Ξέρουμε πως προσβάλλουμε τα πνευματικά δικαιώματα με την κάθε δημοσίευση στο blog και ότι με ένα νεύμα του νόμου και του δημιουργού και του κληρονόμου και του εκδοτικού και του θιγμένου θα μπορούσαμε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να βρεθούμε είτε πίσω από τα κάγκελα, είτε πάνω σ'αυτά. Όμως ό,τι ανεβαίνει, ανεβαίνει από την φυσική διάθεση να μοιραστούμε, να θυμίσουμε, να μονολογήσουμε όπως θα το κάναμε ούτως ή άλλως.

Τρίτη, 3 Οκτωβρίου 2017

Αργύρης Χιόνης - Ο Εσωφάγος

Μνήμη Γιώργου Κ. Καραβασίλη



Ο Εσωφάγος είναι ένα ελάχιστο, αδηφάγο, αειφάγο τέρας, κάτι σαν σαράκι, αλλά πολύ πιο ύπουλο, πολύ πιο επικίνδυνο. Για να γίνω σαφέστερος, ενώ το σαράκι τρώει μόνο ξύλα και, τρώγοντάς τα, κάνει τόσο θόρυβο που είναι πολύ εύκολο να εντοπισθεί και ν’ αντιμετωπισθεί, ο εσωφάγος είναι παμφάγος και εντελώς αθόρυβος, δηλαδή μη εντοπίσιμος και αντιμετωπίσιμος. Τρυπώνει ύπουλα παντού, μέσα σε ξύλα, σίδερα, πέτρες, γυαλιά κι ανθρώπους, και κάνει τη δουλειά του, τη φρικτή δουλειά του, αργά αργά και συστηματικά και με μια τεχνική εντελώς πανούργα. Κατ’ αρχάς, για να εισχωρήσει μες στα θύματά του απαρατήρητος, ποτέ καινούργια τρύπα δεν ανοίγει, αλλά χρησιμοποιεί ήδη υπάρχουσες εισόδους όπως αστοκάριστες οπές από καρφιά ή βίδες, ανεπαίσθητες ουλές από σκουριά, ελάχιστες ρωγμές ή ραγισματιές, ένα σπυρί σπασμένο, ένα κακοσφραγισμένο δόντι… Ύστερα, εντός του θύματός του πλέον, αρχίζει να το αδειάζει, από μέσα, λίγο λίγο, ανεπαίσθητα σχεδόν, αφήνοντας ωστόσο, μέχρι τέλους, ανέπαφο το γενικό περίβλημα, το κέλυφος. Κι εδώ αρχίζει η τραγωδία. Γυρίζεις ένα βράδυ σπίτι σου, λιγάκι μεθυσμένος ίσως, και βάζεις το κλειδί στην κλειδαριά κι η κλειδαριά υποχωρεί και πέφτει αθόρυβα στο δάπεδο και το κλειδί σου μένει απορημένο μέσα σε μια υπερμεγέθη τρύπα κι ακουμπάς την πόρτα, δεν τη σπρώχνεις, απλώς την ακουμπάς, κι η πόρτα σωριάζεται αθόρυβα στη γη, κι εσύ, όχι ζαλισμένος από το πιοτό, αλλά απ’ όσα ανήκουστα συμβαίνουνε μπροστά σου, απελπισμένα αναζητάς έν’ αποκούμπι και γέρνεις ώμο και κεφάλι στον παραστάτη της εισόδου κι ο παραστάτης καταρρέει και το σπίτι ολόκληρο αφανίζεται αθόρυβα, χωρίς ούτε ένα κρακ, σαν ν’ άδειασε κανείς από ψηλά ένα σακί αλεύρι, σκόνη, μονάχα σκόνη που, όταν κατακάθεται, αποκαλύπτει έν’ άδειο οικόπεδο εκεί που ήτανε το σπίτι σου πριν λίγο.

Όλες αυτές οι πολυκατοικίες, όλοι αυτοί οι ουρανοξύστες, που φτιάχτηκαν για πάντα και καταρρέουν μ’ ένα τίποτε, μ’ ένα σεισμό μονάχα δύο Ρίχτερ, έχουν διαβρωθεί από αυτό το απεχθές, αυτό το ύπουλο ζωύφιο.

Το τραγικότερο όλων όμως είναι να συναντάς στο δρόμο φίλο σου, φίλο αγαπημένο που έχεις χρόνια να τον δεις, και με λαχτάρα να τον αγκαλιάζεις και να ανακαλύπτεις ξαφνικά ότι αγκάλιασες το τίποτε, αφού αμέσως σκόνη γίνεται, σκόνη που την τινάζεις απ’ τα ρούχα σου και συνεχίζεις να βαδίζεις μέσα σ’ αυτό τον εφιάλτη που λέγεται ζωή, αλλ’ είναι, στην ουσία, το βασίλειο του εσωφάγου.




[Όντα και μη όντα, 2006]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου