Τι κοινό έχω εγώ με τους εβραίους;
Εγώ δεν έχω τίποτα κοινό ούτε με τον ίδιο μου τον εαυτό!
Φραντς Κάφκα
![]() |
| Metamorphosis, 1912. Βιβλίο του Franz Kafka, σχετικά με τη μεταμόρφωση του ανθρώπου σε σκαθάρι. Ένα σπουδαίο βιβλίο που μίλησε για την αγωνία και την αλλοτρίωση μίας ολόκληρης εποχής. |
«Οι Γυναίκες ζούνε σαν Νυχτερίδες
ή Κουκουβάγιες,
εργάζονται σαν Κτήνη
και πεθαίνουν σαν Σκουλήκια»
M. Cavendish
Η Margaret Cavendish Δούκισσα του Νιουκάσλ (17ος αι.), ήταν αγγλίδα αριστοκράτισσα, φιλόσοφος, ποιήτρια, επιστήμονας, μυθιστοριογράφος, δοκιμιογράφος, θεατρική συγγραφέας. Την φωνάζανε Τρελο-Ματζ (Mad Madge) εξαιτίας της επίµονης ενασχόλησής της µε τη λογοτεχνία και το γράψιµο, ενώ άσκησε κριτική σε επιφανείς διανοητές της εποχής της, τον Τόµας Χοµπς και τον Ρενέ Ντεκάρτ. Υψωσε µία από τις πρώτες φωνές υπέρ των δικαιωµάτων των ζώων. ∆εν έκρυψε ποτέ την επιθυµία της να γίνει διάσηµη µέσα από το έργο της. Και όλα αυτά σε µια εποχή όπου όσες, ελάχιστες, γυναίκες τολµούσαν να δηµοσιεύσουν λογοτεχνικά ή φιλοσοφικά κείµενα δεν τα υπέγραφαν ποτέ µε το όνοµά τους. Ισως γι’ αυτό ο σύγχρονός της Samuel Pepys αποκαλούσε την Κάβεντις «τρελή, ξιπασµένη και γελοία».*
Η συγγραφή της απευθύνθηκε σε διάφορα θέματα, όπως το φύλο, η εξουσία, οι τρόποι, η επιστημονική μέθοδος κι η φιλοσοφία. Ο ουτοπικός της ρομαντισμός, Ο φλεγόμενος κόσμος («The Blazing World»), είναι ένα από τα πρώτα παραδείγματα επιστημονικής φαντασίας.
"υπήρξε έντονη ανταλλαγή απόψεων, υπέρ και κατά - όπως φαίνεται δε, οι περισσότεροι είναι κατά και πιστεύουμε ότι πολλά τραγούδια θα ακουστούν στην πόλη για το γεγονός".
Η επίσκεψη της Cavendish στην Εταιρία δημιούργησε ένα προηγούμενο - αλλά αρνητικό. Καμία γυναίκα δεν εξελέγη πλήρες μέλος της Βασιλικής Εταιρίας ως το 1945. Επί 300 σχεδόν χρόνια, η μόνη γυναικεία παρουσία στη Βασιλική Εταιρία ήταν ένας σκελετός για τα μαθήματα ανατομίας.
Ωστόσο, η Cavendish, πέντε χρόνια πριν την περίφημη επίσκεψη της στην Εταιρία, είχε συγγράψει ένα θεατρικό έργο με τίτλο The Female Academy, θέλοντας να παρουσιάσει τη σύγκρουση ανάμεσα σε μία αποκλειστικά γυναικεία και αντρική Ακαδημία. Καθώς η πλοκή του έργου εξελίσσεται, οι άντρες της πόλης εξοργίζονται με την απομόνωση των γυναικών στην Ακαδημία. Δημιουργούν λοιπόν μία αντρική ακαδημία δίπλα ακριβώς από την γυναικεία και παρακολουθούν τα μαθήματά τους από μία τρύπα στον τοίχο. Καθώς ακούνε περαιτέρω συζητήσεις πάνω στην αλήθεια, την φιλία, το θέατρο, τη ματαιοδοξία, την ανηθικότητα, την μοχθηρία, οι άντρες δυσαρεστούνται όλο και περισσότερο, όχι μόνο γιατί θεωρούν τις γυναίκες αχάριστες που δεν αρκούνται στο δώρο της Φύσης (να γονιμοποιούν), αλλά γιατί δεν αναφέρουν τους άντρες [τους] ούτε στις συζητήσεις, ούτε στα επιχειρήματά τους, ούτε γενικά - σαν να μην υπήρχαν. Το έργο της Cavendish τελειώνει με τους άνδρες να προκαλούν έναν εκκωφαντικό θόρυβο με ορειχάλκινες τρομπέτες για να διαλύσουν / βγάλουν το σμήνος των ακαδημαϊκών μελισσών από την ακαδημία (που ήταν και ένας ξεκάθαρος υπαινιγμός στο εργο του John Knox "The First Blast of the Trumphet Against the Monstrous Regiment of Women"**.
Τι απέγινε τελικά η Margaret Cavendish; Ίσως να θεωρήσουμε τέλος της τα λόγια της Virginia Woolf: «έβλεπε το πλήθος να στριµώχνεται γύρω από την άµαξά της όποτε έβγαινε από το σπίτι της, καθώς η τρελή ∆ούκισσα έγινε µπαµπούλας για να φοβίζουν οι µαµάδες τις έξυπνες θυγατέρες τους»*.
* Αρκουμανέα Λουίζα, 2012. Και πεθαίνουν σαν σκουλήκια, Το Βήμα, https://www.tovima.gr/2012/01/15/culture/kai-pethainoyn-san-skoylikia/
** Schiebinger L., 2006. Ο Νους δεν έχει Φύλο; Οι Γυναίκες στις Απαρχές της Νεωτερικής Επιστήμης, εκδ. Κάτοπτρο
[...] πάει και πάει ο μικρός βασιληάς πολύς δρόμος. Εκεί που πάει ένα ποτάμι βαθύ. Στο βυθό τρεις πνιγμένοι σα να συζητούν ο ένας απέναντι στον άλλο. Όρθιοι κι απαλά μπλέκουν τα χέρια τους και σκεπασμένοι με το πράσινο ζωντανό χνούδι του βυθού οι τρεις αγαπημένοι πνιγμένοι φίλοι. Και πάει πάει και συναντά μια ψηλή γυναίκα και γύρω της μικρά παιδιά. Η γυναίκα έφτιαχνε ένα περιδέραιο με χοντρές χάντρες τα παιδιά γύρω της. Οι χάντρες σαν μικρά κρεμμύδια. Πλησιάζει και βλέπει. Βολβοί ματιών οι χάντρες. Τα παιδάκια με τρύπια πρόσωπα η γυναίκα περνούσε στην κλωστή μάτια τα παιδάκια μείνανε χωρίς μάτια. Ο Τ κρατά μια μακρυά βελόνα. Σηκώνει το απαλό ματόφυλλο. […] Μπήγει βαθιά την βελόνα στην κόγχη και βαθιά και βαθιά.
Γιώργος Χειμωνάς, Μυθιστόρημα, σ. 202-203
Δε μου είναι πια εύκολο
μήτε θελητό
να γράφω στιχάκια.
Γύρω παραμονεύουνε οι σκοτωμένοι
με γάντζους και στριφτά μαχαίρια
κι ο τόπος αφρίζει ποτάσα.
Μου το ’λεγαν ότι στο τέλος
η Χαλιμά τα ξέρασε πετρέλαιο
τα παραμύθια.
Έτσι στους δύσκολους καιρούς
παίρνω ένα καλάθι μανιτάρια
και παρασταίνω
την πεντάμορφη του δάσους.
Στην αρχή μοιάζει λίγο
σα να βουτάς με το κεφάλι
απ’ τον τοίχο.
Πιο έπειτα το συνηθίζεις και σ’ αρέσει.
Το Σόι, εκδ. Κέδρος, 1990