Ξέρουμε πως προσβάλλουμε τα πνευματικά δικαιώματα με την κάθε δημοσίευση στο blog και ότι με ένα νεύμα του νόμου και του δημιουργού και του κληρονόμου και του εκδοτικού και του θιγμένου θα μπορούσαμε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να βρεθούμε είτε πίσω από τα κάγκελα, είτε πάνω σ'αυτά. Όμως ό,τι ανεβαίνει, ανεβαίνει από την φυσική διάθεση να μοιραστούμε, να θυμίσουμε, να μονολογήσουμε όπως θα το κάναμε ούτως ή άλλως.

Δευτέρα 8 Απριλίου 2013

Αρθούρος Ρεμπώ - Μια εποχή στην Κόλαση

ΚΑΠΟΤΕ, ΕΑΝ ΕΝΘΥΜΟΥΜΑΙ ΚΑΛΩΣ
Κάποτε, αν θυμάμαι καλά, με συμπόσιο έμοιαζε η ζωή μου, όπου κάθε καρδιά ανοίχθηκε και κάθε λογής κρασί έτρεξε. 
Ένα βράδυ, κάθισα την Ομορφιά στα πόδια μου  -και τη βρήκα πικρή -και τη βεβήλωσα. 
Όρθωσα το ανάστημα μου ενάντια στη δικαιοσύνη. 
Τράπηκα σε φυγή. Ω Μάγισσες, Ω Δυστυχία, Ω Μίσος , είναι που σε σας τον θησαυρό μου εμπιστεύθηκα.
Κατάφερα να εξαφανίσω μέσα μου, όλη την ανθρώπινη ελπίδα. Με δρασκέλισμα αθόρυβο, κτήνους βαρύθυμου, έπνιξα κάθε ευχαρίστηση.
Κάλεσα τους δήμιους για να αφανιστώ, μασώντας τις κάνες των όπλων τους. Επικαλέστηκα τους λοιμούς για να με πνίξουν σ’ άμμο και αίμα. Η Δυστυχία ήταν ο Θεός μου.. Στη λάσπη ξάπλωσα στεγνώνοντας τη σάρκα μου με μιαρό αέρα. Υποδύθηκα τον ανόητο ως του σημείου παραφροσύνης.
Και η άνοιξη μου έφερε το τρομώδες γέλιο ενός ηλίθιου. 
Εντούτοις, όταν ήμουν έτοιμος να κοάξω! Σκέφτηκα στα παλαιά συμπόσια να ψάξω το κλειδί, μήπως και βρω ξανά την όρεξη μου.
Η Φιλανθρωπία είναι το κλειδί. Τούτη η έμπνευση καταδεικνύει ότι ονειρεύτηκα.
« Θα παραμείνεις Ύαινα, και όλα τα άλλα…» κραυγάζει ο δαίμονας που κάποτε με έστεψε με τέτοιας λογής όμορφες παπαρούνες. Ψάξε το Θάνατο με όλες τις κεφαλαιώδεις επιθυμίες σου, και τον εγωισμό σου ολάκερο, και μ΄ όλες σου τις αμαρτίες». 
 Α! Επαρκής είμαι απ’ αυτά: Αλλά, Αγαπημένε Σατανά, σας ικετεύω, μη δείχνεται τόσο ενοχλημένος·  και καθώς αναμένεται μερικά καθυστερημένα σημάδια δειλίας, δεδομένου ότι εκτιμάται σε έναν συγγραφέα την έλλειψη περιγραφικής ή διδακτικής ενόρμησης, σας επισυνάπτω τούτες τις ειδεχθείς σελίδες  από το ημερολόγιο μιας καταραμένης ψυχής.

Ρούλα Αλαβέρα - Από τώρα τότε





Σου δόθηκε σαν από αόρατη καρδιά,
σαν δράση και θαρραλέο όνομα,
τις άγνεθες ίνες της ίδιας σου
της πήλινης κάσας να υφάνεις.
Αυτή που ήταν τώρα,
είναι,
και τότε, από τα χάμω
με ευρηματικότητα
τη σάρκινη καταχνιά να οδηγείς,
με τρόπο της πλοκής, τον οπλισμό
της εν ζωῇ ασχήσμιας,
παρηγοριά στο εν θανάτῳ Σχήμα.

Παρηγοριά μου, σπλάχνο της πιο
αφηρημένης μνήμης μου, μη με ξυπνάς.
Ακόμα με το γάλα νανουρίζομαι, δεν
κάνω για στέρεη τροφή. Πλεμάτια, αγριόδεντρα,
χόρτα ξερά και φίδια με ζαλίζουν.
Στο υπό
αποκαθίσταμαι σαν φως ή και σαν ήχος.
Σαν χρώμα. Σαν ψιλόχιονο. Έλεος και όχι
θυσία στη φωτιά. Στην κούραση, χρυσό
φαράγγι, όπου συλλογισμοί και μνήμες
καιρός τους να 'ρθουν στην Αρχή και
στο Πανόραμα του γυρισμού μιας Πόλης
Υπερήφανης.




Από τη συλλογή Περί της δεσποτείας των πόλεων και των ονειρικών (1999) της Ρούλας Αλαβέρα

Ελένη Καρασαββίδου - Για ένα πουκάμισο γεμάτο




«Θέλω να γυρίσω στο νησί μου που είναι
γεμάτο κορίτσια και να τους προσφέρω
ένα δίκτυ γεμάτο λέξεις απαγορευμένες μέχρι
τότε γι' αυτές». «Ποιητική του έρωτα» J. Winterson

Έτσι κάπως θ' άρχιζε η αληθινή
Απολογία της Ελένης,
Που την ονόμασαν «κοινή»
Στην Αρχαιότητα,
Γιατί άφησε την κλίνη τη βασιλική
Για να βρει τον Εαυτό της.
Χαρίζοντας και σ' αυτήν λέξεις που 'ταν
Μονάχα του Μενέλαου.
«Ταξίδι», «Κατάκτηση», «Ηδονή», «Πείραμα»,
«Σκέψη», «Επιλογή», ΖΩΗ. …
Δικαιωμένη όχι «γιατί δεν πήγε τελικά»,
Ξεβγαλμένη στην ακτή της Αιγύπτου…
Μα γιατί πήγε…
Η Ελένη του Εαυτού της.
Όχι της κλίνης της «δημόσιας τιμής»
Όχι της Τροίας
Ούτε του Πάρη.
Κι ακριβώς γι' αυτό
Η Ωραία Ελένη.



Κτονία-αυτό,
Ύφος 2006

Άνοιξε το πρώτο αυτοδιαχειριζόμενο βιβλιοπωλείο!



Χωρίς καμία επιθυμία παραμικρής προσπάθειας διαφήμισης...




Άνοιξε το πρώτο συνεργατικό, αυτοδιαχειριζόμενο βιβλιοπωλείο στην Αθήνα.

Οι "Εκδόσεις των Συναδέλφων" είναι ένα νέο εκδοτικό εγχείρημα που δημιουργήθηκε από εργαζόμενους στο χώρο του βιβλίου και βασίζεται στις αρχές της αυτοδιαχείρισης.




Βγάζουν δικά τους βιβλία, κάποια από τα οποία διατίθενται και ηλεκτρονικά και πλέον διαθέτουν δικό τους βιβλιοπωλείο στο κέντρο της Αθήνας, με βιβλία πολιτικού, οικολογικού περιεχομένου, σπάνιους τίτλους, περιοδικά, λογοτεχνία και προσφορές.

Οι Εκδόσεις των Συναδέλφων λειτουργούν συνεταιριστικά, οι αποφάσεις λαμβάνονται συλλογικά και αντιμετωπίζουν το βιβλίο ως ένα κοινωνικό αγαθό μακριά από τη λογική του αναγνώστη-καταναλωτή. Επομένως λείπουν από τα ράφια τους τα «ευπώλητα» αλλά και τα ακριβά, δυσπρόσιτα βιβλία. Θα έλεγε κανείς ότι όλη η φιλοσοφία τους συμπυκνώνεται στο μότο τους: “youpod, theyphone, iRead”. Αυτοδιαχείριση, νέες δομές οργάνωσης και νέα ήθη -ναι, εξαπλώνονται.


Info: Εκδόσεις των Συναδέλφων, Ερεσσού 35, Εξάρχεια, τηλ.: 210.38.18.840, syneditions@gmail.com

Γκιγιώμ Απολλιναίρ - Φίλη μου σε σκέφτομαι




Φίλη μου σε σκέφτομαι
Το χρυσαφένιο χρώμα σου τη χάρη σου
Το σπίτι είναι άδειο από τότε που η ηλιαχτίδα μου
Πήγε να κολυμπήσει στη θάλασσα
Αν δεις τα υποβρύχια
Πες τους πως σ' αγαπώ
Αν σε συναντήσουν τα σύννεφα
Πες τους πως σε λατρεύω
Αν η καταιγίδα χτυπά δυνατά τους βράχους της παραλίας
Πες τους πως είσαι ο πολύτιμος λίθος μου
Αν κάποιος κόκκος άμμου λάμπει ανάμεσα στις χιλιάδες κόκκους άμμου της ακτής
Πες του πως είσαι το μοναδικό πετράδι που αγαπώ
Όταν δεις τον ταχυδρόμο
Πες του με πόση ανυπομονησία περιμένω τα γράμματά σου
Σου στέλνω χίλια φιλιά χίλια χάδια
Που θα σε συναντήσουν όπως συναντούν την κεραία του ασυρμάτου
Αν δεις πληγωμένους
Πες τους πως η μόνη μου πληγή είναι εκείνη που έκανες εσύ στην καρδιά μου
Αν με θυμάσαι κάποτε να ξέρεις πως η σκέψη μου
είναι πάντα σε σένα
Και πως σε λατρεύω



Guillaume Apollinaire
Μετάφραση: Ειρήνη Ριτσώνη - Μπομπόλου


Από την Πανδώρα - τ.5/1999

Χοσέ Μαρτί - Ο Επαναστάτης από την Κούβα (Γράμματα του Χοσέ Μαρτί)


Ο Χοσέ Χουλιάν Μαρτί-ι-Πέρες (Χοσέ Μαρτί), εθνικός ήρωας της Κούβας, οργανωτής του απελευθερωτικού αγώνα κατά της ισπανικής κυριαρχίας, συγγραφέας, δημοσιογράφος, ποιητής, γεννήθηκε το 1853 στο Μαρτί-ι-Πέρες και σκοτώθηκε το 1895 στο Ντος Ρίος, στην εθνικοαπελευθερωτική εξέγερση της Κούβας, σε μάχη με τους Ισπανούς. Εξόριστος για την επαναστατική του δράση από το 1871 στην Ισπανία, σπούδασε φιλοσοφία, λογοτεχνία, δίκαιο στα πανεπιστήμια της Μαδρίτης και τη Σαραγόσα. Στα 1875-1879 έζησε στο Μεξικό και τη Γουατεμάλα. Το 1879 επιστρέφοντας στην Κούβα συμμετείχε στην προετοιμασία της εξέγερσης κατά των Ισπανών και εξορίστηκε πάλι στην Ισπανία. Στα 1880-1895 στις ΗΠΑ, ανταποκριτής λατινοαμερικάνικων εφημερίδων, αρθρογραφούσε κατά της πολιτικής και των σχεδίων της ηγεσίας των ΗΠΑ. Το 1892 ίδρυσε το Κουβανικό Επαναστατικό Κόμμα, αποφασιστικό συντελεστή στην οργάνωση της εθνικοαπελευθερωτικής εξέγερσης της Κούβας. Ίδρυσε την εφημερίδα «Πάτρια», όργανο του ΚΕΚ. Έργα: Φιλοσοφικές Ιδέες, Αμπντάλα (1869), Ισμαελίλο (1882), Απλοί στίχοι (1891), Ελεύθεροι στίχοι. Η επίδραση της ποίησής του είναι έντονη στην λατινοαμερικάνικη ποίηση του 20ού αιώνα.


~ ~ ~ ~


Ώρες – ώρες μελαγχολίες με πλημμυρίζουν και σαν σκιές με τυλίγουν μέσα τους. Και έχουν αυτά τα μικροπράγματα τόσο πραγματικό μεγαλείο και μεγαλώνω κι εγώ τόσο μαζί τους και κινούμαι τόσο καλά, που αν και δεν είμαι παρά μια αιώνια αγωνία του ίδιου του εαυτού μου – έχω ένα παράξενο χαμόγελο για τους τρελούς πόνους μου και σκέψεις γεμάτες στοργή γι’ αυτές τις ακατανίκητες θλίψεις που με τυλίγουν… Γιατί η ζωή είναι αγώνας· γι’ αυτό ζω. Γιατί η ζωή είναι πόνος· γι’ αυτό ζω: ζω, γιατί πρέπει να είμαι πιο δυνατός από κάθε εμπόδιο και από κάθε αξία.
1877. (Στη Ροσάριο Ντέλα Πένια).

 ***

Είναι ανάγκη να κάνουμε μόδα την αρετή. Εσείς την κάνατε μόδα… Δημοσιεύετε, δημοσιεύετε. Στην Κούβα σε κάθε τρύπα. Οι πόλεμοι βαδίζουν πάνω σε δρόμους από χαρτιά. Κάντε να μη μας φοβούνται και να μας θέλουν. Κάντε ν’ αποχτήσουν εμπιστοσύνη σε μας.
Γενάρης του 1892. (Στον Ανχελ Πελαές).


***

«Σήμερα, 25 του Μάρτη (1895), την παραμονή ενός μεγάλου ταξιδιού, σε σκέφτομαι. Χωρίς σταματημό σκέφτομαι εσένα. Εσύ, μέσα στην οργή της αγάπης σου, πονάς για τη θυσία της ζωής μου. Και γιατί με γέννησες δίνοντάς μου μια ζωή που αγαπάει τη θυσία; Λόγια, δεν μπορώ να πω. Το καθήκον ενός ανθρώπου βρίσκεται εκεί που είναι πιο χρήσιμος. Όμως μέσα στην ολοένα αυξανόμενη και αναγκαστική αγωνία μου, βαδίζει συνέχεια πλάι μου η ανάμνηση της μάνας μου. Αγκάλιασε από μέρους μου τις αδερφές μου και τους συντρόφους τους. Μακάρι να μπορούσα να τους δω μια μέρα όλους γύρω μου, ευχαριστημένους από μένα! Και τότε, ω ναι, θα σε φροντίζω εγώ με χάδια και περηφάνια. Τώρα, δώσε μου την ευχή σου, και να πιστεύεις πως ποτέ δεν θα βγει από την καρδιά μου έργο χωρίς ευσπλαχνία κι αγνότητα. Την ευλογία σου. Έχω λόγο να πηγαίνω πολύ πιο ευχαριστημένος και σίγουρος απ’ όσο θα μπορούσες να φανταστείς. Δεν είναι ανώφελες η αλήθεια και η τρυφερότητα. Μην υποφέρεις για μένα».
Μοντεκρίστι, 25 Μάρτη 1895. (Το τελευταίο γράμμα στη μητέρα του, τη Δόνα Λεονόρ Πέρες).
***

«Μέχρι σήμερα δεν είχα νιώσει άντρας. Έζησα ντροπιασμένος και σέρνοντας τις αλυσίδες της πατρίδας μου, σε όλη μου τη ζωή. Η διαύγεια της ψυχής κάνει ανάλαφρο το κορμί μου. Αυτή η γαλήνη και η ευφορία εξηγούν την καρτερία και την αγαλλίαση με τις οποίες προσφέρονται στη θυσία οι άντρες… Δε θα ξεχάσω ποτέ το πρόσωπο του Γκόμες, ιδρωμένο και γενναίο – και μ’ έκφραση τρυφερή – όταν ανέβαινε τους γλιστερούς λόφους, τις γεμάτες από βράχους και θάμνους πλαγιές και όταν περνούσε τα ποτάμια με τη μακρύκανη καραμπίνα και το ρεβόλβερ και το κοντόφαρδο μαχαίρι και τα διακόσια καψούλια και το γυλιό. Και μετά μου αφήνει την καραμπίνα μου, όταν αποκάμνω με το γυλιό μου, και συνεχίζει να σκαρφαλώνει με το δικό μου και το δικό του.

Πηγαίνουμε αγκομαχώντας μέχρι τις κορφές των πλαγιών. Πέφτουμε γελώντας. Την ώρα του συναγερμού – και υπήρξαν τέτοιες με το παραπάνω – οι έξι καραμπίνες βρίσκονται ενωμένες. Κοιμηθήκαμε σε σπηλιές∙ και στο γυμνό βουνό. Το κτηματάκι με την εξυπηρετική νοικοκυρά του και το ζεστό φαΐ ήταν στον πόλεμο μια πολυτέλεια. Τώρα μ’ επιμονή μας δείχνουν αγάπη. Ο ένας φέρνει την κίτρινη γλυκοπατάτα του ή την άκρη από ένα χοντρό λουκάνικο ή την ψητή μπανάνα του∙ ο άλλος μου κάνει πρόποση με το βρασμένο με πορτοκαλόφυλλα και μέλι νερό του. Ένας άλλος μου χαρίζει ένα ξυνό πορτοκάλι, γιατί άκουσε πως έφαγα κάτι τέτοιο μ’ ευχαρίστηση στο δρόμο…».
Δικαστική περιφέρεια του Μπαρακόα, 16 Απρίλη 1895. (Στον Γκονζάλο Ντε Κεσάδα και στον Χ. Γκουέρα).
***

«Ήδη μπορώ να γράψω…Ήδη διατρέχω κάθε μέρα τον κίνδυνο να δώσω τη ζωή μου για την πατρίδα και για το καθήκον μου - δεδομένου ότι το καταλαβαίνω κι έχω το κουράγιο που χρειάζεται για να το κάνω – το καθήκον να εμποδίσω έγκαιρα για την ανεξαρτησία της Κούβας την επέκταση των Ηνωμένων Πολιτειών στις Αντίλες και το να ριχτούν μ’ αυτή την περίσσεια δύναμη στα εδάφη μας της Αμερικής. Όσα έκανα μέχρι τώρα, και όσα θα κάνω, γι’ αυτό το σκοπό είναι…

Έζησα μέσα στο τέρας και ξέρω τα σωθικά του. Και η σφεντόνα του Δαβίδ… Έφτασα με το στρατηγό Μάξιμο Γκόμες και με τέσσερις ακόμα σε μια βάρκα, όπου χειρίστηκα το κουπί της πλώρης μέσα σε καταιγίδα κι έφερα τη βάρκα σ’ ένα γεμάτο πέτρες άγνωστο ακρογιάλι μας. Για δεκατέσσερις μέρες περπάτησα μέσα από αγκάθια και υψώματα φορτωμένος με το ηθικό και την καραμπίνα μου.

Στο πέρασμά μας ξεσηκώνουμε κόσμο. Μέσα στην καλοσύνη των ψυχών βλέπω τη ρίζα αυτής της στοργικής φροντίδας μου για τα βάσανα του ανθρώπου και για το πόσο είναι δίκαιο να το γιατρέψουμε: Οι κάμποι είναι δικοί μας... Ξέρω θα εξαφανιστώ. Όμως δεν θα εξαφανιζόταν μαζί με εμένα η σκέψη μου ούτε θα με τρόμαζε το σκοτάδι μου. Κι όσο θα έχουμε μορφή ανθρώπου, θα οικοδομούμε. Ξεπλήρωσέ το αυτό το χρέος σε μένα, ή σε άλλους… Ήδη ξέρω τις – σιωπηλές – επιπλήξεις σου μετά το ταξίδι μου…
Στρατόπεδο του Ντος Ρίος, 18 Μάη 1895. (Στον Μανουέλ Α. Μερκάντο, «το φίλο της ψυχής μου», «τον πιο αγαπημένο μου αδελφό»).
***

Εγώ αναλογίστηκα τον πόλεμο: η ευθύνη μου αρχίζει μ’ αυτόν, αντί να τελειώνει. Για μένα η πατρίδα δεν θα είναι ποτέ θρίαμβος, αλλά αγωνία και καθήκον. Ήδη κοχλάζει το αίμα. Τώρα πρέπει να δώσουμε στη θυσία σεβασμό και έννοια ανθρώπινη και αξιαγάπητη: Πρέπει να κάνουμε ορατό – και απρόσβλητο- τον πόλεμο. Αν ο πόλεμος με διατάξει – όπως και είναι η μοναδική επιθυμία μου – να μείνω μέσα σ’ αυτόν. Αν με διατάξει – καρφώνοντάς μου την ψυχή – να πάω μακριά από εκείνους που πεθαίνουν όπως θα ήξερα εγώ να πεθάνω, θα έχω το κουράγιο να το κάνω. Όποιος σκέπτεται τον εαυτό του δεν αγαπάει την πατρίδα…

Θα σηκώσω όρθιο τον κόσμο. Όμως η μοναδική επιθυμία μου θα ήταν να πολεμήσω εδώ, με τον τελευταίο μαχητή. Και να πεθάνω σωπαίνοντας. Για μένα ήρθε ήδη η ώρα. Όμως μπορώ ακόμα να υπηρετήσω αυτή την μοναδική καρδιά των δημοκρατιών μας. Οι ελεύθερες Αντίλες θα σώσουν την ανεξαρτησία της Αμερικής μας και την ήδη αμφίβολη και τραυματισμένη τιμή της αγγλικής Αμερικής και ίσως θα επιταχύνουν και θα στεριώσουν την ισορροπία του κόσμου. Κοίταξε αυτό που κάναμε – εσύ με τα μέτρα της νιότης σου κι εγώ με τα δείγματα της ξεσκισμένης καρδιάς μου.

Ας κάνουμε πάνω από τη θάλασσα – μ’ αίμα κι αγάπη – αυτό που κάνει στο βάθος της θάλασσας η οροσειρά από φωτιά των Άνδεων... Αντίο, σε σένα και στους ευγενικούς κι επιεικείς φίλους μου. Σας χρωστάω την ευδαιμονία του μεγαλείου και της αγνότητας μέσα σ’ αυτό το τραχύ και άσχημο ανθρώπινο σύμπαν. Ύψωσε δυνατά τη φωνή σου: γιατί, αν πέσω, θα είναι επίσης για την ανεξαρτησία της δικής σου πατρίδας.
(Στον Φεντερίκο Ενρίκες-ι-Καρβεχάλ).
***

Ας πεθάνουμε οι μεν και ας ετοιμαστούν εκείνοι που δεν έχουν το δικαίωμα να πεθάνουν να βάλουν το όπλο στο χέρι των νέων στρατιωτών της ελευθερίας μας. Όρθιοι, όπως στην άκρη ενός τάφου, ας ανανεώσουμε τον όρκο των ηρώων.
10 Οκτώβρη του 1889.
***



«Γράμματα του Χοσέ Μαρτί» (Επιλογή αποσπασμάτων: «Οικοδόμος»).
Επιμέλεια: ΤΟΝΙ ΝΤΕ ΛΑ ΡΟΣΑ - Μετάφραση: Μαρία Χατζηγιάννη
Δημοσιεύτηκε στην «ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ μηνιαία επιθεώρηση τέχνης», τεύχος 24, Οκτώβρης 1985. Η σύνθεση με τη φιγούρα του ποιητή περιλαμβάνεται στην έκδοση.





Γεώργιος Βιζυηνός - Ο φιλομαθής πτωχός



(Ποιητικά πρωτόλεια Γεωργίου Μ. Βιζυηνού ιεροσπουδαστού της εν Χάλκη Θεολογικής Σχολής. Εξεδόθησαν δαπάνη φιλοκάλου τινός Ομογενούς, εν Κωνσταντινουπόλει, τύποις Βυζαντίδος, 1873, σσ. 18-21)





Ἀλλοίμονο! εἶμαι φτωχὸ
σ’ αὐτοῦ τοῦ κόσμου τὸν τροχό!
εἶμ’ ὀρφανὸ καὶ ξένο!…
κι’ ἀγράμματο θὰ μένω!

Τοῦ κάκου λὲν – Ὑπομονή·
πολλοὶ σὰν σένα ὀρφανοὶ
καὶ δύστυχοι καὶ ξένοι,
δὲν ἔμειναν θαμμένοι. -

Τοῦ κάκου, Γιατί ‘κείνοι ‘κεῖ
ἦσαν τῆς Τύχης ἐδικοί,
μὰ ‘μένα τὸ καϋμένο…
μ’ ἔχει λησμονημένο!

Καὶ νά. Ὠρφάνεψα μικρό,
καὶ τῆς ξενούρας τὸ πικρὸ
μὲ τράνεψεν ἀγιέρι
καὶ τοῦ Θεοῦ τὸ χέρι.

Ἀγάπησαν ἄλλοι φλουριά,
ἄλλοι νὰ τρέχουν μὲ βεριὰ
καὶ μ’ ἀψηλὰ καπέλα
χωρὶς δουλειά. Τί τρέλλα!

Τῆς Ἀφροδίτης τὸ παιδὶ
οἱ ἄλλοι, κι’ ἄλλοι ὀπαδοὶ
τοῦ Βάκχου νὰ ‘πεθάνουν
κι’ ἄλλοι ἄλλα νὰ κάνουν.

Ἀγάπησε καὶ τ’ ὀρφανό,
Θεέ μου, τί πολὺ πονῶ!
τὰ γράμματα νὰ μάθῃ,
χίλια κακὰ κι’ ἂν πάθῃ.

Μ’ ἄπληστο στόμα ἀρχηνᾷ
τὰ νάματα τὰ φωτεινὰ
τοῦ Παρνασσοῦ νὰ πίνῃ
μὲ τόση εὐφροσύνη!…

Ἄν φταίγω τ’ ἄκακο ἐγὼ
φωτιὰ νὰ πέσῃ νὰ καγῶ·
θαρροῦσα πῶς χορταίνει
ἐκεῖνος ποῦ μαθαίνει.

Δὲν ἤξερα πῶς τ’ ἀργυρὸ
τῆς Κασταλίας μας νερό,
σὰ μιὰ φορὰ τὸ πιοῦμε
αἰώνια τὸ διψοῦμε!

Τόρα ἡ ψυχή μου λαχταρᾷ,
μὰ δὲ βαστῶ οὔτε παρᾶ
νὰ ‘πάγω ‘κεῖ ‘ποῦ τρέχει
τὴν γλῶσσά μου νὰ βρέχῃ!…

Μὲ εἶπαν πῶς ἐδὼ πολλοὶ
σὰ ἰδοῦν ἕν’ ἄτυχο πουλὶ
ποῦ ἀγαπᾷ τὰ φῶτα
δὲν «τῷ γυρνοῦν τὰ νῶτα.»

Ἔ, νὰ λοιπόν! Στὸ ἀψηλὸ
κατώφλοιό σας κι’ ἐγώ, δειλὸ
ἐκάθησα πουλάκι
μ’ αὐτὸ τὸ τραγουδάκι.

Ὦ σεῖς, τοῦ γένους οἱ τρανοί,
ἡ Τύχη ὅλα τὰ φθονεῖ,
καὶ τίποτε δὲν μένει
πιστὸ στὴν οἰκουμένη.

Δὲν σᾶς ζητῶ οὔτε ψωμί,
οὔτ’ ἕνα ῥοῦχο στὸ κορμί·
Διψῶ! διψῶ τὴ θεία
ἀληθινὴ Παιδεία!

Σεῖς ψάλλετε σ’ ὅλη τὴ γῆ.
– Ἀνάφτουμε οἱ ἀρχηγοί,
εἰς τὴ γρῃὰ Ἑλλάδα,
τῆς προκοπῆς τὴ δᾷδα.

Καὶ σεῖς, ὦ Ἀχαιῶν παιδιά,
τοῦ Ἑλικῶνος τὴν ποδιὰ
εἰς τὸ ἑξῆς ἀφῆτε
καὶ στὴν κορφὴ ἀναβῆτε. -

Καὶ ‘γω νὰ μείνω τ’ ὀρφανό;
μαρτύρομαι τὸν οὐρανό!
εἶμαι παιδὶ Ἑλλήνων!
εἶμαι βλαστάρι ‘κείνων!

Σ’ αὐτοῦ τοῦ κόσμου τὸν τροχὸ
ναί, ἐγεννήθηκα φτωχό.
Μὰ Ἕλλην ὑπομένει
ἀπαίδευτος νὰ μένῃ;…

Ὦ σεῖς, τοῦ γένους οἱ τρανοί,
ἡ Τύχη ὅλα τὰ φθονεῖ
καὶ τίποτε δὲν μένει
ἐδὼ στὴν οἰκουμένη.

Ἀφήσετε τὴν ἀπονιά.
Βαστοῦν τὸν δίσκο μου ‘πο μιὰ
αἱ Μοῦσαι, κι’ ἀπ’ τὴν ἄλλη
ὁ Λυτρωτής, καὶ ψάλλει.

- Εἶναι ‘δικό μου τ’ ὀρφανό·
καὶ ‘πάνου ‘κεῖ στὸν οὐρανό,
δὲν θὰ μετανοήσῃ
ὅποιος τὸ βοηθήσῃ.



1872 Αὐγούστου 30.