Χαιρετώ τους φίλους της λογοτεχνίας, τους μισαλλόδοξους αγωνιστές, τα κακοπαθημένα νιάτα, τα άκρατα ορμώμενα ανθρωπάρια, τους κομπάρσους και πρωταγωνιστές της καθημερινότητας, τα βιολοντσέλα του έρωτος, τους πιστούς και άθρησκους, τις φιλήσυχες πέτρες, τους γνώστες του τίποτα, τους αποτυχημένους της δόξας, χαιρετώ αυτούς που έρπουν, τους ακρωτηριασμένους, τις μηδείες και τους γέροντες, τους αποκρυφιστές του χάους, τα σακάτικα βλήματα, τα τελώνια, τα ξορκισμένα αγγίγματα -
χαιρετώ... εσάς

Τετάρτη, 12 Φεβρουαρίου 2014

Σ. Μπέκετ - Διωγμένος (Α' Μέρος)



Τα σκαλοπάτια δεν ήταν πολλά. Τα είχα μετρήσει χιλιάδες φορές, ανεβαίνοντας ή κατεβαίνοντας, αλλά πόσα ήταν το μυαλό μου δεν το συγκρατούσε. Ποτέ δεν κατάλαβα αν πρέπει να πεις ένα, με το ένα πόδι στο πεζοδρόμιο, δυο όταν το άλλο πόδι πατά στο πρώτο σκαλοπάτι κι ούτω καθεξής ή μήπως το πεζοδρόμιο δε θα 'πρεπε να υπολογίζεται. Στο ίδιο δίλημμα σκόνταφτα και στο κεφαλόσκαλο. Κι από την αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή από τη κορφή προς τα κάτω, το ίδιο ήταν, η έκφραση υστερεί. Δεν ήξερα από που ν' αρχίσω και που να τελειώσω, αυτό ήταν το πρόβλημα. Κατέληξα λοιπόν σε τρεις εντελώς διαφορετικούς αριθμούς, χωρίς ποτέ να μάθω ποιος απ' όλους ήταν ο σωστός. Κι όταν λέω ότι δεν έχω συγκρατήσει τον αριθμό στο νου μου, θέλω να πω πως εκεί, στο νου μου, δε βρίσκεται πια κανείς από τους τρεις αριθμούς. Αν έπρεπε μάλιστα να βρω έναν απ' αυτούς, εκεί που είναι σίγουρο πως θα βρίσκονται, στο νου μου, θα τον έβρισκα, αλλά κείνο μόνο και δίχως να είμαι σε θέση από αυτόν να συναγάγω τους άλλους δυο. Αλλά και τους δυο να εντόπιζα, δε θα 'ξερα τον τρίτο. Όχι, για να τους ξέρω και τους τρεις, θα 'πρεπε, στο νου μου, να βρω και τους τρεις. Οι αναμνήσεις σε σκοτώνουν. Δεν πρέπει λοιπόν να σκέφτεσαι όσα αγαπάς ή μάλλον καλύτερα να τα σκέφτεσαι, ειδάλλως διατρέχεις τον κίνδυνο να τα βρεις, λίγο-λίγο, στο νου σου. Να τα σκέφτεσαι λοιπόν λίγο, πολλές φορές τη μέρα, κάθε μέρα, μέχρι να βουλιάξουνε για πάντα στο βούρκο. Είναι βασικό. 'Αλλωστε δεν έχει και μεγάλη σημασία πόσα είναι τελικά τα σκαλοπάτια. Σημασία έχει να θυμάσαι ότι δεν ήταν πολλά κι εγώ το θυμήθηκα. Δεν φαίνονταν πολλά ακόμα και στο παιδί, που 'ξερε κι άλλα σκαλοπάτια, που τα 'βλεπε καθημερινά, τ' ανέβαινε, τα κατέβαινε, έπαιζε κει κότσια ή άλλα παιχνίδια που θα ξεχνούσε τ' όνομά τους. Πώς θα 'πρεπε λοιπόν να φανούν στον άντρα που ανοικονόμητος ξεπετάχτηκε από κει μέσα; Συνεπώς το πέσιμο δεν ήταν σοβαρό. 'Ακουσα πέφτοντας τη πόρτα να κλείνει με πάταγο κι ενώ ακόμα έπεφτα, αισθάνθηκα ανακουφισμένος. Γιατί τούτο σήμαινε πως δε τρέχανε ξοπίσω μου με μπαστούνι να με ξυλοκοπήσουν στη μέση του δρόμου και μπρος στον κόσμο. Αν τέτοια ήταν η πρόθεσή τους, δεν θα 'χανε κλείσει τη πόρτα, θα την άφηναν ανοιχτή, ώστε ν' απολαύσουν τη τιμωρία μου όσοι είχανε συγκεντρωθεί στο διάδρομο, να τους γίνει ίσως και μάθημα. Τούτη τη φορά αρκέστηκαν να με διώξουνε με τις κλωτσιές και τίποτα παραπάνω.

Μέχρι να προσγειωθώ στο χαντάκι, είχα τον χρόνο να ολοκληρώσω τούτο τον συλλογισμό. Υπ' αυτές τις συνθήκες τίποτα δεν με υποχρέωνε να σηκωθώ αμέσως. Στήριξα τον αγκώνα στο πεζοδρόμιο, είναι αστείο τι θυμάται κανείς, έγειρα το αφτί στη παλάμη κι άρχισα ν' αναλογίζομαι τη κατάστασή μου, οικεία ωστόσο. Ο ήχος όμως, αμυδρός αλλ' αλάνθαστος, της πόρτας που 'κλεινε και πάλι, μ' έβγαλε από τη ρέμβη μου, όπου ήδη ένα ολόκληρο τοπίο έπαιρνε μορφή, με λευκάκανθα κι άγρια τριαντάφυλλα, του ονείρου, όλο χάρη, κοίταξα προς τα πάνω αλαφιασμένος, τα χέρια στο πεζοδρόμιο και τα πόδια έτοιμα να κάνουν φτερά. Ήταν μονάχα το καπέλο μου που, διαγράφοντας κύκλους στον αέρα, ερχόταν καταπάνω μου. Το έπιασα και το φόρεσα. Για το Θεό που πίστευαν ήταν απόλυτα σωστοί, θα μπορούσαν να το είχαν κρατήσει, αλλά το καπέλο δεν ήταν δικό τους, δικό μου ήταν, κι έτσι μου το έδωσαν. Η μαγεία όμως είχε χαθεί. Το καπέλο πώς να το περιγράψω; Και γιατί; Όταν το κεφάλι μου απέκτησε δεν θα έλεγα τις οριστικές αλλά τις μέγιστες δυνατές διαστάσεις, ο πατέρας μού είπε, Έλα, γιε μου, θ' αγοράσουμε το καπέλο σου, λες κι εκείνο προϋπήρχε, σε τόπο προκαθορισμένο, ανέκαθεν. Προχώρησε κατευθείαν προς το καπέλο. Εμένα δεν μου 'πεφτε λόγος, ούτε του καπελά. Έχω συχνά αναρωτηθεί μήπως ο πατέρας ήθελε να με ταπεινώσει, μήπως ζήλευε που ήμουν νέος και ωραίος, φρέσκος τουλάχιστον, σε αντίθεση με κείνον που 'ταν ήδη μεγάλος, με πρόσωπο κόκκινο και πρησμένο. Από κείνη τη μέρα μου απαγορεύτηκε να βγαίνω έξω χωρίς καπέλο, ν' ανακατεύει ο αέρας τα όμορφα καστανά μαλλάκια μου. Το 'βγαζα καμιά φορά σε δρόμους έρημους και το κρατούσα στο χέρι, αν και έτρεμε το φυλλοκάρδι μου. Όφειλα να το βουρτσίζω καθημερινά, πρωί απόγευμα. Τ' αγόρια της ηλικίας μου, που 'χα πότε-πότε την υποχρέωση να συγχρωτίζομαι, με κορόιδευαν. Έλεγα όμως στον εαυτό μου δεν είναι στ' αλήθεια το καπέλο που τους φταίει, κάνουνε πλάκα με το καπέλο επειδή είναι λίγο πιο φανταχτερό από τα υπόλοιπά μου, άλλωστε δεν διακρίνονται και για τη φινέτσα τους. Πάντα μου προκαλούσε κατάπληξη η έλλειψη φινέτσας των συνομηλίκων μου, σε μένα που η ψυχή νυχθημερόν παράδερνε αναζητώντας τον εαυτό της. Ίσως και να 'ταν απλώς ευγενείς, όπως εκείνοι που κάνουνε πλάκα με τη μύτη του καμπούρη. Όταν ο πατέρας πέθανε θα μπορούσα να 'χα απαλλαγεί από το καπέλο, τίποτα δε μ' εμπόδιζε, δεν το 'κανα. Να το περιγράψω, αλλά πώς; Κάποια άλλη φορά, κάποια άλλη φορά. Σηκώθηκα και ξεκίνησα. Ξεχνώ πόσων χρόνων ήμουν. Απ' όσα μου είχαν μόλις συμβεί, τίποτα δεν άξιζε να γίνει ανάμνηση. Μήτε κοιτίδα, μήτε μνήμα, για οτιδήποτε.

Ή μάλλον τόσες άλλες κοιτίδες, τόσα άλλα μνήματα, που τα έχω χαμένα. Δεν θα ήταν πάντως υπερβολή να πω ότι βρισκόμουν στο άνθος της ηλικίας μου, είχα όλες μου τις δυνάμεις, κάπως έτσι θαρρώ το λένε. Ω, ναι, τις είχα. Διέσχισα τον δρόμο, και στράφηκα να δω το σπίτι που μ' έδιωξε, εγώ που ουδέποτε κοιτούσα πίσω όταν έφευγα. Πόσο όμορφο ήταν! Γεράνια στα παράθυρα. Έχω εντρυφήσει στα γεράνια. Είναι ζόρικα, όμως τελικά κατάφερα να τα κουμαντάρω, θαύμαζα πάντα την πόρτα του σπιτιού, ψηλά, στην κορυφή της μικρής σκάλας. Να την περιγράψω. Αλλά πώς; Πόρτα πράσινη, συμπαγής, από πάνω της κάτι σαν στέγαστρο το καλοκαίρι με άσπρες και πράσινες ρίγες, μια τρύπα για το θορυβώδες σφυρηλατημένο μάνταλο, και μια χαραμάδα για τις επιστολές, ένα μπρούντζινο καπάκι στερεωμένο στις άκρες με ελατήρια την προστάτευε από τη σκόνη, τις μύγες και τα πουλάκια. Αρκετά με την περιγραφή. Δεξιά κι αριστερά από την πόρτα δυό κολονάκια ίδιου χρώματος, στο δεξί ήταν το κουδούνι. Κουρτίνες συμβατικού γούστου. Ακόμα και ο καπνός που υψωνόταν από την καμινάδα έμοιαζε πριν διαλυθεί πιο μελαγχολικός και μπλάβος από των γειτόνων. Κοίταξα το τρίτο και τελευταίο πάτωμα κι είδα -εξωφρενικό!- το παράθυρό μου ορθάνοιχτο. Επιχείρηση γενικής καθαριότητας ήταν σε εξέλιξη. Σε λίγες ώρες θα έκλειναν το παράθυρο, θα τραβούσαν τις κουρτίνες και θα ψέκαζαν όλο το μέρος μ' απολυμαντικό. Τους ήξερα. Με πόση ευχαρίστηση θα πέθαινα σε κείνο το σπίτι. Σαν σε παραίσθηση είδα την πόρτα να ανοίγει και τα πόδια μου να βγαίνουν έξω. Ήξερα ότι δεν θα κατασκόπευαν πίσω απότις κουρτίνες, αν το 'θελαν, θα το είχαν κάνει, έτσι δεν φοβόμουν να κοιτάξω. Τους ήξερα. Είχαν επιστρέψει στη φωλιά τους, και καταγίνονταν με τις ασχολίες τους. Να τους είχα φταίξει σε κάτι. Την πόλη δεν τη γνώριζα καλά, εκεί γεννήθηκα, εκεί έκανα τα πρώτα μου βήματα, έπειτα όλα τα επόμενα, τόσα, που θεώρησα ότι κάθε ίχνος μου είχε χαθεί, λάθος. Έβγαινα τόσο λίγο! Μία στις τόσες θα πήγαινα ως το παράθυρο και τραβώντας τις κουρτίνες κοίταζα έξω. Όμως επέστρεφα βιαστικά στο βάθος του δωματίου, στο κρεβάτι μου. Ένιωθα δυσφορία με τόσο αέρα τριγύρω μου, μου φέρνανε σύγχυση τόσες προοπτικές, Πάντως την εποχή εκείνη ήξερα ακόμα πώς να συμπεριφερθώ όταν ήταν απολύτως αναγκαίο. Κοίταξα όμως πρώτα τον ουρανό, εκεί απ' όπου κάθε βοήθεια, εκεί που δρόμοι δεν υπάρχουν, εκεί όπου ελεύθερα περιπλανιέσαι σαν σε έρημο, εκεί όπου το βλέμμα δεν σκοντάφτει πουθενά, όπου κι αν στραφεί, παρά μόνο πάνω στα ίδια του τα όρια.

Νεότερος νόμιζα ότι η ζωή θα ήταν καλύτερη στο μέσο μιας πεδιάδας, πήγα λοιπόν στο ξέφωτο του Luneburg. Ξέφωτα υπήρχαν κι άλλα, πολύ πιο κοντινά, αλλά μια φωνή μού έλεγε διαρκώς, Είναι το πάρκο του Luneburg που χρειάζεσαι. Ίσως είχε να κάνει με το Lune. Όπως αποδείχτηκε πάντως, το ξέφωτο του Luneburg ήταν εντελώς απογοητευτικό. Επέστρεψα σπίτι απογοητευμένος αλλά ταυτόχρονα κι ανακουφισμένος. Ναι, δίχως να ξέρω το γιατί, την απογοήτευσή μου, που ήταν και συχνότερη παλιότερα, ακολουθούσε, το πολύ μ' ένα λεπτό διαφορά, ένα αίσθημα μεγάλης ανακούφισης. Ξεκίνησα. Βάδισμα και το δικό μου. Τα κάτω άκρα άκαμπτα, λες και η φύση μού είχε στερήσει τα γόνατα, τα πόδια, δεξί κι αριστερό, σε αφύσικη απόσταση το ένα απ' το άλλο, εκτός του άξονα βηματισμού. Αντιθέτως, ο κορμός, σαν ρυθμισμένος από αντισταθμιστικό μηχανισμό, να μοιάζει με σακούλα που δίχως σχήμα κλυδωνίζεται ανεξέλεγκτα, ακολουθώντας τους απρόβλεπτους κραδασμούς της λεκάνης. Προσπάθησα πολλές φορές να διορθώσω τα ελαττώματά μου, να λυγίσω τα γόνατα, να περπατήσω ευθυγραμμίζοντας το ένα πόδι πίσω από τ' άλλο, να κρατήσω ίσιο το στήθος, καθώς όμως είχα τουλάχιστον πέντε ή έξι, το αποτέλεσμα ήταν πάντα το ίδιο -έχανα την ισορροπία μου κι έπεφτα. Ένας άντρας πρέπει να βαδίζει δίχως να το σκέφτεται, όπως αναπνέει, κι όταν βάδιζα χωρίς να το σκέφτομαι, βάδιζα όπως ακριβώς περιέγραψα, κι όταν το σκεφτόμουν έφερνα εις πέρας μερικά βήματα αξιέπαινης εκτέλεσης και μετά έπεφτα. Αποφάσισα λοιπόν να είμαι ο εαυτός μου. Όσο για τη στάση, θαρρώ πως, εν μέρει τουλάχιστον, οφείλεται σε μια συγκεκριμένη κλίση από την οποία ποτέ δεν απαλλάχτηκα, άφησε το σημάδι της, όπως ήταν άλλωστε αναμενόμενο, την περίοδο που εντυπώνονται όλα αυτά που καθορίζουν τη διαμόρφωση του χαρακτήρα, αναφέρομαι στην περίοδο που εκτείνεται ως εκεί που φτάνει το μάτι, από τα πρώτα μπουσουλήματα πίσω από την καρέκλα μέχρι την Τρίτη βαθμίδα και την ολοκλήρωση των σπουδών μου. Τότε απέκτησα την αξιοθρήνητη συνήθεια να κυκλοφορώ ως το βράδυ με το παντελόνι κατουρημένο ή και χεσμένο ακόμα, αυτό συνέβαινε τακτικά κάθε πρωί μεταξύ δέκα και δέκα και μισή, και να επιμένω να τελειώσω έτσι τη μέρα μου, σαν να μη συνέβαινε τίποτα. Η ιδέα και μόνο ότι θ' άλλαζα παντελόνι, ή θα το εκμυστηρευόμουν στη μητέρα μου, που ένας θεός ξέρει πως μόνο να με βοηθήσει ήθελε, με τρέλαινε, το γιατί δεν το ξέρω, έτσι μέχρι την ώρα του ύπνου σερνόμουν με τους μικρούς μου μηρούς να βρωμούν και να συγκαίγονται, κολλώντας ως τον ποπό μου -αποτέλεσμα της ακράτειάς μου. Από εκεί λοιπόν ο επιφυλακτικός τρόπος βαδίσματος, με τα πόδια άκαμπτα και ανοιχτά, και το απελπιστικό πήγαιν' έλα του στέρνου, χωρίς αμφιβολία για να διώχνει τη βρώμα, να δίνει την εντύπωση πως ήμουν όλο χαρά και ευθυμία, ανέμελος, και να καθιστά αληθοφανείς τις εξηγήσεις μου για την ακαμψία των κάτω άκρων που απέδιδα σε κληρονομική ρευματοπάθεια. Σε τούτη την προσπάθεια ξοδεύτηκε ο νεανικός μου ενθουσιασμός, όσον διέθετα, έγινα πριν της ώρας μου πικρός και φιλύποπτος, ερωτεύτηκα το κρυφτούλι και τη στάση μου μπρούμυτα. 'Αθλιες νεανικές λύσεις, που δεν προσφέρουν καμία εξήγηση. Περιττές λοιπόν οι προφυλάξεις, αποφαινόμαστε δίχως φόβο, η ομίχλη δεν πρόκειται να διαλυθεί. Ο καιρός ήταν θαυμάσιος. Προχώρησα προς τα κάτω βαδίζοντας όσο το δυνατόν πιο κοντά στο πεζοδρόμιο. Και το πιο πλατύ πεζοδρόμιο δεν είναι ποτέ αρκετά πλατύ για μένα, όταν βρίσκομαι σε κίνηση, άλλωστε απεχθάνομαι να ενοχλώ όσους μου είναι άγνωστοι. Ένας αστυνομικός με σταμάτησε και είπε, ο δρόμος για τ' αυτοκίνητα, το πεζοδρόμιο για τους πεζούς.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου