Χαιρετώ τους φίλους της λογοτεχνίας, τους μισαλλόδοξους αγωνιστές, τα κακοπαθημένα νιάτα, τα άκρατα ορμώμενα ανθρωπάρια, τους κομπάρσους και πρωταγωνιστές της καθημερινότητας, τα βιολοντσέλα του έρωτος, τους πιστούς και άθρησκους, τις φιλήσυχες πέτρες, τους γνώστες του τίποτα, τους αποτυχημένους της δόξας, χαιρετώ αυτούς που έρπουν, τους ακρωτηριασμένους, τις μηδείες και τους γέροντες, τους αποκρυφιστές του χάους, τα σακάτικα βλήματα, τα τελώνια, τα ξορκισμένα αγγίγματα -
χαιρετώ... εσάς

Παρασκευή, 4 Ιανουαρίου 2013

To Όνειρο - NGEOU- YANG SIEOU


Το όνειρο

Ο κύριος και συμβίος μου μ'έχει εγκαταλείψει-
θα γυρίσει ποτέ; Και πότε θα γυρίση; Φεύγει
κομματιασμένος ο καιρός, κύμα το κύμα. Λίγο
καιρό πιο πριν, μαζί στεκόμασταν πάνω στη με-
    γάλη
ταράτσα, - κι άξαφνα έμεινα μόνη,
παρατημένη πλάι στο βράχο. Αχ, άπληστοι' ναι
για ζωή μακρόχρονη οι άνθρωποι. Μα η ζωή 
που στον άνθρωπο εδόθη, δε μπορεί, το σύνορό
    της,
να ξεπεράση. Τι μπορούμε να κάνουμε όταν έρθη
πια ο θάνατος; Οι νεκροί δεν επιστρέφουν. 
Ό,τι μπορώ είναι να ξεσκίζω το λαιμό μου 
με το θρήνο μου. Φωνή πια δεν έχω 
τον πόνο μου να συντροφιάσω με τον πόνο
των άλλων, κι ανίκανη άλλο να θρηνώ μαζί τους,
μόνη, καταπίνω τον πόνο μου, θλιμμένα
τραγουδώντας. Μα το τραγούδι μου δεν παίρνει 
μορφή, κόβεται, σπάζει. Δάκρυα πέφτουν, 
γρήγορα, και σε κύματα κυλούνε. Τον γυρεύω, 
περπατώντας. Και δεν τον συναντώ. Κοιμούμαι,
και τον στοχάζομαι και δεν ξέρω που' ναι. 
Μόνο στον ύπνο μου τον βλέπω, αλλ' είναι
ο ύπνος μου λίγος κ' η αγρύπνια μου μεγάλη. 
Και, κάποτε, μια φορά μόνο, μες σε δέκα
όνειρα, να τον δω. Και τότε πάλι ενώ' ναι
εκεί, και το νιώθω, δεν τον βλέπω. Εμπρός μου
φαίνεται ξαφνικά και ξαφνικά πάλι
χάνεται. Κ'είναι τη μία στιγμή κοντά μου
πολύ και την άλλη απλησίαστα μακρυά μου. 
Και πότε η ορασια' ναι σε σκοτάδι
πηχτό πνιγμένη, και πότε διάφεγγη. Μα όλα
προτιμώτερα, απ'το να μην τον βλέπω. Αχ, να
    'ταν τρόπος
να παρατείνω τον ύπνο μου, έστω και για λίγα 
μόνο λεπτά. Και τα έντομα ακόμη με λυπούνται
και δε μ'ανησυχούν με το βουητό τους- ως κ'οι
     μυίγες
λυπούνται για την τύχη μου και μόνο
για με δε θορυβούν. Κοντά του, ελπίζω,
καιρό πολύ, έτσι, ότι θα μείνω - απότομα όμως 
τ'όνειρό μου ταράζεται. Τόσο γρήγορα κιόλας!
Με τ'όνειρο κ'η ορασιά σβήνει. Πάλι λάμπει
με πολύχρωμες λάμπες η κάμαρα. Έχουνε να
     πούνε
πώς μια πνοή' ναι μόνον οι νεκροί. Μπροστά μου
σαν έρχεται, οι νεκροί μια πνοή ναι μόνον; 
αναρωτιέμαι. Λένε ακόμη: Αυτό που βλέπεις
ξύπνιος, πραγματικό' ναι, μα ό,τι στ'όνειρό σου
θα δης, μια φαντασία είναι μονάχα. Αχ, της 
     καρδιά μου
ό,τι η παρηγοριά' ναι η μόνη, γιατί να γυρέψω
να βρω αν αληθινό ή φανταστικό' ναι; Τα μαλ- 
     λιά μου
λευκάθηκαν, με το να σκέφτωμαι μονάχα
τον κύριο και συμβίο μου. Το κορμί μου
κάτισχνο από τη λύπη μου έγινε. Ποτέ
δε θα ξεχάσω την αγάπη του. Η καρδιά μου
περίσσια είναι θλιμμένη κ'η φωνή μου
γεμάτη οδύνη. Να'ταν πιο βιαστικός μονάχα
ο ήλιος! Να'ταν πιο αργό μονάχα το φεγγάρι!
Να'ταν η νύχτα πιο μεγάλη από τη μέρα!
Να'ταν ο χρόνος μόνο ένας χειμώνας!
Μεγάλη η απόσταση' ναι, από τα αισθήματά μας
στα λόγια μας. Γι'αυτό κι αυτά τα λόγια, 
που θα τα'θελα βαριά απ'τα αισθήματά μου, 
τόσον είναι θαμπά και τόσο αόριστα' ναι...



"Anthologie raisonnee"


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου