Ξέρουμε πως προσβάλλουμε τα πνευματικά δικαιώματα με την κάθε δημοσίευση στο blog και ότι με ένα νεύμα του νόμου και του δημιουργού και του κληρονόμου και του εκδοτικού και του θιγμένου θα μπορούσαμε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να βρεθούμε είτε πίσω από τα κάγκελα, είτε πάνω σ'αυτά. Όμως ό,τι ανεβαίνει, ανεβαίνει από την φυσική διάθεση να μοιραστούμε, να θυμίσουμε, να μονολογήσουμε όπως θα το κάναμε ούτως ή άλλως.

Τρίτη 5 Σεπτεμβρίου 2017

Jack Kerouac - Οι Υποχθόνιοι [1]

Μέσα από τους Υποχθόνιους, ο Κέρουακ μέσα από τον Λήο Πέρσπηντ- ένα νέο και αναγνωρισμένο συγγραφέα- μέσα στην περίφημη γειτονιά με την ειρωνική ονομασία, το Χέβενλυ Λέην του Σαν Φρανσίσκο, συνειδητοποιεί πόσο δύσκολο είναι να καταλάβει κανείς τους υποχθόνιους ανθρώπους, δύσκολο να εκφραστεί ελεύθερα ακόμη κι ανάμεσα σε καλλιτέχνες, δύσκολο να ξυπνήσει το πρωί στο γκρίζο Σαν Φρανσίσκο ολόκληρος, δύσκολο να του επιτρέψουν η ζωή του να είναι ένας σωρός από μπύρες, διαδρομές, νύχτες και όνειρα.


Ίσως αυτό το «Δεν καταλαβαίνεις» της Μαρντού – κεντρικής ηρωίδας του βιβλίου – να είναι ό,τι πιο υποχθόνιο έχει ειπωθεί ποτέ από άνθρωπο.


(Ο Άνταμ Μούραντ στους Υποχθόνιους είναι ο Α. Γκίνσμπεργκ, ο Λήο Πέρσπηντ είναι ο Τ. Κέρουακ, ο Γιούρι Γκλιγκόρικ είναι ο Γ. Κόρσο)


[...] Αχ λυπημένη Μαρντού με μικρά σκοτεινά μάτια κυτάζοντας με πόνο και περίμενε όλη νύχτα σε σκοτεινό κρεβάτι και ο σουρωμένος την κυτάει θολά και πράγματι τρέχω αμέσως κάτω για να πάρω δυο κουτιά μπύρα να συνέλθω – («Να βάλω χαλινάρι στους φοβερούς κυνηγούς κεφαλών» θα έλεγε ο Γέρο Μπαλ Μπαλούν), έτσι καθώς πλενόταν για να βγει έξω χασμουρήθηκα δυνατά και σαλτάρισα – έπεφτα για ύπνο περιμένοντάς την να γυρίσει πράγμα που έγινε αργά το απόγευμα, ξυπνώντας για να ακούσω τις φωνές των αθώων παιδιών κάτω στα στενά – η φρίκη της φρίκης, και αποφασίζοντας, «Θα γράψω αμέσως ένα γράμμα στον Λαβαλίνα», βάζοντας μέσα ένα δολλάριο και ζητώντας συγνώμη που μέθυσα τόσο πολύ και φέρθηκα με τέτοιον τρόπο ώστε να με παρεξηγήσει – η Μαρντού γυρνώντας, κανένα παράπονο, μονάχα ένα δυο λίγο αργότερα, και οι μέρες κυλώντας και περνώντας και όμως με συγχωρεί αρκετά ή είναι αρκετά ταπεινό μέσα στο ξύπνημα του άστρου μου που πράγματι σβήνει να μου γράψει, μερικές νύχτες αργότερα, αυτό το γράμμα:

Αγαπημένο μου μωρό,

Δεν είναι καλά, να ξέρεις τον χειμώνα που έρχεται-

Καθώς παραπαπονιόμασταν τόσο πολύ για τις ζέστες και τώρα οι ζέστες είχαν τελειώσει, κάτι ψυχρό κυκλοφορούσε στον αέρα, μπορούσες να το νοιώσεις στην βροχερή γκρίζα ατμόσφαιρα του Χέβενλυ Λέην και στην όψη του ουρανού και νύχτες με περισσότερη κυματιστή λάμψη στα φώτα του δρόμου. –
-Και πως η ζωή θα γίνει λίγο πιο ήσυχη – και θα είσαι σπίτι γράφοντας και
τρώγοντας καλά και θα περνάμε ευχάριστες νύχτες αγκαλιασμένοι ο ένας με τον άλλον – και είσαι σπίτι τώρα, ξεκούραστος και τρώγοντας καλά γιατί δεν θα έπρεπε να λυπάσαι τόσο πολύ. –

            Γραμμένο μετά που, μια νύχτα, στην Μάσκα μαζί της και με τον νεοφερμένο και μελλοντικό εχθρό Γιούρι στο μεταξύ κάτι σαν μικρό αδερφό είχα πει ξαφνικά «Νοιώθω απίθανα λυπημένος μου’ ρχεται να πεθάνω, τι μπορούμε να κάνουμε;» και ο Γιούρι πρότεινε «Πάρε τηλέφωνο τον Σαμ,» πράγμα που μέσα στην λύπη μου, το έκανα, και τόσο ειλικρινά, ώστε ενώ σε άλλη περίπτωση δεν θα έδινε καμιά σημασία όντας δημοσιογράφος και πετυχημένος και χωρίς καιρό για χάσιμο, μας δέχτηκε και τους τρεις μας, για να πάμε αμέσως, από την Μάσκα, στο διαμέρισμα του στο Ράσσιαν Χιλ όπου πήγαμε, εγώ μεθώντας περισσότερο παρά ποτέ, ο Σαμ όπως πάντα να μου δίνει γροθιές και να λέει «Τι κακό κι αυτό με σένα, Πέρσπηντ,» και, «Κατά βάθος είσαι ένα σάπιο πράμμα» και «Εσείς οι Κάνοκ είστε στ’ αλήθεια όλοι ίδιοι αλλά πιστεύω πως δεν θα το παραδεχτείτε μέχρι να πεθάνετε.» - Η Μαρντού παρακολουθούσε διασκεδάζοντας, πίνοντας λίγο, τελικά ο Σαμ, πέφτοντας τύφλα στο μεθύσι, αλλά όχι στ’ αλήθεια, επιθυμώντας να πιει κι’ άλλο, πάνω από ένα μικρό χαμηλό τραπέζι σκεπασμένο μια πιθαμή με σταχτοδοχεία γεμάτα μέχρι επάνω και ποτά και μικροπράγματα, μπαμ και κάτω, η γυναίκα του, με μωρό κούνιας, αναστενάζοντας- ο Γιούρι που δεν έπινε αλλά μονάχα κύταζε με κάτι μάτια σαν χάντρες, αφού μου είχε πει από την πρώτη μέσα που ήρθε, «Ξέρεις Πέρσπηντ στ’ αλήθεια μ’ αρέσεις τώρα, στ’ αλήθεια τώρα αισθάνομαι πως επικοινωνώ μαζί σου», πράγμα που θα έπρεπε να υποπτευθώ, σ’ αυτόν επειδή αποτελούσε ένα είδος κακού ενδιαφέροντος μέσα στην αθωώτητα της δραστηριότητας μου, που ήταν όλη σχετική με την Μαρντού.

            -γιατί δεν θα έπρεπε να λυπάσαι τόσο πολύ

Ήταν το μόνο γλυκό σχόλιο που η σπαρακτική Μαρντού έκανε για εκείνην την ολέθρια φοβερή νύχτα – όμοια με το παράδειγμα 2, που ακολουθεί το προηγούμενο με το Λαβαλίνα, την νύχτα, με το όμορφο σαν φαύνο αγόρι που είχε κοιμηθερί με την Νίκυ δυο χρόνια πριν μετά από ένα μεγάλο διεφθαρμένο άγριο πάρτυ που το είχα οργανώσει εγώ ο ίδιος τον καιρό που ζούσα με την Νίκυ την υπέροχη κούκλα της βρυχώμενης μυθικής νύχτας, βλέποντας το στην Μάσκα, και μαζί με τον Φρανκ Τσάρμοντυ και όλους τους άλλους, τραβώντας τον από το πουκάμισο, επιμένοντας να έρθει μαζί μας και στα άλλα μπαρ, η Μαρντού τελικά μέσα στην θολούρα και τον βρυχηθμό της νύχτας να μου φωνάζει «Ή εγώ ή αυτός που να πάρεις ο διάολος», αλλά στ’ αλήθεια δεν το έλεγε στα σοβαρά η ίδια συνήθως δεν έπινε γιατί ήταν υποχθόνια αλλά στην υπόθεση με τον Πέρσπηντ ήταν τώρα γερό ποτήρι) – έφυγε, την άκουσα να λέει «Πάει, τέρμα» αλλά ποτέ ούτε για μια στιγμή δεν το πίστεψα και δεν ήταν έτσι, αργότερα γύρισε, την είδα ξανά, τα ξαναφτιάξαμε, ήμουν για άλλη φορά το κακό παιδί και πάλι με τρόπο αλλόκοτο σαν τεκνό, αυτό με καταπίεσε και πάλι καθώς ξύπνησα στο γκρίζο Χέβενλυ Λέην πρωί – πρωί ζαλισμένος ακόμα από την μπύρα. – Αυτή είναι η ομολογία ενός ανθρώπου που δεν μπορεί να πιει. – Και έτσι το γράμμα της που έλεγε:

            γιατί δεν θα έπρεπε να λυπάσαι τόσο πολύ – και νοιώθω καλύτερα όταν είσαι καλά.

Συγχωρώντας, ξεχνώντας όλην αυτήν την θλιβερή παλαβομάρα όταν το μόνο που θέλει να κάνει, «Δεν θέλω να βγαίνω έξω και να πίνω και να μεθοκοπάω με όλους τους φίλους σου και να πηγαίνω συνέχεια στου Ντάντε και να βλέπω όλους εκείνους τους Ζυλιέν και τους υπόλοιπους πάλι και πάλι, θέλω να καθόμαστε ήσυχοι στο σπίτι, να ακούμε ραδιόφωνο και να διαβάζουμε κάτι τέτοιο μωρό μου μ’ αρέσουν τα έργα, τα σινεμά στην οδό Αγοράς, στ’ αλήθεια μ’ αρέσουν.» - «Αλλά εγώ τον μισώ τον σινεμά, η ζωή έχει περισσότερο ενδιαφέρον» (άλλη μια θεωρία) – το γλυκό της γράμμα συνεχίζει:

            είμαι γεμάτη παράξενα συναισθήματα, ξαναζώντας και ξαναδίνοντας σχήμα σε πολλά παλιά πράγματα [...]





Σημείωση: η ορθογραφία έχει διατηρηθεί όπως υπάρχει στο βιβλίο Οι Υπόγειοι (1980) των εκδόσεων υπό σκέψη, μτφ: Λευκή Γιαννοπούλου




Σάββατο 26 Αυγούστου 2017

Διαγωνισμός Ζυθολογοτεχνίας Χικ!

Έχεις βαρεθεί τους ίδιους και τους ίδιους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς; Διαρκώς Επιστροφή, Μνήμη, Καβάφης, Καλοκαίρι, Λέξεις, Αγάπη, Οικογένεια; 
Αν όχι, έχεις ξεμείνει και θες να πιεις λίγη μπύρα παραπάνω; 

Στείλε την ιστορία σου (με όποιο περιεχόμενο θες) έως 1500 λέξεις, που να περιλαμβάνει απαραίτητα μία (1) τουλάχιστον φορά, Δέκα (10) από παρακάτω λέξεις/μπύρες, με όποια σειρά και όσες φέρεις θέλεις: 

ΑΡΓΩ, ΔΙΑΣ, ΚΙΡΚΗ, ΦΟΝΙΑΣ, ΠΙΚΡΗ, ΒΟΡΕΙΑ, ΔΕΛΦΟΙ (DELPHI), ΘΕΡΟΣ, ΒΑΜΠΙΡ (VAMBEER), ΕΡΕΒΟΣ, ΣΤΑΛΑ, ΠΛΑΣΤΙΓΓΑ, MOLOTOV, ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ, ΚΟΥΚΟΥΒΑΓΙΑ (NOCTUA), ΣΚΟΤΕΙΝΕΣ ΚΑΛΛΙΕΡΓΙΕΣ (DARK CROPS), ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ (OLYMPICA MAGNA), ΧΙΟΣ, ΜΥΚΟΝΟΣ (MIKONU), ΤΡΕΛΛΟ ΓΑΙΔΟΥΡΙ (CRAZY DONKEY), ΦΛΑΡΟΣ, ΛΥΡΑ, ΣΟΛΟ, ΦΟΥΡΙΑΡΗΣ, ΣΚΟΤΙΔΙ, ΑΜΕΡΙΚΑΝΑ, ΧΩΡΙΑΤΙΚΗ, ΑΣΚΙΑΝΟΣ, ΨΑΚΙ, ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΗΣ, 56 ΝΗΣΙΑ (56 ISLES), ΣΚΝΙΠΑ, ΘΗΤΑ, ΩΜΕΓΑ, ΕΨΙΛΟΝ,  ΠΑΛΙΡΡΟΙΑ (MAREA), ΗΦΑΙΣΤΕΙΟ (VOLKAN), ΚΑΤΣΙΚΑ, ΟΔΥΣΣΕΙΑ (ODYSSEY), ΑΛΗ, ΓΙΑΝΝΗΣ ή ΓΙΑΝΝΗΔΕΣ (JOHNNIES), ΔΕΥΤΕΡΑ, ΤΡΙΤΗ, ΤΕΤΑΡΤΗ, ΠΕΜΠΤΗ, ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, ΣΑΒΒΑΤΟ, ΚΥΡΙΑΚΗ, 8Η ΜΕΡΑ, ΛΑΒΑ (SEPTEM), ΚΕΡΚΥΡΑ, IONIO (CORFU), ΕΠΤΑ ΣΤΑΓΟΝΕΣ (SEVEN DROPS) 

Στείλε την ιστορία σου εδώ μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου, μαζί και τα στοιχεία επικοινωνίας σου. 


Βραβεία XIK:
1ος Νικητής: 1 κιβώτιο 24 φιάλες με τις μπύρες που χρησιμοποιήθηκαν στην ιστορία + 3 αντίτυπα της συλλογής
2ος Νικητής: 1 κιβώτιο 12 φιάλες με τις μπύρες που χρησιμοποιήθηκαν στην ιστορία + 2 αντίτυπα της συλλογής
3ος Νικητής: 6 φιάλες με τις μπύρες που χρησιμοποιήθηκαν στην ιστορία + 1 αντίτυπο της συλλογής
Για κάθε συμμετέχοντα (με δημοσιευμένη ιστορία): Κέρασμα μια παγωμένη μπύρα στο Coffee24/Beer24 


Περισσότερες πληροφορίες πατήστε εδώ 

Δευτέρα 21 Αυγούστου 2017

Ν. Χριστιανόπουλος - Επέτειος



[...]

Δὲν ξέρω τί τῆς ἔκανες αὐτῆς τῆς καρδιᾶς
καὶ ξημεροβραδιάζεται μὲ τ’ ὄνομά σου
ὅμως ἐγὼ εἶμαι ἀδύνατος ἄνθρωπος,
ἡ σάρκα μου πεινάει, θέλει νὰ φάει,
τὸ αἷμα μου κρυώνει, θέλει νὰ ζεσταθεῖ.

Νὰ φύγεις ἀπ’ τὴ μνήμη μου καὶ τὴν καρδιά μου



Κυριακή 20 Αυγούστου 2017

Ντίνος Χριστιανόπουλος



όταν μου λες πως μ' αγαπάς

μην ξεχνάς τα παζάρια που προηγήθηκαν

και μη θαρρείς πως είσαι τίποτα

επειδή σε προσκυνώ

Κυριακή 13 Αυγούστου 2017

Αργύρης Χιόνης





Ι'

Το καρφί
Παρακαλούσε το σφυρί
Να μην το χτυπάει

Ο τοίχος
Παρακαλούσε το καρφί
Να μην το τρυπάει

Το σφυρί δεν παρακαλούσε κανέναν

Παράξενο..

Δευτέρα 7 Αυγούστου 2017

Μέλπω Αξιώτη - Κάδμω (θραύσμα)






"Τι θα μπορείς να γίνεις όταν δεν θα είσαι πια άνθρωπος; 
Τίποτα το εγκόσμιο. 
Ένα μικρό μαμουνάτο στην ακρογιαλιά, απολιθωμένο, που θα το βρει τυχαία κανένα παιδί..."