Ξέρουμε πως προσβάλλουμε τα πνευματικά δικαιώματα με την κάθε δημοσίευση στο blog και ότι με ένα νεύμα του νόμου και του δημιουργού και του κληρονόμου και του εκδοτικού και του θιγμένου θα μπορούσαμε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να βρεθούμε είτε πίσω από τα κάγκελα, είτε πάνω σ'αυτά. Όμως ό,τι ανεβαίνει, ανεβαίνει από την φυσική διάθεση να μοιραστούμε, να θυμίσουμε, να μονολογήσουμε όπως θα το κάναμε ούτως ή άλλως.

Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2012

Σεργκέι Γεσένιν



  (1895 - 1925)  

Ένας από τους πιο δημοφιλείς Ρώσους ποιητές του 20ου αιώνα. Το λογοτεχνικό του έργο περιορίστηκε στα 30 του χρόνια, δίνοντας ο ίδιος τέλος στη ζωή του. Ο Σεργκέι Γεσένιν θα είναι η αρχή του αφιερώματος μας για τους Ρώσους και τις Ρωσίδες λογοτέχνες, που έχουν αφήσει μια τόσο ηχηρή παρουσία στην κλασική λογοτεχνία. 





  «...εγώ δε δέχομαι διάφορα ποιητικά ρεύματα, Νομίζω ότι ο αληθινός ποιητής δεν μπορεί ν’ ανήκει σε κάποια σχολή. Αυτό τον δεσμεύει, μονάχα ο ελεύθερος καλλιτέχνης μπορεί να επιφέρει ελεύθερη σκέψη».

Απ’ την αυτοβιογραφία



Поэт
Он бледен. Мыслит страшный путь.
В его душе живут виденья.
Ударом жизни вбита грудь,
А щёки выпили сомненья.
Клоками сбиты волоса,
Чело высокое в морщинах,
Но ясных грёз его краса
Горит в придуманных картинах.
Сидит он в тесном чердаке,
Огарок свечки режет взоры,
А карандаш в его руке
Ведёт с ним тайно разговоры.
Он пишет песню грустных дум,
Он ловит сердцем тень былого.
И этот шум. Душевный шум...
Снесет он завтра за целковый.


Ο ποιητήςΕίναι χλωμός, τρέχει ο λογισμός μέσα σε μονοπάτια σκοτεινά,
Και στην ψυχή του κατοικούν οι οπτασίες.
Απ’ τα χτυπήματα της μίζερης ζωής ο θώρακας μπηγμένος μέσα
Και τα βαθουλωμένα μάγουλά του ήπιαν οι αμφιβολίες.
Σε τούφες ανακατωμένα τα μαλλιά του,
Το μέτωπο ψηλό ρυτιδωμένο
Αλλά η ολοκάθαρη, η αληθινή ομορφιά
Λάμπει στα όνειρα του σηγκεχυμένα.
Κάθεται στην στενόχωρη σοφίτα,
Μικρό κερί το στοχασμό του αναφλέγει,
Και το μολύβι αμβλικόρυφο στο χέρι του,
Τις μυστικές κουβέντες του μαζί του ξαναλέγει.
Γράφει το άσμα των θλιβερών συλλογισμών,
Του κόσμου τις καρδιές το χτύπημα και τη λαχτάρα,
Κι αυτούς τους ήχους , της ψυχής το βουητό,
Θα πάει στον εκδότη για δεκάρα.


~ ~ ~ ~ ~ ~ 


 До свиданья, друг мой, до свидания.
Милый мой, ты у меня в груди.
Предназначенное расставанье
Обещает встречу впереди.
До свидания, друг мой, без руки, без слова,
Не грусти и не печаль бровей,-
В этой жизни умирать не ново,
Но и жить, конечно, не новей.


Αντίο*Αντίο, φίλε μου, αντίο!
Σε έχω μέσα στην καρδιά,
Και ο αυριανός μας χωρισμός
Υπόσχεται συνάντηση στο μέλλον.

Φίλε μου, χαίρε, χωρίς αγκαλιά ,
Να μην μελαγχολείς σε ικετεύω.
Δεν είναι είδηση να φύγεις από τη ζωή
Μα και να ζεις δεν είναι κάτι νέο.


* Οι τελευταίοι στίχοι του ποιητή

 ~ ~ ~ ~ ~ ~

 
Не жалею, не зову, не плачу,
Все пройдет, как с белых яблонь дым.
Увяданья золотом охваченный,
Я не буду больше молодым.

Ты теперь не так уж будешь биться,

Сердце, тронутое холодком,
И страна березового ситца
Не заманит шляться босиком.

Дух бродяжий! ты все реже, реже

Расшевеливаешь пламень уст
О моя утраченная свежесть,
Буйство глаз и половодье чувств.

Я теперь скупее стал в желаньях,

Жизнь моя? иль ты приснилась мне?
Словно я весенней гулкой ранью
Проскакал на розовом коне.

Все мы, все мы в этом мире тленны,

Тихо льется с кленов листьев медь...
Будь же ты вовек благословенно,
Что пришло процвесть и умереть.

Δε μετανιώνω
, δε φωνάζω, μόνο κλαίω,
Με λιώνει σαν τη καταχνιά ο χρόνος δολερός.
Της μάρανσης το χρώμα μοιραίο,
Δε θα είμαι ξανά νεαρός.

Δε θα χτυπάς με το ρυθμό παλιό, 

Καρδιά μου που την άγγιξε το κρύο,
Και στον παράδεισό μου, στο χωριό
Ξυπόλητος θα τραγουδήσω ελεγείο.

Πνεύμα αλήτικο! Τα τελευταία πολύ σπάνια,

Φουντώνεις τη φωτιά των χειλιών.
Ω! Χαμένη μου φρεσκάδα-παράνοια,
Πλημμύρα αισθημάτων, παραφορά ματιών.

Έγινα πιο φειδωλός σ’ επιθυμίες, 

Δεν είναι δική μου αυτή η ζωή!
Λείπουν οι θύελλες και ανιαρές οι νηνεμίες,
Η μέρα δίχως το πολυυποσχόμενο πρωί.

Είμαστε όλοι στον κόσμο αυτό φθαρτοί, 

Κι από τα δέντρα, με τα φύλλα φεύγει η ψυχή…
Να ‘ναι πάντα αυτή η φορά σεβαστή,
Που είχαμε την ύπαρξη και την αποχή.

Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2012

Άλμπερ Καμύ: Οι Δίκαιοι


OI ΔΙΚΑΙΟΙ παίχτηκαν για πρώτη φορά στις 15 Δεκεμβρίου 1949, στο Θέατρο Εμπερτό, με σκηνοθεσία του Πωλ Ετλύ και σκηνογραφίες και κοστούμια του Ρονέ. 

Οι Δίκαιοι γράφτηκαν το 1949 και ασχολούνται με ένα τρομοκρατικό χτύπημα στην τσαρική Ρωσία του 1905, σχεδόν την εποχή που ξέσπαγε η επανάσταση που προηγήθηκε της Ρωσικής του 1917 και κατέληξε σε μια μικρή φιλελευθεροποίηση του αυταρχικού καθεστώτος. Η «Οργάνωση Μάχης» ήταν το ένοπλο τμήμα του σοσιαλεπαναστατικού κόμματος (Εσέροι). Ανάμεσα στις άλλες δράσεις τους αποφάσισαν την εκτέλεση του Μεγάλου Δούκα, Σεργκέι Αλεξάντροβιτς, διοικητή της Μόσχας και θείου του Τσάρου Νικόλαου Β΄. Την εκτέλεση πραγματοποίησε το μέλος της οργάνωσης Ιβάν Καλλιάγεφ. 
Ο Καμύ ερευνά δυο πλευρές του γεγονότος που παρουσιάζουν μεγάλο πολιτικό και υπαρξιακό ενδιαφέρον. Από τη μια είναι ο θάνατος, θέμα που παίρνει τη μορφή ενός δυσαπάντητου ερωτήματος: έχει ένας αγωνιστής δικαίωμα ζωής και θανάτου πάνω στον αντίπαλο που επιδιώκει να ανατρέψει αλλά και στον ίδιο του τον εαυτό. Το άλλο, εξίσου σημαντικό, αφορά την σχέση του μέλους με την πολιτική συλλογικότητα που ορίζεται ως «οργάνωση».


Dora
Μα είναι παράλογο Boria!

Σιωπή.

Annenkov
Dora, νομίζεις πως ο άνθρωπος μπορεί ν’ αλλάξει το πεπρωμένο;

Dora 
Του αλλουνού,σίγουρα· το δικό του,αμφιβάλλω.

Annenkov
Ωστόσο, αν αποδέχεσαι τη δυνατότητα του πρώτου, τότε αναγκαστικά οφείλεις να κάνεις το ίδιο και για το δεύτερο.

Dora 
Δεν βλέπω τον λόγο! Πώς θα μπορούσε ο άνθρωπος να δράσει πάνω στο δικό του πεπρωμένο;

Annenkov
Μετατρέποντας αυτό του άλλου!

Dora 
Εξηγήσου Boria.

Annenkov
Άκου, εάν ένας άνθρωπος ενεργεί πάνω στο πεπρωμένο αλλουνού, ο δεύτερος μπορεί να το κάνει όπως κι ο πρώτος. Έτσι ο πρώτος άνθρωπος θα έχει ενεργήσει πάνω στο δικό του πεπρωμένο έμμεσα…

Dora, σκεφτική 
Άρα κάθε μας πράξη μπορεί να μας μεταβάλλει.

Annenkov
Και ιδίως το σχέδιο που έχουμε αποφασίσει!

Dora 
Ναι, τώρα, καταλαβαίνω. Δεν θα ’μαστε ποτέ ξανά οι ίδιοι μετά…

Annenkov
Ακριβώς, Dora. Να γιατί ο καθένας μας πρέπει να ’ναι έτοιμος για τούτη τη μεταμόρφωση.

Dora 
Είμαι έτοιμη, Boria, μα φοβάμαι για τον Yanek. Χρόνος. Είναι τόσο…

Annenkov
Μην ανησυχείς για κείνον! Τα πάντα σε κείνον είναι μεγάλα!

Dora 
Έχεις δίκιο. Μα τι νομίζεις για τους άλλους; Τον Voinov, τον Stepan, ...

Ακούμε το κουδούνι της εισόδου, μία φορά. Ο Annenkov κάνει μια χειρονομία για να σταματήσει τη Dora που φαίνεται να θέλει να μιλήσει. Το κουδούνι ξαναχτυπά δύο φορές, διαδοχικά.

Annenkov
Αυτός είναι.

Βγαίνει. Η Dora περιμένει, ακίνητη πάντα. Ο Annenkov επιστρέφει με τον Stepan που τον κρατά από τους ώμους.


απόσπασμα από το θεατρικό... 


Μπορείτε να απολαύσετε το σπουδαίο αυτό θεατρικό έργο, σε ακουστική μορφή, χάρη στη ραδιοφωνική προσαρμογή της ΕΡΤ: 





Ελένη Βακαλό: Πώς έγινε ένας κακός άνθρωπος




Θα σας πω πώς έγινε 
Έτσι είναι η σειρά 


Ένας μικρός καλός άνθρωπος αντάμωσε στο 
δρόμο του έναν χτυπημένο
Τόσο δα μακριά από κείνον ήτανε πεσμένος και λυπήθηκε
Τόσο πολύ λυπήθηκε 
που ύστερα φοβήθηκε


Πριν κοντά του να πλησιάσει για να σκύψει να
τον πιάσει, σκέφτηκε καλύτερα
Τι τα θες τι τα γυρεύεις
Κάποιος άλλος θα βρεθεί από τόσους  εδώ γύρω, 
να ψυχοπονέσει τον καημένο
Και καλύτερα να πούμε 
Ούτε πως τον έχω δει


Και επειδή φοβήθηκε 
Έτσι συλλογίστηκε 


Τάχα δεν θα είναι φταίχτης, ποιον χτυπούν χωρίς να φταίξει;
Και καλά του κάνουνε αφού ήθελε να παίξει με τους άρχοντες
Άρχισε λοιπόν και κείνος
Από πάνω να χτυπά


Αρχή του παραμυθιού καλημέρα σας



Από τη Συλλογή Του κόσμου (1978)


Νάσος Βαγενάς: Ποίηση και πρόζα




Τα δυο παρακάτω μικρά δοκίμια- σημειώσεις τα ονομάζει ο συγγραφέας τους- ανήκουν στο βιβλίο του Νάσου Βαγενά "Η Εσθήτα της Θεάς" (1988), όπου περιέχονται μικρά κείμενα διατυπωμένα με τρόπο αφοριστικό, τα οποία μπορούν να λειτουργήσουν ως ερεθίσματα για έναν προβληματισμό γύρω από τα βασικά θέματα της ποίησης και της κριτικής. 


~ ~ ~ ~ ~


ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΘΕΣΗ 

Στην ποίηση δεν είναι η πρόθεση που μετρά αλλά το αποτέλεσμα στο οποίο οδηγεί η προσπάθεια ικανοποίησής της. Στο τέλος της προσπάθειας αυτής ελάχιστα απομένουν από την ίδια την πρόθεση, γιατί η πρόθεση λειτουργεί μέσα στον χώρο του συνειδητού, ενώ η ποίηση παράγεται από άγνωστα υλικά του ασυνειδήτου. Η πρόθεση δεν είναι παρά ένα κίνητρο και στην ποίηση όλα τα κίνητρα έχουν την ίδια αξία. Το απροσδόκητο είναι το αποτέλεσμα της ποίησης. Όμως είναι ένα απροσδόκητο προσδοκώμενο, γιατί δεν είναι τυχαίο: τα άγνωστα υλικά από τα οποία συντίθεται, είναι τελικά αναγνωρίσιμα, γιατί ανήκουν στον εαυτό μας. 



ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΖΑ 

Όσοι διαπιστώνουν ότι η εποχής μας είναι εποχή σύγκλισης των ειδών ότι η ποίηση βρίσκεται σήμερα πολύ κοντά στην πρόζα, συγχέουν την επιφάνεια με το βάθος. Γιατί η ποίηση δεν είναι θέμα μορφής, είναι θέμα έντασης. Και μολονότι η ένταση με την οποία η κάθε εποχή αισθάνεται την ποίηση είναι διαφορετική, τα όρια ανάμεσα στην ποίηση και την πεζογραφία παραμένουν αμετάθετα. Η σύγκλιση που παρατηρείται σήμερα δεν είναι σύγκλιση ειδών αλλά σύγκλιση μορφών. Η ποίηση υπερβαίνει τα όρια των μορφών, όπως άλλωστε και η πεζογραφία. 
Η συγχώνευση δυο μορφών δεν συνεπάγεται την κατάλυση των ορίων των ειδών, απλώς τα καθιστά λιγότερο ευδιάκριτα. 

Μένης Κουμανταρέας: Παλιά και λησμονημένα (απόσπασμα)




Στο μυθιστόρημα "Βιοτεχνία υαλικών", απ'όπου και το απόσπασμα, ο Βλάσσης και η Μπέμπα Ταντή διατηρούν μια μικρή επιχείρηση, μια βιοτεχνία υαλικών στην Αθήνα. Την επιχείρηση διευθύνει η Μπέμπα, όμορφη, έξυπνη και δραστήρια γυναίκα, ενώ ο Βλάσσης, άβουλος και με αδύνατα νεύρα, ελάχιστα προσφέρει και αργότερα αρρωσταίνει. Κοντά στο ζευγάρι ζούν και δυο φίλοι, εργένηδες και αποτυχημένοι, που προσλαμβάνονται στο μαγαζί. Με την εξέλιξη του έργου, το πέρασμα του χρόνου και τις δυσκολίες της ζωής διαβρώνουν τα πράγματα και τους ανθρώπους. Η επιχείρηση πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο. Το οίκημα που στεγαζόταν γίνεται πολυκατοικία και η Μπέμπα αναγκάζεται να τη μεταφέρει αλλού. 

~~~~~~

Θυμόταν το γάμο της που είχε συμπέσει με την ημέρα της γιορτής της, τέσσερις Δεκεμβρίου, της Αγίας Βαρβάρας, κι έγινε στο Άγιο Παύλο στο Μεταξουργείο. Είχαν έρθει συγγενείς και φίλοι από το Αίγιο, σε ημιφορτηγά και τρίκυκλα, φορτωμένοι καλαθούνες και πανέρια. Οι γυναίκες κρατούσαν στα χέρια αγκαλιές λουλούδια κι οι άντρες μασούσαν τα μουστάκια τους και παίζανε κομπολογάκι. Μιλούσαν όλοι μαζί και κουνούσαν τα χέρια στον αέρα, και κάπου κάπου, υψωνόταν ένα στρίγκλικο γέλιο, σα βεγγαλικά  Αντίθετα, οι συγγενείς του αντρός της σώπαιναν με γυρισμένες τις πλάτες. Εκείνοι, θυμόταν, είχαν έρθει με ταξιά οι άντρες με ασημένια μανικετόκουμπα, οι γυναίκες γαντοφορεμένες, με καπελίνες. Ακόμα είχε τις φωτογραφίες τους φυλαγμένες σε μια κασέλα. Πόζες που ο χρόνο πάγωσε- χαμόγελα, τούλια, κουφέτα. Αυτή ήταν η πρώτη και στερνή φορά που τα δυο σόγια σμίξαν. Στην έξοδο είχε πιάσει δυνατή βροχή, και μέσα σε λίγα λεφτά η σύναξη σκορπίστηκε. 
Στο μεταξύ, στο σπίτι της Αχαρνών, στην οδό Πιπίνου, περίμεναν τα δώρα. Δώρα να δουν τα μάτια σου. Αν εξαιρέσεις μια χρωμολιθογραφία που έδειχνε τις σταφιδαποθήκες στην παραλία του Αίγιου- αυτές που τώρα έμεναν άδειες και μαυρισμένες- κι ένα σερβίτσιο ασημένιο κουταλάκια του γλυκού, όλα τ'άλλα είχαν κάνει φτερά. Τα φανταζόταν να ταξιδεύουν στον ουρανό- κατσαρόλες από του Σγούρδα, κιλίμια από το Αίγιο και χαλιά από την Εθνική Ταπητουργία, κιτρινιασμένες νταντέλες από τις προγιαγιάδες τους και γλάστρες με γαρδένιες από του Φλεριανού, όλα κρεμασμένα σε ράμφη πελαργών, αντίς για μωρά- αυτά που δεν είχα έρθει. 
Έτσι απαράλλαχτα, ταξίδεψαν και οι άνθρωποι του σπιτιού. Ο θείος ο Αχιλλέας,μικρός αδελφός του πατέρα της, μαυραγορίτης στην κατοχή, στίγμα σε μια οικογένεια που είχε βγάλει αντάρτες στο βουνό, κι ο μόνος απ'όλο το σόι που πρόκοψε οικονομικά. Τον βρήκαν, θυμόταν, μέσα στην μπανιέρα του, από αποπληξία είπαν, με το ασπρουδερό δέρμα του όλο πτυχές και ζάρες και τα μικρά άπληστα μάτια του πεταγμένα έξω. Ήταν ακόμα η θεία Ντίνα με τις συνταγές της για σπανακόπιτα και ραβανί, αυτή που στην κατοχή έκρυβε τις χειροβομβίδες το γιου της μέσα στο σακούλι με τα φασόλια, και που κατέληξε, κακήν- κακώς, να πάει από μοτοσικλέτα. Ο Πάρις, μικρανιψιός του πατέρα της, ένα ψηλό Επονιτάκι σωστός λεβεντονιός, τσίφτη τον φώναζαν όλοι, αυτός που αργότερα, το Δεκέμβρη* έκανε τα αίσχη. Έτσι τουλάχιστον διατεινόταν ο στρατοδίκης που τον είχε καταδικάσει. Και ήσαν άλλοι φίλοι και συνάδελφοι, ο Τάκης, ο Αλέκος, η Νανά, που είχαν δοκιμάσει τα μύρια όσα στη Μακρόνησο και στη Γυάρο, άλλοι χορταριασμένοι κι άλλοι φευγάτοι στις ανατολικές χώρες, όπως ο φίλος τους ο Σαραντής με τη μηχανή του Κόντακ και το ωραίο του μαύρο, σαν μεταξωτό, μουστάκι, σ'αντίθεση με τους δεξιούς της εποχής που ήσαν όλοι ξυρισμένοι. Ακόμα είχε στο μυαλό της τα τραγούδια που έλεγαν στις εκδρομές στον Κόκκινο Μύλο [...] 


* Αναφέρεται στο Δεκέμβρη του 1944. 


Μ. Κουμανταρέας 

Σάββατο 10 Νοεμβρίου 2012

Ercümend Behzad - Γράμμα


Ανταμώσαμε χτες
Απ' την τσέπη μου
Έβγαζα ένα ποίημα πούχα γράψει για σένα
Να στο διαβάσω

Όταν με ρώτησες τι είν' αυτό
Τίποτα σου είπα, κάποιου φίλου η διεύθυνση
Ψάχνω το σπίτι του.



Από την Ανθολογία Τουρκικής Προοδευτικής Ποίησης
εκδ. αλφειός, 1981
Μετάφραση: Έρμος Αργαίος

Salvatore Quasimodo: Γράμμα της μητέρας


Γλυκιά μάνα είναι πολλές ώρες που πέφτει ομίχλη
ο ποταμός Ναβίλιο σκοτεινός σπάει στα τοιχώματα του
τα δένδρα φουσκώνουν από νερό καίγονται από χιόνι
Δε λυπούμαι στο Βορρά
και πολεμώ τον εαυτό μου.
Όμως συγγνώμη από κανένα δεν προσμένω
και είναι πολλοί αυτοί που μου χρωστάνε δάκρυα
σαν άντρας μ' άντρα.
Ξέρω πως είσαι ανήμπορη, πως ζεις
φτωχή σαν όλες τις μανάδες των ποιητών
και αγαπάς δίκαια και με μέτρο
τον ξενιτεμένο γιο σου. Σήμερα
Σου γράφω εγώ.
«Τελικά, θα πεις, ήρθαν δυο λέξεις από το παιδί
που έφυγε νύχτα σα φυγάδας
μ' ένα σακάκι και λίγους στίχους στη τσέπη.
Το δυστυχισμένο, τόσο άγριο, τόσο παράτολμο είναι
που κάποια μέρα θα μου το σκοτώσουν σε κάποιο μέρος».
Φυσικά θυμάμαι. Ήταν σε κείνον
το σταθμό τον άσημο με τα αργοκίνητα τρένα
που κουβαλούσαν μύγδαλα και πορτοκάλια
στο δέλτα του ποταμού Ιμέρα, γεμάτο κίσσες,
ευκάλυπτους και αλυκές.
Τώρα θέλω να σ' ευχαριστήσω
για την ειρωνεία που μου 'δωσες στα χείλη
το ίδιο απαλή με τη δικιά σου.
Αυτό το χαμόγελο με έσωσε
από κλάματα και πόνους μητέρα.
Και δεν πειράζει που αυτή τη στιγμή κλαίω
για σένα, για όλους που περιμένουν όπως εσύ
χωρίς να ξέρουν τι. Καλέ μου θάνατε,
μην την αγγίξεις. Μη σταματήσεις το ρολόι
να χτυπάει στης κουζίνας μας τον τοίχο.
Τα παιδικά μου χρόνια σμαλτώθηκαν
από τον ήχο της πλάκας του με τα ζωγραφιστά λουλούδια.
Μην της αγγίξεις τα μαραμένα της χέρια, την καρδιά της.
Αλλά ποιος ν' ακούει τάχατες ν' απαντήσει;
Ω, να λυπόσουνα θάνατε να 'χες ντροπή κάποια για τους γέρους
Γεια, σεβαστή, γλυκιά μου μάνα. Γεια σου.


Salvatore Quasimodo

(Από την ανθολογία Παζολίνι, Ουγγαρέτι, Κουαζίμοντο)
μτφ: Στέλιος Κάτσικας