη τα μέλη μου πώς στρίβει, ακρωτηριάζομαι, ισοπεδώνομαι. Πεθαίνω της δίψας, πνίγομαι, δε μπορώ να φωνάξω. Τούτο μοιάζει με κόλαση, με αιώνιο βασανιστήριο! Δείτε τις φλόγες πως θεριεύουν! Όπως μου πρέπει καίγομαι. Εμπρός, Διάβολε! 
Αμυδρά μετανοημένος στράφηκα στο καλό και στην ευτυχία, λύτρωση. Πώς να περιγράψω το όραμά μου, πυκνός της κόλασης ο αέρας, δε χωράει ύμνους! Υπήρχαν μυριάδες χαριτωμένων πλασμάτων, ένα αβρό κονσέρτο ιερής μουσικής, η δύναμη και η ειρήνη, οι  ευγενείς φιλοδοξίες,  και δεν ξέρω τι ακόμα.
Ευγενείς φιλοδοξίες! 
Αλλά είμαι ακόμα ζωντανός! – εάν υποθέσουμε ότι η κατάρα είναι αιώνια! Βέβαια εάν κάποιος θέλει ν’ ακρωτηριαστεί, δεν είναι καταδικασμένος; Με φαντάζομαι στην Κόλαση, επομένως είμαι. Τούτο είναι κατήχηση εν δράση. Είμαι δέσμιος του βαπτίσματός μου.  Γονείς μου, καταστρέψατε τη ζωή μου, όπως τη δική σας. Αθώο μου αγόρι! – Η κόλαση δεν μπορεί να εναντιωθεί στους παγανιστές -κι είμαστε ακόμα ζωντανοί! Αργότερα, οι απολαύσεις της καταδίκης θα γίνουν βαθύτερες. Ένα έγκλημα, γρήγορο, θα μου επέτρεπε την ανυπαρξία, σύμφωνα με το γράμμα του νόμου των ανθρώπων. 
Σκάσε, σκάσε επιτέλους! Ντροπή και κατηγόρια είναι όλα εδώ:- Ο Σατανάς που λέγει ότι η φωτιά είναι τιποτένια, ότι ο θυμός μου είναι γελοίος και ανόητος, αρκετά!…- Ψιθυριστά σφάλματα, μαγικά, ψεύτικα αρώματα, παιδαριώδης μουσικές- και να σκεφτείς ότι κατέχω την αλήθεια, ότι αντικρίζω τη δικαιοσύνη: Η κρίση μου είν’ ορθή κι ακλόνητη, ένα βήμα πριν την τελειότητα…. Υπερηφάνεια. Σφίχνεται το κρανίο μου. Έλεος! Κύριε, φοβάμαι. Διψώ, πόσο πολύ διψώ! Α! νεότητα, χλόη και βροχή, η λίμνη στα βράχια,  το σεληνόφως την ώρα που το καμπαναριό σημαίνει μεσάνυχτα… Ο διάβολος είναι στον καμπαναριό, εκείνη την ώρα! Μαρία, Αγία Παρθένε! -  Φρικτή ηλιθιότητα. 
Εκεί πέρα, δεν είναι εκείνες οι ευγενικές ψυχές, που με επιθυμούν μετά μανίας;…Ελάτε…έχω ένα μαξιλάρι στο στόμα μου, δεν μ’ ακούν, είναι φαντάσματα. Τέλος πάντων, ποτέ κάποιος δεν σκέφτεται τους άλλους. Μην του αφήσετε να με ζυγώσουν. Το μόνο βέβαιο είναι, ότι η  σάρκα μου που καίγεται, αρχίζει να μυρίζει.
Οι παραισθήσεις μου είναι ατέλειωτες. Αλλά αυτό το είχα πάντα: όχι άλλη πίστη στην ιστορία, λησμοσύνη στις αρχές. Πρέπει να σιωπήσω: ποιητές και οραματιστές θα ζηλέψουν. Είμαι χίλιες φορές πλουσιότερος απ΄ όλους και άπληστος όσο και η θάλασσα. 
Α τούτο! το ρολόι της ζωής μόλις σταμάτησε. Δεν ανήκω πια στον κόσμο – η θεολογία είναι ακριβής, η κόλαση είναι βεβαίως εδώ κάτω- και απάνω ο παράδεισος – -έκσταση, εφιάλτης, ύπνος σε πύρινη φωλιά. 
Πώς το μυαλό περιπλανιέται άσκοπα στη χώρα…Σατανά, Φερδινάνδε, τρέξτε με τους άγριους σπόρους …ο Ιησούς πάνω σε βάτα πορφυρά πατά, μα δεν τα σπάζει … Ο Ιησούς βάδισε πάνω σε τρικυσμένα ύδατα. Στο φως του φαναριού τον είδαμε εκεί, ολόλευκο, με μακριά καστανά μαλλιά, να στέκει στην αναδίπλωση ενός σμαραγδένιου κύματος.
Θα αποκαλύψω όλα τα μυστήρια: μυστήρια θρησκευτικά ή της φύσης, του θανάτου, της γέννησης, του μέλλοντος, του παρελθόντος, της κοσμογονίας και της ανυπαρξίας. Είμαι ο κύριος της φαντασματογορίας.
Ακούστε! 
Είμαι ταλαντούχος! Κανένας δεν υπάρχει εδώ, και όμως υπάρχει κάποιος: Δεν θα ήθελα να σπαταλήσω το θησαυρό μου. – Θέλετε νέγρικα τραγούδια, χορούς  ουρί του παραδείσου; Θέλετε να εξαφανιστώ, να καταδυθώ μήπως και το δαχτυλίδι ανακαλύψω; Το επιθυμεί κανείς;  Χρυσάφι και γιατρικά θα φτιάξω.
Πιστέψτε με, η πίστη αποκαλύπτει, οδηγεί, θεραπεύει. Ελάτε όλοι, ακόμα και τα μικρά παιδιά, – είθε να σας παρηγορήσω, είθε να βγάλω την καρδιά μου για σας  – η θαυμαστή καρδιά μου! – Καημένοι μου άνθρωποι, ταπεινοί μου εργάτες! Δεν ζητώ τις προσευχές σας, με την πίστη σας και μόνο, θα είμαι ευτυχής. 
-Σκεφτείτε με, τώρα. Αυτή η μικρή πράξη με κάνει να συγχωρώ τον κόσμο. Έχω την ευκαιρία να μην υποφέρω περισσότερο. Η ζωή μου δυστυχώς, δεν ήταν παρά γεμάτη γλυκές ηλιθιότητες.
Μπα! Ας κάνω όλες τις γκριμάτσες που μπορώ να σκαρφιστώ.
Σίγουρα, είμαστε εκτός κόσμου. Όχι πια θόρυβος. Η αφή μου εξαφανίστηκε. A!, το κάστρο μου, η Σαξονία μου, το δάσος μου με τις ιτιές. Δειλινά και πρωινά, νύχτες και μέρες….Πόσο κουρασμένος είμαι! 
Μου πρέπει  μια δική μου κόλαση για το θυμό, μια κόλαση για την υπερηφάνειά μου-και μια κόλαση για τα χάδια· μια συμφωνία κολάσεων! 
Πεθαίνω από πλήξη. Αυτό είναι ο τάφος απ΄ όπου βορά των σκουληκιών γινόμαστε, η φρίκη των φρικών! Σατανά, κατεργάρη, θες να με διαλύσεις με τις γοητείες σου. Απαιτώ. Απαιτώ να με διαπεράσεις μ’ ένα δικράνι, να με κατακάψεις.
A! Για να ξαναγεννηθώ! Για να κοιτάξουν επίμονα τις παραμορφώσεις μας. Και αυτό το δηλητήριο, και αυτό το φιλί, το χίλιες φορές καταραμένο! Η αδυναμία μου, και η σκληρότητα του κόσμου! Θεέ μου, έλεος, κρύψε με, αρρωστημένος αμφιφέρομαι! Κρύβομαι, κι όμως δεν είμαι.
Είναι η φωτιά π’ ανασηκώνεται με τους καταραμένους.

Διονύσιος Σολωμός & Οδυσσέας Ελύτης



Αυτά από την πιστή φίλη της τέχνης και των γραμμάτων Σίσσυ



ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ

Ἒστησ Ἔρωτας χορὸ μὲ τὸν ξανθὸν Ἀπρίλη,κι  φύσις ηὖρε τὴν καλὴ καὶ τὴ γλυκειά της ὥρα,καὶ μὲς στὴ σκιὰ ποὺ φούντωσε καὶ κλεῖ δροσιὲς καὶ μόσχους
ἀνάκουστος κιλαϊδισμὸς καὶ λιποθυμισμένος.Νερὰ καθάρια καὶ γλυκά, νερὰ χαριτωμένα,

χύνονται μὲς στὴν ἄβυσσο τὴ μοσχοβολισμένη,

καὶ παίρνουνε τὸ μόσχο της, κι ἀφήνουν τὴ δροσιά τους,

κι οὖλα στὸν ἥλιο δείχνοντας τὰ πλούτια τῆς πηγῆς τους,

τρέχουν ἐδῶ, τρέχουν ἐκεῖ, καὶ κάνουν σὰν ἀηδόνια.

Ἓξ ἀναβρύζει κι ἡ ζωὴ σ' γῆ, σ' οὐρανό, σὲ κύμα.

Ἀλλὰ στῆς λίμνης τὸ νερό, π' ἀκίνητο 'ναι κι ἄσπρο,

ἀκίνητ' ὅπου κι ἂν ἰδεῖς, καὶ κάτασπρ' ὡς τὸν πάτο,

μὲ μικρὸν ἴσκιον ἄγνωρον ἒπαιξ’ ἡ πεταλούδα,

ποῦ 'χ' εὐωδίσει τσ' ὕπνους τῆς μέσα στὸν ἄγριο κρίνο.





***



ΆΞΙΟΝ ΕΣΤΙ


Επειδή και ώρες γυριζαν οπως οι μερες
με πλατια μενεξεδενια φυλλα στο ρολόι του κηπου
Δειχτης ημουν εγω
Τριτη Τεταρτη Πεμπτη
ο Ιουνιος ο Ιουλιος ο Αυγουστος
Εδειχνα την αναγκη που μου ερχοταν άρμη
καταπροσωπο Εντομα κοριτσιων
Μακρινες αστεροπες της Ιριδας -
"Ολα τουτα καιρος της αθωοτητας
ο καιρος του σκυμνου και του ροδαμου
ο πολυ πριν την αναγκη" μου ειπε
Και τον κινδυνο εσπρωξε με το 'να δαχτυλο
Στην κορφη του καβου φορεσε μελανο φρυδι
Απο μερος αγνωστο φωσφορο εχυσε
"Για να βλεπεις, ειπε, απο μεσα
στο κορμι σου φλεβες καλιο, μαγγανιο
και τ' αποτιτανωμενα
παλαια καταλοιπα του ερωτα"
Και πολυ τοτε σφιχθηκε η καρδια μου
ηταν το πρωτο τριξιμο του ξυλου μεσα μου
μιας νυχτος που εσιμωνε ισως
η φωνη του γκιωνη
καποιου που ειχε σκοτωθει
το αιμα γυριζοντας πανω στον κοσμο
Ειδα περα, μακρια, στην ακρα της ψυχης μου
μυστικα να διαβαινουνε
φαροι ψηλοι ξωμαχοι Στους γκρεμους τραβερσωμενα καστρα
Τ' αστρο της τραμουντανας
Την αγια Μαρινα με τα δαιμονικα
Και πολυ πιο βαθια πισω απ' τα κυματα
στο Νησι με τους κολπους των Ελαιωνων
Μια στιγμη μου εφανηκε θωρουσα Εκεινον
που το αιμα του εδωσε για να σαρκωθω
τον τραχυ του Αγιουδρομο ν' ανεβαινει
μια φοραν ακομη
Μια φοραν ακομη
στα νερα της Γερας ν' ακουμουμπα τα δαχτυλα
και τα πεντε ν' αναβουνε χωρια
ο Παπαδος ο Πλακαδος ο Παλαιοκηπος
ο Σκοπελος και ο Μεγαρος
εξουσια και κληρος της γενιας μου.
"Αλλα τωρα, ειπε, η αλλη σου οψη
αναγκη ν' ανεβει στο φως"
και πολυ πριν με το νου μου βαλω
ή σημαδι φωτιας ή σχημα ταφου
Κατα κει που δεν εσωνε κανεις να δει
με τα χερια εμπρος του
σκυβοντας
τα μεγαλα ετοιμασε Κενα στη γη
και στο σωμα του ανθρωπου:
το κενο του Θανατου για το βρεφος το ερχομενο
το κενο του φονικου για τη Δικαια κριση
το κενο της Θυσιας για την ιση Ανταποδοση
το κενο της Ψυχης για την Ευθυνη του Αλλου
Και η Νυχτα πανσες παλιας
πριονισμενης απο νοσταλγια Σεληνης...





Τρίτη, 9 Απριλίου 2013

Η θέση και η επιρροή της ποίησης σήμερα



Στο «υπαρξιακό» αυτό ερώτημα, επιχειρεί, να απαντήσει ο Κώστας Γεργουσόπουλος από τα «Νέα»«…Τι συμβαίνει και σήμερα η ποίηση, σαφώς βέβαια σε μίζερους καιρούς, δεν βρίσκει πρόθυμο και διαθέσιμο έναν ευαίσθητο αναγνώστη της ποιητικής πρόκλησης; Γιατί δεν συναντώνται στη μέση του δρόμου ο ποιητής με τον παραδοσιακό άλλοτε καταναλωτή ποιητικής τροφής;
Νομίζω πως η αιτία βρίσκεται και στα δύο άκρα. Ο σύγχρονος μέσος άνθρωπος εκτός από την καθήλωσή του στον ηλεκτρικό ή ηλεκτρονικό καναπέ της εικόνας και της εικονικής πραγματικότητας, εκτός από την έλλειψη χρόνου λόγω της καθημερινής καταθλιπτικής θήρας του μεροκάματου, εκτός από την απαξίωση του ποιητικού γεγονότος από τη μαζική κουλτούρα και την προπαγάνδα της, είναι και άοπλος, ξαρμάτωτος από κατάλληλα όπλα και εργαλεία, μέθοδο και πυξίδα προσέγγισης της ποιητικής γλώσσας της εποχής. Όσο περιορισμένο είναι το σύγχρονο κοινό της μοντέρνας μουσικής, της προχωρημένης ζωγραφικής, του αφηρημένου χορού και του πειραματικού θεάτρου και κινηματογράφου, άλλο τόσο ξένη φαντάζει στο μέσο απληροφόρητο και ανέτοιμο κοινό η σύγχρονη ποίηση.
Από την άλλη όμως μεριά ο ποιητής σήμερα ιδιωτεύει, ομφαλοσκοπεί, βυθίζεται στα προσωπικά του πάθη, βρίσκει καταφύγιο σε μυστικές, συνωμοτικές κατακόμβες, όπου δίκην ιερατείου και ασκητικής μοναστηριακής απομόνωσης προσεύχεται, οργίζεται, φαντασιώνεται, ονειρεύεται ή χλευάζει την ερημιά του, την αναισθησία της κοινωνίας και την ισοπεδωτική εκπαίδευση με άτεγκτο επαγγελματικό πρακτικό προσανατολισμό. Όταν η σύγχρονη ποίηση αμφιβάλλει ή ίδια για τη λειτουργική της θέση μέσα στη σύγχρονη κοινωνία, όταν ο ποιητής εμφανίζεται μέσα από το έργο του να αδιαφορεί για τα κοινά ή στην καλύτερη περίπτωση να χλευάζει, να σατιρίζει τους μηχανισμούς που καταπιέζουν την προσωπικότητα και την ελεύθερη έκφραση χωρίς να θέλει, έστω ουτοπικά, να ανοίξει ένα παράθυρο ελπίδας ή να δώσει την ευκαιρία να λειτουργήσει το έργο του σαν σωσίβιο, σαν χειρονομία αλληλεγγύης προς τον δυναστευόμενο και καταδαμαζόμενο σύγχρονο άνθρωπο. Όταν ο ποιητής έπαψε στο έργο του να νιώθει Πολίτης και η ποίησή του αρκείται να περιτυλίγει το Εγώ του με ένα κουκούλι αηδίας, απέχθειας, απαξίωσης προς τα κοινά, είναι φυσικό και λογικό να αρθρώνει μια ιδιόλεκτο, μιαν ποιητική αργκό, που λειτουργεί όπως όλες οι αργκό σαν κώδικας άμυνας, συντεχνίας, συνωμοτικής φράξιας ή μυστικής εταιρείας, σαν λέσχη μυημένων ή καταφύγιο αποσυνάγωγων, διωκόμενων, αιρετικών, πνευματικών λεπρών.
Πώς λοιπόν το απαίδευτο ποιητικά κοινό να προσεγγίσει το καταφύγιο. Κι όταν κάποιος τολμήσει να διεισδύσει στη λέσχη, δεν έχει αποκωδικοποιητή, δεν έχει μετασχηματιστή, δεν έχει φίλτρο και κλειδί να συλλάβει τα ποιητικά μηνύματα. Νιώθει όπως ο καθένας κοινός μέσος άνθρωπος μπροστά σε ένα καρδιογράφημα, μια χημική άλυσο, μια τοπολογική μαθηματική τάξη, μια φαρμακευτική σύνθεση.
Γι΄ αυτό και πολύ συχνά ο κοινός άνθρωπος που άλλοτε ήταν ποιητικά ευαίσθητος, τώρα νιώθει χωρίς άλλο έναν απέραντο σεβασμό για τους ποιητές συνάμα με ένα σύμφυτο με τον σεβασμό φόβο εξαιτίας της κρυπτικότητας, που λειτουργεί ως απειλή, της ποιητικής γλώσσας. Αισθάνεται όπως ο αμέτοχος νομικής ορολογίας κατηγορούμενος που ακούγοντας την εισαγγελική πρόταση αναρωτιέται αν τον αθωώνει ή τον καταδικάζει. Αισθάνεται σαν τον καθημερινό περιδεή ασθενή που κρατώντας μια ιστολογική εξέταση διερωτάται αν οι αναφερόμενοι στη γνωμάτευση ιατρικοί όροι δηλώνουν καλοήθεια ή κακοήθεια.
Θα μου πείτε η ποιητική γλώσσα όπως και η εικαστική, η μουσική, η θεατρική, η ορχηστρική, η κινηματογραφική ακόμη και η αρχιτεκτονική εξελίσσονται, πειραματίζονται, διευρύνουν τις εκφραστικές τους δυνατότητες, ιδρύουν νέες επικράτειες αισθητικής και ποιητικής ηθικής. Και καλά κάνουν. Αλλά η μοναξιά που αισθάνεται ο δημιουργός όταν δεν βρίσκει τον φυσικό του σύμμαχο, τον αναγνώστη, είναι αφόρητη και καταθλιπτική.
Ως εκ τούτου ο ποιητής πέρα από το κουκούλι του ασχολείται πλέον και με την «κουκουλική», με αναφορές στην ποιητική, με καταφυγές στο ερώτημα για την αναγκαιότητα της δημιουργίας και διακειμενικά ανοίγματα στους συνεταίρους της συντεχνίας, μια δηλαδή ποιητική κλειστή αλληλογραφία με τους συμπάσχοντες, τους συγκρατούμενους στο κελί της ποιητικής κλειστοφοβίας ή στην ψευδαίσθηση της κατανόησης μιας φιλικής κατάφασης της παρέας».

Στα βιβλία βρίσκουμε... (Τ. Καρλάιλ)





«Στα βιβλία βρίσκουμε την ψυχή του χρόνου που πέρασε. Τη διατυπωμένη ηχώ του παρελθόντος, όταν το σώμα και τα υλικά στοιχεία που το αποτελούν έχουν τελείως χαθεί σαν ένα όνειρο.»

Τόμας Καρλάιλ 






Λύντια Στεφάνου - Μονόλογος και Χορικά για μια νύχτα του Μάη






Εις μνήμην της σημαντικής αυτής ποιήτριας που έφυγε στις 6 Φλεβάρη. 
Μονόλογος και Χορικά για μια νύχτα του Μάη (απόσπασμα). 






Κι εγώ σαν τους τρελλούς
Πήρα ένα αντίλαλο
Τον αγκάλιασα
Κι έγινε φως. 

Δεν έχω άλλους συντρόφους

Ο Αρίων στα κύματα. 
Βλεπόμαστε καμμιά φορά σαν ταξιδεύω, αλλά
Ακολουθάει το δικό του ρεύμα
Θάλασσες επικίνδυνες αυτές – 
Ο Ιωάννης αγαπούσε τους αμνούς…. 
Μέσα στα τείχη της Ιερουσαλήμ
Ανέβαινα τα μουχλιασμένα σκαλοπάτια. 
Τότε ξεμύτισε το θηρίο
«Τον έφαγα», είπε, γλύφοντας κάγκελα που είχαν σκεβρώσει, 
Θα συνεννοηθούμε εσύ κι εγώ». 
Φόρεσε ένα μπερέ ιερατικό. 
          «Σε φτύνω», απάντησα
          «Σιχαίνομαι
Τα λέπια, το ψαρόλαδο και το λιβάνι». 
Έτριψε χάμω τα μάτια του που στάζαν αίμα. 
Θάναι του Ιωάννη, σκέφτηκα
«Όχι», είπε, έφαγα τέτοιους πολλούς. 
«Διαδόθηκε πως αυτοκτόνησαν τις νύχτες
Ποιος από πείνα, ποιος
       Από έρωτα…» 
«Δεν τον φοβούμαι, φώναξα, «τον θάνατο…» 
«Είναι το πρώτο βήμα εκείνων που με τρέφουν. 
Θα σε περιμένω», 

Είπε, και κρύφτηκε στη μαύρη πρόσοψη
Πλαισιώνοντας καλά την πινακίδα
 «Saint John’s Hospice». 

Το καλντερίμι από ψηλά σαν αποβάθρα
Μέσα στα τείχη της Ιερουσαλήμ… 
Έφερνε από μακρυά
Κιβώτια σάπια κι άλλες μυρωδιές
Από φαΐ που τρων σ’ αυτά τα μέρη, 
Κι ύστερα εγίνη σαν το κατακάθι του καφέ
Σ’ ένα φλυτζάνι
Με το πεπρωμένο. 
Ξέκοβε πέρα μια καμάρα που έμοιαζε θαλασσινή
Κι είδα στο βάθος να περνάν, 
Αγόρια και κορίτσια, 
Μια διαδήλωση
Βουβή σαν τον καιρό. 
Μόνο κινήσεις χτεσινές και πιο παληές, 
Που είχανε βρει το μέλλον: 
Ο Φεντερίκο στ’ άλογο
Με γκέμια τ’ άλικα τριαντάφυλλα
Κι ο Δημήτρης να βγαίνει απ’ την αυλή της φυλακής
Με κάτι φώτα στο κορμί του το σημαδεμένο
Από τ’ απόσπασμα
Και βρέφη ποιητές
Απ’ τους θαλάμους μετ’ ασφυξιογόνα… 
Δεν έχω άλλους συντρόφους. 



(από τη συλλογή Ποιήματα, 1958) 



KURT SCHWITTERS - Eλεεινά παιχνίδια



                                                      KURT SCHWITTERS (1887-1948)

Προσχέδιον δράματος

α. Κύριέ μου: 
β. Παρακαλώ; 
α. Συλλαμβάνεσθε. 
β. Όχι. 
α. Κύριε μου, συλλαμβάνεσθε. 
β. Όχι. 
α. Κύριε μου, συλλαμβάνεσθε. 
β. Όχι. 
α. Κύριε μου, θα πυροβολήσω. 
β. Όχι. 
α. Κύριε μου, θα πυροβολήσω. 
β. Όχι. 
α. Κύριε μου, θα πυροβολήσω. 
β. Όχι. 
α. Σας μισώ. 
β. Όχι. 
α. Θα σας σταυρώσω. 
β. Όχι. 
α. Θα σας δηλητηριάσω. 
β. Όχι. 
α. Θα σας σοδομίσω έως θανάτου. 
β. Όχι. 
α. Μη λησμονείτετον χειμώνα. 
β. Ουδέποτε. 
α. Σας μισώ. 
β. Ουδέποτε. 
α. Θα σας φονεύσω. 
β. Είπαμε: ουδέποτε. 
α. Θα σας πυροβολήσω.
β. Αυτό το ξανάπατε. 
α. Εμπρός λοιπόν, ελάτε. 
β. Δεν γίνεται να με συλλάβετε. 
α. Γιατί όχι; 
β. Το πολύ να με θέσετε υπό κράτησιν. 
α. Τότε λοιπόν σας θέτω υπό κράτησιν. 
β. Ε, αν είναι έτσι, καλώς. 


Ο β επιτρέπει στον α να τον θέσει υπό κράτησιν και τον ακολουθεί. Τα φώτα της σκηνής
σβήνουν. Το κοινό, νιώθοντας ότι το κοροϊδεύουν, θορυβεί και σφυρίζει. Η γαλαρία
κραυγάζει: "Τι αηδίες είναι αυτές!" "Να βγει έξω ο συγγραφέας!" "Τα λεφτά μας πίσω!"



(Μετάφραση: Κώστας Κουτσουρέλης)