Χαιρετώ τους φίλους της λογοτεχνίας, τους μισαλλόδοξους αγωνιστές, τα κακοπαθημένα νιάτα, τα άκρατα ορμώμενα ανθρωπάρια, τους κομπάρσους και πρωταγωνιστές της καθημερινότητας, τα βιολοντσέλα του έρωτος, τους πιστούς και άθρησκους, τις φιλήσυχες πέτρες, τους γνώστες του τίποτα, τους αποτυχημένους της δόξας, χαιρετώ αυτούς που έρπουν, τους ακρωτηριασμένους, τις μηδείες και τους γέροντες, τους αποκρυφιστές του χάους, τα σακάτικα βλήματα, τα τελώνια, τα ξορκισμένα αγγίγματα -
χαιρετώ... εσάς

Τρίτη, 27 Ιανουαρίου 2015

Ηλέκτρα Λ. - ...δεν είναι σφύριγμα αυτό που ακούς...


ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΣΠΙΤΙ

Δεν είναι που φαντάζουν
ως θεριά
{κύρτωμα βουβό Καταγεγραμμένο
σεραφείμ σε πράξη πίστεως}
Είναι που εκεί πάνω
αγέρωχα ξημερώνονται
βελάζουν σοβαρά και ανήλιαγα
είναι που τα γυμνά
και καίγονται
Ή γενικά θολώνουν
Είναι που δεν κοστίζει
και σινάφι μυστήριο εξωραΐζεται
Είναι για το τίποτα
{Εμένα}
{-Μη σου διαφύγει}
Ιδού ορμές σε 400 watt
Ιδού η νύχτα και πότε η μέρα
Ιδού το σπίτι τους και σκάλα
που εισορμά στο χώμα
Αυτό εδώ είναι το σπίτι
Μοναχική συμβολή τούβλου
και
ονείρου
Εδώ υπάρχουν ανακλάσεις
προσπερνούν και γδέρνονται
Ή ξαμολημένες φτέρνες
Είναι που οι φωνές προσανατολίστηκαν
στην ρήξη
ως σχίσμα
και βελόνα μαύρη
Το βέλτιστον εδώ
όπου μοχθούν και εξαπατούν
φαιδρότητα στα αριστερά
αμφίδρομα
Για το τίποτα ιεροσύνη
Στρατιές κορεσμένων σωμάτων
που παίζουν
και βογκούν
ως
Εξαπτέρυγα
Όλα
όρθια
σαν σκελετοί
με την παρωδία των οργάνων τους
με τη δική τους ιστορία
Σ’αυτό το σπίτι
πάντως κρατεί



ΦΟΝΙΑΣ

Ι – Ο ΑΝΩΦΕΛΗΣ

Υποτροπιάζω
ένα σύστημα ζει μέσα μου
στα λεμφαγγεία
φράζεται
το φως
να το ονομάσω
προνύμφη;

Προφύλαξη
το γεγονός ένα άτομο
που δεν κατοικεί
μέγαιρα που ρίχνει
τα χαρτιά μου χάμω
κάποιο σφάλμα ή παράλειψη;

Οφείλομαι
στην βλακεία που
χρωματίζεται
μαζί με το αίμα ρουφάει
και το πλασμώδιο
μέσω του σάλιου
χάνομαι;

Επίσης
για τα διαδεδομένα γένη
που ξαποσταίνουν
εν μέσω αργίας και χοντρής μαλακίας
αρκετά δύσκολα
περηφανεύομαι την κατάληξή μου
διακεκομμένη
ύπαρξη
για να αναγνωριστεί η στάση μου
μέσα από πλημμύρα

το μικρόβιο;

ΙΙ – Ο ΚΟΙΝΟΣ

100 ή και περισσότεροι
10-15
πολλαπλασιάζονται
με θλίψη
ή με αίμα
όλα λογαριάζονται ομοιόμορφα
συγχρονισμένες μέρες
διαφάνεια
και υγρασία
πίσω απ’το καταπέτασμα
πίσω απ’τη σιωπηρή κατανόηση
σαν εκτελεστής στέκει
η ισορροπία
απουσία της
η παρανόηση
και το τίποτα
σαν αστάθεια
πόλεμος με το φτεροκόπημα
δεν είναι σφύριγμα αυτό
που ακούς
είναι η κατανομή
του χάους

ΙΙΙ- Ο ΑΗΔΗΣ

Και η σκιά που κρέμεται
και το ένα εκατοστό
φλούδα που ζωντανεύει
και σκεπάζει
και υπάγεται
μές στα τέσσερα πόδια του
τα εκατομμύρια φτερά του
Με άλλα λόγια
άνοδος
οι πόλεμοι περιορίζονται
φαμίλιες εκδικούνται
το σύστημα ορίζει τους εχθρούς μας
Και διαστάσεις
από την πλευρά μου
μιας άγνωστης πες το
Δηλαδή διαρκεί
κινητο
          ποίηση
κακο
Τα πλήκτρα μεγαλώνουν τα χέρια μου
να πεθάνω
θέλουν
όχι να διογκωθώ
Με άλλα λόγια
σύγκρουση
Νόμιμο το ’89
δεν υπονομεύεται
Το μεθυσμένο σάρωμα
φρικιαστικής παλίρροιας
Αντέχω
Και ο επιτιθέμενος
μετράται
από τη θερμοκρασία
σαν κρασί
σαν έντομο που πρήζεται
Βάσανο στη διαμονή
δόντια αισθητήρες
Ερεθίζομαι
και μέσα από την καταφορά
εφοδιάζομαι
με τρύπες
Ομοταξία
τάξη
Υπόταξη
Ανθυπόταξη
και γέλιο
Παρηγορήσου
πεθαίνω ως πρωτεύοντο


Πηγή: http://staxtes.com/2003/?p=5756#more-5756



Κυριακή, 25 Ιανουαρίου 2015

G. Kunert - Ο Γέρος






          Ο Γέρος

          ανοίγει το παράθυρo
          που βλέπει στην αυλή και φωνάζει:
          Ησυχία! Παρακαλώ
          ησυχία! Στην αυλή
          μια γέρικη καστανιά που ρίχνει
          τα φύλλα της
          κι άλλος κανένας.

Σάββατο, 24 Ιανουαρίου 2015

Πανελλήνιος Διαγωνισμός Διηγήματος (Δίκτυο Ανταλλαγής & Αλληλεγγύης Αγίας Παρασκευής)



Τα δέκα καλύτερα διηγήματα θα εκδοθούν σε βιβλίο από τις εκδόσεις Ταξιδευτής, το οποίο θα διακινηθεί από ανέργους και άστεγους

ΠΡΟΚΗΡΥΞΗ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΥ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ 2014 – 2015
Το ΔΙΚΤΥΟ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ προκηρύσσει τον 1ο Πανελλήνιο Διαγωνισμό για τη συγγραφή διηγήματος με θέμα συναφές με την Αλληλεγγύη.
Ο διαγωνισμός θα παραμείνει ανοικτός από τις 9 Σεπτεμβρίου 2014 μέχρι και τις 31 Ιανουαρίου 2015.

ΟΡΟΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ:
1. Το θέμα πρέπει να είναι συναφές με την Αλληλεγγύη, στην ελληνική γλώσσα.
2. Το όριο των λέξεων ορίζεται στις 2.000.
3. Δεν υπάρχουν περιορισμοί εθνικότητας ή τόπου διαμονής του διαγωνιζόμενου
4. Τα διηγήματα που θα αποσταλούν δεν πρέπει να έχουν βραβευτεί σε άλλο λογοτεχνικό διαγωνισμό, να έχουν εκδοθεί ή δημοσιευθεί σε βιβλίο ή άλλο μέσο, έντυπο ή ηλεκτρονικό.
5. Κατώτερο όριο ηλικίας για συμμετοχή στο διαγωνισμό είναι η συμπλήρωση του 16ου έτους του διαγωνιζόμενου, την ημερομηνία λήξης του διαγωνισμού.
6. Τα διηγήματα πρέπει να υποβληθούν με ψευδώνυμο και σε 7 δακτυλογραφημένα αντίτυπα. Σε εσώκλειστο σφραγισμένο φάκελο αναγράφεται το πραγματικό όνομα, η διεύθυνση, το τηλέφωνο και το email του διαγωνιζόμενου. Οι φάκελοι αυτοί δεν θα ανοιχτούν, παρά μόνο σε περίπτωση διάκρισης του διαγωνιζόμενου, ενώ οι υπόλοιποι συμμετέχοντες παραμένουν άγνωστοι.
7. Τα διηγήματα να στέλνονται με απλό ταχυδρομείο (όχι συστημένα) στη διεύθυνση: Τζένη Θεοφανοπούλου, Υακύνθου 12 Αγία Παρασκευή, 15343.
Τα έργα που δεν θα τηρούν τους παραπάνω όρους δεν θα κριθούν.
ΒΡΑΒΕΥΣΗ
1. Τα δέκα καλύτερα διηγήματα θα εκδοθούν σε βιβλίο από τις εκδόσεις Ταξιδευτής, το οποίο θα διακινηθεί από ανέργους και άστεγους.
2. Τα τελικά αποτελέσματα θα ανακοινωθούν μέχρι τις 20 Απριλίου 2015, σε εκδήλωση που θα διοργανώσει το Δίκτυο Ανταλλαγής και Αλληλεγγύης Αγίας Παρασκευής.
3. Σε όλους τους διακριθέντες θα απονεμηθεί αναμνηστικό έντυπο συμμετοχής.


Περισσότερα: http://www.diktioagiasparaskevis.gr/
ΕΠΑΦΗ – ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ info@diktioagiasparaskevis.gr


Τζ. Πολίτη: Να μην επιστρέψει η λογοτεχνία στη μίμηση του παρελθόντος


Καιρός κρίσης. Κρίση... και αναζητούμε: αυτούς που κάποτε γράφανε- αυτούς που γράφουνε. Ποιός είναι ο ρόλος του συγγραφέα την εποχή αυτή που ακόμα και το βιβλίο μεταφράζεται σε λεφτά; Η σήψη των εκδοτικών οίκων που ξεκληρίζουν τους συγγραφείς και το έργο τους, όταν ένα βιβλίο μαυρίζεται ως μη εμπορικό και καταλήγει στα σκουπίδια, εξαιτίας της απάτης του best seller. 
Και έχουμε και τους άλλους, τους παλιούς που υποστηρίζουν ότι κυριαρχεί στις μέρες μας η λησμοσύνη του παλιού- επιστρέφουν, σήμερα, σε παρελθοντική γραφή. Όχι, δεν είναι επιστροφή, ούτε κυριαρχεί ο ρομαντισμός. Είναι αδιαφορία, είναι έλλειψη αυθεντικότητας, που εμποδίζει τη δημιουργία καθετί καινούργιου. Είναι λιποταξία. 

Αυτές ήταν λίγες σκέψεις από τις πάμπολλες που μου προκάλεσε το άκρως ενδιαφέρον άρθρο της Τζίνας Πολίτη που ακολουθεί...



1. Αρχίζω παραθέτοντας από δύο αγγλικά μυθιστορήματα του 18ου  αιώνα: στο πρώτο, συναντάμε την ακόλουθη αποστροφή: «Ω εσείς φτωχοί γραφιάδες που γράφετε για να τρώτε!»[1] Στο  δεύτερο συναντάμε την εξής διαπίστωση:  «για κάθε συγγραφέα που πετυχαίνει, εκατό άλλοι αποτυγχάνουν. Δεν μπορούν  να ζήσουν από το επάγγελμά τους. Είναι λοιπόν  αδιάφορο το πόσο γρήγορα πεθαίνει το έργο τους, αρκεί να μπορούν αυτοί οι ίδιοι να ζήσουν».[2]

Τα παραθέματα αυτά  οδηγούν στη σκέψη πως είναι αδύνατον να μιλήσουμε για τον συγγραφέα «σε περιβάλλον κρίσης» χωρίς να λάβουμε υπόψη μας τις υλικές συνθήκες παραγωγής και κατανάλωσης του έργου του. Κι από την άποψη αυτή,  θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι ο «συγγραφέας»,ο οποίος δεν διέθετε ίδιους  πόρους, λειτουργούσε ανέκαθεν σε «συνθήκες   κρίσης». Σε προηγούμενους αιώνες,  οι συνθήκες  λογοτεχνικής γραφής αλλά και παραγωγής του έργου εξαρτιόταν από κάποιο Πάτρωνα, η δε  κατανάλωση  από μια λίγο πολύ γνωστή κοινότητα αναγνωστών. Εξ  ου και οι κολακευτικές αφιερώσεις στον Πάτρωνα στο περικείμενο του βιβλίου, στο δε εσωτερικό του κειμένου  οι κολακευτικές αποστροφές του αφηγητή προς  στους αναγνώστες του.

Αργότερα, με την άνοδο της  αστικής τάξης,  όταν άρχισε να λειτουργεί η  εκδοτική «αγορά»  και η «εμπορευματοποίηση»  του ελεύθερου χρόνου, η απόσταση ανάμεσα στο συγγραφέα και τους αναγνώστες  του άρχισε να διευρύνεται. Νέες συνθήκες  καθόριζαν τώρα την υλική παραγωγή και κατανάλωση του έργου:    οι εκδότες που επέλεγαν το συγγραφέα και το έργο, οι βιβλιοπώλες που το διαφήμιζαν, καθώς και  η νεόκοπη εμφάνιση  της δημοσιογραφικής κριτικής  στον τότε  ημερήσιο και περιοδικό  τύπο, η οποία διαμόρφωνε  την «κοινή γνώμη» και επηρέαζε τις πωλήσεις.   Οι νέες αυτές συνθήκες, που συνδέονταν άμεσα  με την  αγορά, διαμόρφωναν σε μεγάλο βαθμό   και τον ορίζοντα των λογοτεχνικών προσδοκιών του  ευρύτερου  αναγνωστικού  κοινού. Ας αναφέρω εδώ και  την ασυστολή  πειρατεία του έργου τους, πριν καθιερωθεί το copyright (1707), το οποίο και σπάνια  τους προστάτευε!

Οι «επαναστάσεις» στην παραγωγή και την εμπορευματική προώθηση του λογοτεχνικού προϊόντος, συνδέονται, όπως ξέρουμε,  με ευρύτερες οικονομικές και εργασιακές αλλαγές. Αξίζει να αναφέρουμε εδώ τα όσα παραθέτει   ο Μαρξ το 1866 για τις συνθήκες της υλικής παραγωγής του συγγραφικού προϊόντος, βασιζόμενος  στις επίσημες  αναφορές κρατικών επιτροπών : «Η υπερβολική εργασία των ενηλίκων και ανηλίκων σε διάφορα τυπογραφεία…του Λονδίνου εξασφάλισε σε αυτή την εργασία το όνομα «σφαγεία». Η ίδια υπερβολική εργασία γίνεται και στη βιβλιοδεσία όπου τα θύματα σφαγής είναι ιδίως γυναίκες, κορίτσια και παιδιά. Δουλεύουν 14,  15  και 16 ώρες συνέχεια … με δύο ώρες μονάχα ανάπαυσης για το  φαγητό και τον ύπνο!»[3].

Αλλά και οι ίδιοι οι φτωχοί  συγγραφείς τελούσαν σε καθεστώς «δουλείας»! Έτσι,  όπως διαβάζουμε στο εξαίρετο μυθιστόρημα του George Gissing New Grub Street (1891) –  δρόμος  όπου οι εκδότες είχαν τις επιχειρήσεις τους, δεν ήταν  μόνο οι εξευτελιστικές αμοιβές που λάβαιναν οι συγγραφείς. Ήταν  και το γεγονός ότι οι νέες συνθήκες παραγωγής και κατανάλωσης  δεν άφηναν ανεπηρέαστη ακόμα  και τη μορφή και ποιότητα του έργου τους: τα μυθιστορήματα έπρεπε αναγκαστικά να αποτελούνται από τρεις ογκώδεις τόμους, και να ικανοποιούν  το γούστο της μαζικής κουλτούρας.

Στο μυθιστόρημα  αυτό του Gissing, βλέπουμε επίσης τη λειτουργία αυτού που  ο Pierre Bourdieu ονομάζει το «μικρόκοσμο του λογοτεχνικού πεδίου». Το πεδίο αυτό, επισημαίνει ο Bourdieu, είναι  ένας σχετικά αυτόνομος χώρος που δημιουργείται από μια ομάδα δρώντων, έργων και  φαινομένων  που συνιστούν τη λογοτεχνική πράξη. Είναι ένας χώρος οι δομές του οποίου ορίζονται από το σύστημα δυνάμεων που ενεργούν εντός του στη βάση  της αντιπαλότητας και του ανταγωνισμού. Στο σημείο αυτό, υπεισέρχεται και η  σχέση του κοινωνικού μικρόκοσμου του λογοτεχνικού πεδίου με τις δυνάμεις παραγωγής.[4]

Κι ας έρθουμε στο σήμερα, και δεν αναφέρομαι στην Ελλάδα όπου η εκδοτική βιομηχανία, ευτυχώς, δεν έχει ακόμα  «εκσυγχρονιστεί»! Τεράστιοι, απρόσωποι εκδοτικοί οίκοι έχουν δημιουργηθεί  όπου ο συγγραφέας δεν έχει πλέον καμιά προσωπική πρόσβαση  σε αυτούς παρά μόνο μέσω μιας  νέας κατηγορίας εργαζομένων των «μεσαζόντων» ( agents)∙ λίστες  των «ευπόλητων» βιβλίων (best sellers), οι οποίες δεν αντανακλούν  αναγκαστικά την ποιότητα του έργου αλλά συνηθέστερα τη χειραγώγηση του «γούστου», δημοσιεύονται στον τύπο, ενώ η σειρά κατάταξης μεταβάλλεται καθημερινά, δημιουργώντας έτσι στη συνείδηση των αναγνωστών  την αίσθηση του εφήμερου και της «θνησιμότητας» των έργων∙ η καθιέρωση     του θεσμού   των ετήσιων βραβείων  και το γεγονός ότι στην Αγγλία, π.χ.,  πριν την τελική κρίση των επιτροπών,  τα κείμενα  μετατρέπονται σε κερδοσκοπικά  αντικείμενα αφού τα «φαβορί» παίζονται σε εταιρείες στοιχημάτων !

Αν σε αυτά προσθέσει κανείς  και   την  τρομακτική, οικονομική κρίση,  θα διαπιστώσει ότι  εντείνει  τον ανταγωνισμό, εξοντώνει τους βιβλιοπώλες και  τις μικρές εκδοτικές επιχειρήσεις και επηρεάζει όχι μόνο την έκδοση ή μη ενός λογοτεχνικού έργου, αλλά και τη μορφή και  το περιεχόμενό του! Μέσα σε  αυτές τις δύσκολες,  αγοραίες συνθήκες  παραγωγής και κατανάλωσης, βρίσκεται παγιδευμένος  σήμερα ο μοναχικός συγγραφέας!

2. Ας έρθουμε, όμως τώρα  στο δεύτερο θέμα μας, που αφορά τη μοναχικότητα   του συγγραφέα, πριν το έργο του  εμπλακεί στις υλικές συνθήκες  παραγωγής του. Τι  επιπτώσεις  μπορεί να έχει σε  αυτό η οικονομική κρίση; Σε μια πρόσφατη συνέντευξή του, ο περουβιανός συγγραφέας Mario Vargas Liossa, υποστήριξε ότι τα «μεγάλα τραύματα» όπως η τρέχουσα  οικονομική κρίση, είναι πολύ «διεγερτικά» γιατί «κεντρίζουν» και «γονιμοποιούν» τη λογοτεχνία.  Προέβλεψε δε  την αρχή μιας «καλής εποχής» για τη λογοτεχνική δημιουργία![5] Επιτρέψτε μου να έχω ορισμένες  αμφιβολίες. Γιατί, κατά την ταπεινή μου γνώμη,   τα «μεγάλα τραύματα», όπως οι πόλεμοι και  οι οικονομικές και  κοινωνικές καταστροφές παίρνουν πολύ χρόνο πριν  ωριμάσουν, πριν βρουν την αντίστοιχη  έκφραση και μορφή  σε αυτό που ονομάζουμε  μεγάλη  λογοτεχνία. Αποτυπώσεις του «συρμού», επιδερμικές, περιγραφικές αναπαραστάσεις  της «κρίσης», στερεότυπα χαρακτήρων, πλοκής  και προβλέψιμων, μελοδραματικών  συμβάντων  μπορεί να παράγονται και να μοσχοπουλούν! Αλλά ως έκφραση και ως δομή με κανένα τρόπο δεν  αντιστοιχούν στο βάθος και το πολύμορφο κοινωνικό  φαινόμενο της κρίσης.

3. Κι εδώ, επιστρέφει  το θεωρητικό  ερώτημα που απασχόλησε τον μεγάλο Αμερικανό κριτικό της λογοτεχνίας  Edmund Wilson, ο οποίος, το 1932, δημοσίευσε μια σειρά  από βινιέτες με  τίτλο: Οι Αμερικανικοί Σπασμοί: τα χρόνια της μεγάλης οικονομικής κατάρρευσης (The American Jitters: the years of the great slump). Οι βινιέτες  αυτές αποτυπώνουν   τις συνθήκες  της ανεργίας, της πείνας, των αυτοκτονιών, των χαμένων καταθέσεων,  την εξαθλίωση των αστέγων, τις εξεγέρσεις  και την αστυνομική βία,  και μαζί, το   απρόσωπο  σύστημα  των τραπεζών, των ανώνυμων εταιριών, του χρηματιστηρίου, δυνάμεις η ευθύνη των οποίων δεν εντοπίζεται πουθενά, παρά έμμεσα   στην ιδεολογική «ηθικοποίηση» της κρίσης, την  οποία  το Σύστημα  αποδίδει  στην οκνηρία και την καταναλωτική έξη των πολιτών, καλλιεργώντας έτσι το αίσθημα της συλλογικής ενοχής και ευθύνης!  Αν δεν ήταν η απόσταση  του χρόνου, θα νόμιζε  κανείς πως ο Wilson περιγράφει  την πραγματικότητα που  ζούμε σήμερα!

Αναστοχαζόμενος την ανέμελη εποχή της επιβεβλημένης  ξέφρενης κατανάλωσης  των «Gay Twenties», που βρήκε  την τέλεια έκφραση  στο μυθιστόρημα του Scott Fitzgerald  Ο Μεγάλος Gatsby(1925), ο Wilson αναρωτήθηκε αν μπορούν πλέον οι συγγραφείς να ασχολούνται με τους λογοτεχνικούς  «πειραματισμούς» του  όψιμου μοντερνισμού, όταν εκατομμύρια ανθρώπων αντιμετώπιζαν την εξαθλίωση και το έθνος ήταν στο χείλος της καταστροφής.

Το  θεωρητικό  αυτό ερώτημα,  μαζί  με τη διαμάχη μεταξύ του Georg Lucacs   και του   Bertold  Breht, σχετικά με το αν η  ιδεολογία του Μοντερνισμού και της φορμαλιστικής πρωτοπορίας, σε αντίθεση με εκείνη του κριτικού ρεαλισμού, υπηρετεί, σε τελευταία ανάλυση, το σύστημα του Καπιταλισμού, καθώς  και εκείνη ανάμεσα στον  J.P. Sartre  και τον  Roland Barthes, σχετικά με το  αν το «κείμενο της ανάγνωσης» (texte lisible)  ή το «κείμενο της γραφής» (texte scriptible) είναι εκείνο που  απελευθερώνει και επαναστατικοποιεί  την  κριτική συνείδηση του αναγνώστη,  επανέρχεται   στην εποχή μας.

Τι πρέπει  λοιπόν να κάνουν οι συγγραφείς; Να αναστήσουν παλαιότερες μορφές της τέχνης τους; Το Ρεαλισμό, το Νατουραλισμό, την Ηθογραφία και τη  «Στρατευμένη» λογοτεχνία; Να διαγράψουν  την κληρονομιά του «Μοντερνισμού» και τους  μεταμοντέρνους «πειραματισμούς» ως μορφές έκφρασης η δομή των οποίων κρίνεται  εξ ορισμού ανίκανη να διαχειριστεί το  τεράστιο, ανθρωπιστικό  πρόβλημα  της οικονομικής και όχι μόνο  κρίσης;

Επιτρέψτε μου να δηλώσω πως θεωρώ  ότι   ο προβληματισμός αυτός είναι έωλος και  εκ των προτέρων καταδικασμένος. Γιατί,   κανείς δεν  κατέχει  την θεωρητική ή  τη θεσμική  «εξουσία»  ώστε  να υποδείξει  στους συγγραφείς (οι οποίοι με κανένα τρόπο δεν συνιστούν ένα ομοιογενές  σώμα)  ποιο είναι το  κοινωνικό καθήκον τους  και πως πρέπει να γράφουν! Αυτή  είναι μια θέση η οποία  όχι μόνο  έρχεται σε αντίθεση, αλλά συμβάλει  στην ακύρωση  της μελλοντικής  διάστασης του   ιστορικού χρόνου.

Ζούμε σε μια εποχή όπου οι Κυρίαρχες Δυνάμεις επιστρέφουν την κοινωνία πίσω στις βάναυσες  εργασιακές, κοινωνικές και πολιτισμικές   μορφές σχέσεων  του 19ου αιώνα, με στόχο να  διαγράψουν  όλα όσα κατέκτησαν με τους αγώνες τους οι λαοί  της Ευρώπης.  Ας μην συμβάλουμε  λοιπόν άθελά μας ώστε να επιστρέψει  και η  λογοτεχνία στο καθεστώς μιας  ακόμα άθλιας μίμησης του παρελθόντος!  Η μεγάλη Λογοτεχνία, ως μορφή  συμβολικής αντίστασης στις  κατεστημένες καταστάσεις, τα στερεότυπα και τις κοινότοπες μορφές,  συναισθανόμενη  τα σημεία των καιρών, χάραζε  πάντοτε  νέους δρόμους έκφρασης. Αυτό, και όχι το χρηματιστηριακό,  ήταν και είναι  το μεγάλο, ανεκτίμητο  συμβολικό κεφάλαιο  της Ευρώπης. Το  οποίο, αν δεν καταστρέφεται, συστηματικά υποβιβάζεται  σήμερα από τις οικονομικές και «πνευματικές» ελίτ. Ας το προστατέψουμε. «Συγγραφείς όλης της Ευρώπης, ενωθείτε!»



Ευχαριστώ


[1] Εdward  Kimber, The youthful adventures 0f David Leare, London, 1757.

[2] Richard Griffith,Triumverate, London, 1764.

[3] Τάκης Μαστρογιαννόπουλος, Η Ανοδος και Πτώση των Εργατικών Διεθνών, Αθήνα: Τόπος, 2013, σς.367-8.

[4] Οι κανόνες της τέχνης: Γένεση και Δομή του Λογοτεχνικού Πεδίου. Μετ. Έφη Γιαννοπούλου, Αθήνα: Πατάκης, 2006.

[5] Latin American Herald Tribune, Feb. 15, 2014.




Ρ. Κάσδαγλη - Αποσκευές


Ένα εξαιρετικό δείγμα ποιητικής γραφής από την προσφάτως αποθανούσα Ρένα Κάσδαγλη:


Μας ενοχλούσε
και τον βγάλαμε απ' τη μέση

Δεν έχει σημασία
που τον χτυπήσαμε πισώπλατα

Προοδεύουμε σε όλους τους τομείς
και συνεχίζουμε το έργο του


Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2015

Δ. Βιτάλης - Βωμολοχίες (2η & 5η)



διεξαγεται
θα πει
Δ
Ι
Εξαγεται
κι η ποιηση μου
δεν εξαγεται
Ε
Κ
Πορνευεται
και η χαρα δεν την αφηνει


~ ~ ~ 


δεν χαζευα στην τηλεοραση
χαζευα την τηλεοραση
κι η διαφορα εγγειται
στην
Ο
Ρ
Α
Σ
Η
η μαλακια βλαπτει σοβαρα
στα κατηχητικα
λεγονται οι μεγαλες αληθειες





Εκδόσεις: Διάνυσμα || Σειρά: ποίηση στην Ελλάδα της κρίσης, Νο ΙΧ

Σάββατο, 17 Ιανουαρίου 2015

Τα αδέσποτα του Octopus


Την περίοδο 1974- 1976 λειτούργησε στην περιοχή των Εξαρχείων ένα από τα πιο γνωστά αναρχικά βιβλιοφιλικά στέκια το "Octopus Press", τότε που τα βιβλία ήταν ιδέα και έκφραση- συντροφιά και διασκέδαση και όχι μέσο για να βγάλει κανείς χρήματα. Τότε που υπήρχαν ακόμα άνθρωποι που αγαπούσαν το βιβλίο και δεν είχανε την γλίτσα του σοβαρού επιχειρηματία πάνω τους. 
Παρακάτω ακολουθεί ένα ξεκαρδιστικό αδέσποτο σκίτσο- ή αλλιώς έργο Ανώνυμων δημιουργών- απ'αυτά που αφήνανε περαστικοί στον πίνακα ανακοινώσεων του Octopus Press. 





 Πηγή , συν τοις άλλοις,..



Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2015

Ε. Κόλλια - Ζωντανό Γλυπτό


Σκέφτηκα μιας και μπήκε το νέο έτος, έτσι για αλλαγή να αφιερώσουμε όσο μπορούμε το ιστολόγιο αυτό στους νέους άγνωστους συγγραφείς που φευγαλέα ζωντανεύουν, όταν κάποιος τυχαία διαβάζει το έργο του. Να περάσει κάπως έτσι η ηγεμονία των μεγάλων που φιγουράρουν παντού, που χωρίς να απαξιώνονται εδώ μέσα... κάπως πρέπει να σιγήσουν. 



ΖΩΝΤΑΝΟ ΓΛΥΠΤΟ 

Το πιο δύσκολο υλικό είναι ο άνθρωπος
γιατί δουλεύεται μόνο από μέσα
     για να χάσει σχήμα και μορφή,
ν' αποσυνδεθούν οι χωμάτινοι αρμοί
νέοι, άκτιστοι να συναφθούν δεσμοί
που από σκελετό παγιδευμένου καιρού
το σώμα θα φέρουν συμμετρία αδαπάνητη
πόροι καινούργιοι ν' ανοιχτούν στην αφή
που αλλιώς θα διαβάζουν την πλάση
    απ' ότι το εξώφυλλο δέρμα
για να καταλυθεί της πρόσοψής του
το μικρόφθαλμο ομοίωμα 
    και δυο μάτια αρρύπαντα
να αρθούν στων ανατάσεων το ύψος. 

Θέλει σφυριές απανωτές και καλέμι τρυφερό 
    για να σχιστεί το στήθος του φόβου,
να βρει η καρδιά των παλμών της το αίτιο
αναίμακτο νου και ψυχή απ' την ανάγκη αβύθιστη. 


Η Ελένη Κόλλια γεννήθηκε στην Αθήνα το 1968. Σπούδασε γαλλική γλώσσα και φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ο «Ένοικος του ενικού» είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή. Έχει μεταφράσει τα «Τελευταία ποιήματα του έρωτα» του Πωλ Ελυάρ, » Ποιήματα » του Μαρσέλ Προυστ, «Το μεθυσμένο καράβι – Επιστολές» του Αρθούρ Ρεμπώ.


Σάββατο, 10 Ιανουαρίου 2015

Φ. Άβερμπαχ - Ψυχανάλυση






Ένα ενδιαφέρον ποίημα από τη νεαρή ποιήτρια και συγγραφέα παραμυθιών Φραντσέσκα Άβερμπαχ:

Ο ψυχαναλυτής μου
Έχει μαύρους τοίχους

Κάθε που του χτυπώ την πόρτα
Θέλω να φύγω

Κάθε που τον συναντώ
Κουβαλώ λευκές κιμωλίες
Και συγγράφω

Κείνος με κοιτά απορημένος
Σα να δραπέτευσα
Απ’ τα λουκέτα της φθοράς

Όλο με κοιτά
Που δε τον κοιτώ
Και θέλω να φύγω

Καμιά φορά
Θέλω να φυτέψω
Ένα πιστόλι
Σκοτώνοντάς του
Τη γνώση του
Για μένα

Ο ψυχαναλυτής μου
Κάνει δοσοληψίες ανόητων φαρμάκων
Τα έχω δει να παίζουν κρυφτό
Πίσω απ΄ τα σκοτεινά βιβλία του

Έχει απλώσει έναν πίνακα ζωγραφικής
Έναν ήλιο με πορτοκαλί φτερά
Τι ειρωνεία!
Δε μοιάζω εγώ με ήλιο;

Πολλές φορές
Μου μιλά άσχημα
Φωνάζει
Που κάνω κούνια μπέλα το κορμί μου
Με καθίζει στο παράθυρο
Να δω τους γυμνούς ουρανούς.
Και ερωτώμαι.
Δεν είμαι εγώ ένας ουρανός;

Τι όνειδος! Να συναγελάζομαι με έναν γκρι χιονάνθρωπο.

Δεν είμαι ασθενής κανενός.