Ξέρουμε πως προσβάλλουμε τα πνευματικά δικαιώματα με την κάθε δημοσίευση στο blog και ότι με ένα νεύμα του νόμου και του δημιουργού και του κληρονόμου και του εκδοτικού και του θιγμένου θα μπορούσαμε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να βρεθούμε είτε πίσω από τα κάγκελα, είτε πάνω σ'αυτά. Όμως ό,τι ανεβαίνει, ανεβαίνει από την φυσική διάθεση να μοιραστούμε, να θυμίσουμε, να μονολογήσουμε όπως θα το κάναμε ούτως ή άλλως.

Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2013

Νίκος Σφαμένος - "Άγιες, αιματόβρεκτες και άχρηστες λέξεις"




Ο Νίκος Σφαμένος γεννήθηκε το 1982 στη Μυτιλήνη. 
Σπούδασε Αγγλική γλώσσα και φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.
Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά, όπως Ίαμβος, Ένεκεν, Νέα Αριάδνη, καθώς και στο - αναπόφευκτο- διαδίκτυο. 
Από το 2007 ως σήμερα έχει κυκλοφορήσει, εκ πεποιθήσεως σε ιδιωτικές εκδόσεις, πέντε ποιητικές συλλογές:
"Ακούγοντας βαλς στο σκοτάδι", 2007
"Οργή και λουλούδια σε μια χώρα νεκρών", 2007
"Αυτά που γράφτηκαν κάτω από βρώμικο φως", 2008
Άγιες, αιματόβρεκτες και άχρηστες λέξεις", 2008
"Ανθισμένες νύχτες", 2010.


ΥΓ: Ας αφήσουμε λίγο την ασφάλεια των κλασικών ποιητών, των γνωστών- αυτών που τόσο πολύ έχουν βραβευθεί και έχουν αναγνωρισθεί και ας εμπιστευθούμε τους νέους, ας τους αφιερώσουμε λίγο από τον πολύτιμο χρόνο μας. Πιστεύω πως αξίζει τον κόπο. Για να αποδείξουμε σε όλους ότι η ποίηση ζει. Ότι η λογοτεχνία δεν έχει σβήσει ακόμη...


~*~

είμαι εδώ
στη πραγματικότητα πάντα ήμουν εδώ
στη τσέπη του σακακιού μου
σε μια άκρη του λιμανιού
στους λερωμένους τοίχους
στα γράμματα που δεν έφτασαν
ήμουν εδώ
ανέπνεα
σε σκουριασμένα μέλη
παρέα με ρυτιδιασμένες σκιές
ω ναι είμαι εδώ
πάντα ήμουν εδώ
μιλώντας με γριές διαβάτισσες
τις βροχερές νύχτες
ψιθυρίζοντας παλιές μελωδίες
στάζοντας θλίψη
φτύνοντας όνειρα
είμαι εδώ
εδώ
να με κοιτάξεις:
ποτέ δεν έφυγα

~*~

τώρα περπατάς θριαμβευτικά
στους βρώμικους δρόμους
τα μαλλιά σου ανεμίζουν
στη κόκκινη τσάντα το κραγιόν σου
λίγα φτηνά περιοδικά
και δυο τρεις φωτογραφίες
χαμογελάς ευχαριστημένη
η θεά της πόλης
λίγο πριν βρέξει
λίγο πριν νυχτώσει
τα αγόρια θα αυτοκτονούν
και οι γέροι θα ξενυχτάνε
κοίτα
όλα κύλησαν σα ψέμα

~*~

το μόνο που συμβαίνει
είναι η αλλαγή των χρωμάτων στους τοίχους
είναι οι κινήσεις των χεριών
χαμένος νικητής
κοιτάζω με τις ώρες το ταβάνι
με ένα ιδρωμένο φανελάκι
έξω είναι οι πόλεμοι
υποθέτω όλο και πιο πολλοί
θα σκοτώνονται όσο περνά ο καιρός
στους δρόμους
στη δουλειά
στα σπίτια
στη τηλεόραση
ελάχιστοι δραπέτευσαν
πολύ λίγο ενδιαφέρον
πολύ λίγο κουράγιο
ενώ
έξω οι βόμβες σκάνε
οι μέρες φεύγουν
κι εδώ
δε συμβαίνει τίποτα

~*~

θυμάμαι τις νύχτες
όλες εκείνες τις βουβές
σκυθρωπές πένθιμες
νύχτες
το μόνο που έμενε ήταν να γραφεί
ένα ποίημα
-χαμένη η υπόσχεση πως δε θα
ξαναγράψεις-
άλλο ένα ποτήρι
άλλο ένα μπουκάλι
άχρηστα ποιήματα που γράφτηκαν
και ποτέ δε διαβάστηκαν
το όνειρο να γίνεις συγγραφέας
οι απορρίψεις
και η μουσική να παίζει
και τα αστέρια να πέφτουν
όλες εκείνες οι βουβές
σκυθρωπές πένθιμες νύχτες
ήταν τόσο ωραίες

~*~

και μετά
δεν θα ξέρει κανείς
πως υπήρξαμε μέσα στα
δισεκατομμύρια
μόνο να κοιτάξεις
να κοιτάξεις αυτές
τις λέξεις που θα ξεχυθούν
σαν περιστέρια
και θα καταλάβεις
το τρόπο που προσπαθήσαμε να
νικήσουμε
όλους εκείνους τους
βασανιστικούς
τρομακτικούς
μικρούς θανάτους
λίγο πριν
το μεγάλο
τέλος

~*~

το γράψιμο ερχόταν πάντα από
μόνο του
περπατώντας σ’ ένα βρώμικο στενό
κοιτώντας τ’ αστέρια μια βουβή νύχτα
στα κορίτσια που μας χαμογελούσαν
αυτό που έμενε ήταν να γεμίσει λέξεις ένα χαρτί
δεν είχαμε τίποτα κι αυτά που ζητούσαν οι άλλοι
μας φαινόταν περιττά
μόνο ένα ποίημα περίμενε
ένα άγιο ιερό ποίημα γραμμένο πάνω
στους λερούς τοίχους
γεννιόταν
η σύγχρονη ποίηση μας φαινόταν ανούσια , βαρετή
χωρίς σπίθα
κι εμείς περιμέναμε
περιμέναμε κάτι μαγικό
που θα ερχόταν ξαφνικά ένα κρύο βράδυ
το ποτό μας συνόδευε πάντα
είμασταν ευτυχισμένοι καθώς παραπατούσαμε
άλλο ένα ποίημα
άλλη μια υπέροχη νεκρή νύχτα :
τι υπέροχο να τραγουδάς μόνος
στους έρημους νυχτερινούς δρόμους

~*~ 

κοίτα
η χοντρή άσχημη γριά
κρατάει από το χέρι το κοριτσάκι
στη μέση της αυλής
τούτη την αυγουστιάτικη νύχτα
και χορεύουν
γέλια χαράς
καθώς ή ζέστη είναι ανυπόφορη
η μουσική παίζει
και τα αστέρια λάμπουν

~*~

οι νταήδες μας τα ‘λεγαν
στα σχολεία
στα πανεπιστήμια
στο στρατό
στη δουλειά
τους βλέπαμε ατάραχους
αδιάφορους
στα χοντρά κορμιά τους
να γελάνε μαζί μας
«ρε σεις πως θα προχωρήσετε έτσι
είστε αξιολύπητοι»
παρατούσαν τις γυναίκες τη μια
μετά την άλλη
εκείνες έκλαιγαν γι αυτούς
έδερναν τους φίλους τους
και εμείς
δεν ξέραμε ποτέ πως να φερθούμε
είχαμε το ποτό
τις λέξεις
τις άσκοπες νύχτες
-χαμένοι από χέρι-
έπειτα βολεύτηκαν στα γραφεία τους
με όμορφες γυναίκες που τις απατούσαν
κάθε τόσο
μαζεύοταν τις Κυριακές με τους φίλους
για τους αγώνες
έκαναν παιδιά
-ήταν έτοιμοι και ό,τι πρέπει-
οι υπόλοιποι
κλείστηκαν σε τρελάδικα
αυτοκτόνησαν
πυρπολήθηκαν
έγιναν ερημίτες
και οι χειρότεροι απ’ όλους
ποιητές

~*~

αυτό το βράδυ
θα πετάξω ψηλά τι καπέλο μου
και θα βγω στους δρόμους της Μεσοποταμίας
θα πιάσω ένα αστέρι και
θα το κρύψω στη μασχάλη μου μαζί με ένα τόπι
θα πιάσω κουβέντα με γέρους βαρκάρηδες
για περασμένες εποχές
και θα κοιμηθώ σε ένα φωτισμένο στενό
τούτο το βράδυ
οι φίλοι μου θα ανάψουν φωτιά
και θα βουτήξω σε ένα πορφυρό λιμάνι τραγουδώντας
και τα κορίτσια
και οι γριές
και οι αλαφροΐσκιωτοι
θα ψέλνουν ανοιξιάτικους σκοπούς
σε ανεξερεύνητα βασίλεια

~*~

μου ’παν πως θα βρέξει
εδώ και καιρό
στέκομαι
κοιτάζω τα σύννεφα
κι όταν μεθάω
κι όταν παραμιλάω
κοιτάζω τα σύννεφα
μου ’παν πως θα βρέξει
κι έτσι διψασμένος σακάτης
περιμένω
περιμένω
περιμένω
κουράστηκα να γέρνω στους τοίχους
τα χαμένα χρόνια γελάνε
οι χαμένοι έρωτες γελάνε
κοιτάζω τα σύννεφα
όλα τα βράδια που περίμενα να βρέξει με αγωνία
τα κρύα
θλιμμένα
σιωπηλά βράδια
τα βιβλία ακουμπισμένα στο τοίχο
οι νυχτερινοί περίπατοι στη πόλη
τα ποιήματα
τα όμορφα κορίτσια
τα παραμιλητά
εκλιπαρώντας
απλώνοντας το χέρι
ζητιανεύοντας
λίγη βροχή

~*~

ναι ρε
συνεχίζουμε να είμαστε κλεισμένοι
στα ίδια δωμάτια
δε θα μας βρεις πουθενά
εντωμεταξύ
υπάρχουν πολλές αργίες να περάσεις καλά
πολλά σαββατοκύριακα
πολλές εκπομπές να ανακαλύψεις το
ταλέντο σου και να γίνεις φίρμα
-αν είσαι τυχερός εξώφυλλο-
πολλά μαγαζιά που δέχονται πιστωτικές
πολλοί εκδοτικοί οίκοι
ναι ρε
εμείς θα υπάρχουμε
ευτυχισμένοι
οι μέρες άδεια βαγόνια εδώ
θα γράψουμε αυτές τις λέξεις
ένα βράδυ του οκτώβρη
και θα τις μοιράσουμε σε καναδυό φίλους
κοίτα μας
δεν έχουμε τίποτα και τραγουδάμε τα βράδια
εδώ
στις πολύχρωμες πολιτείες μας
εδώ
η ζωή και ο θάνατος μας
χαμογελούν
και ξέρουμε και οι δύο
πως δεν θα συναντηθούμε
ποτέ

~*~

δεν μπορώ να το εξηγήσω
είναι λυπηρό
οι μέρες εναλλάσσονται
και τα ηλιοβασιλέματα δεν
μου λένε τίποτα
κοιτάζω απ’ το παράθυρο
και η μουσική παίζει
παίζει αργά γλυκούς σκοπούς
περπατώ από το ένα
δωμάτιο στο άλλο
νικημένος
όμως ίσως μ’ ανακηρύξουν
ποιητή της χρονιάς
-ελπίζω της δεκαετίας-
καθώς κοιτώ μια λευκή κόλλα
οι νύχτες φεύγουν γρήγορα
ο καιρός ψυχραίνει
το όνειρο γίνεται
άσχημο
κοιτάζω τα δυο μου χέρια
ενώ η μουσική ακούγεται όλο και
πιο βαθιά
όλο και πιο μακριά
και πέρα στην άκρη του ορίζοντα
ήχοι μηχανής τρένου

~*~

εκείνος ο ποιητής είναι
επιχειρηματίας με
σπουδές στο εξωτερικό και
πρόεδρος σε κάποιο ινστιτούτο
δίνει συχνά ποιητικές βραδιές
και πρόσφατα γνωστός εκδοτικός
οίκος κυκλοφόρησε
με τιμές
το βιβλίο του
με την εικόνα του να
φιγουράρει σε πολλά
καθώς πρέπει
περιοδικά
μείνετε ήσυχοι:
ούτε που το άνοιξα
θλίψεις που χορέψαμε
τόσες νύχτες μαζί
κι όμως
δεν μάθαμε ποτέ το όνομα τους
————-



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου