Χαιρετώ τους φίλους της λογοτεχνίας, τους μισαλλόδοξους αγωνιστές, τα κακοπαθημένα νιάτα, τα άκρατα ορμώμενα ανθρωπάρια, τους κομπάρσους και πρωταγωνιστές της καθημερινότητας, τα βιολοντσέλα του έρωτος, τους πιστούς και άθρησκους, τις φιλήσυχες πέτρες, τους γνώστες του τίποτα, τους αποτυχημένους της δόξας, χαιρετώ αυτούς που έρπουν, τους ακρωτηριασμένους, τις μηδείες και τους γέροντες, τους αποκρυφιστές του χάους, τα σακάτικα βλήματα, τα τελώνια, τα ξορκισμένα αγγίγματα -
χαιρετώ... εσάς

Παρασκευή, 3 Οκτωβρίου 2014

Και ζήσανε αυτοί καλά, Κατερίνα...



Δεν έχω σκοπό και καμία διάθεση να μιλήσω για τη συγκεκριμένη ποιήτρια, να γράψω πόσο καλή και οργισμένη ήταν, πόσο... πόσο, και πάει λέγοντας. Και μόνο που μου περνάει από το μυαλό να το κάνω, βάζω τα γέλια- ποιά είμαι εγώ να μιλήσει για την συγκεκριμένη; Ας μιλήσουνε τα ποιήματά της γι'αυτήν... 
Για την Κατερίνα Γώγου που σαν σήμερα- 3 Οκτώβρη 1993- αυτοκτόνησε... 




Ποιός είναι ο λόγος της ποίησης 
που βγαίνει απ' το ποιώ 
και που σημαίνει πράττω
Ζητάω την απάντηση 
απ' τους ακινητοποιημένους

(Ο μήνας των παγωμένων σταφυλιών)


Πάει. Αυτό είταν.
Χάθηκε η ζωή μου φίλε 
μέσα σε κίτρινους ανθρώπους 
βρώμικα τζάμια 
κι ανιστόρητους συμβιβασμούς.
Άρχισα να γέρνω 
σαν εκείνη την ιτιούλα
που σούχα δείξει στη στροφή του δρόμου.
Και δεν είναι που θέλω να ζήσω.
Είναι το γαμώτο που δεν έζησα. 
Κι ούτε που θα σε ξαναδώ. 

(Ιδιώνυμο)


Σηκώθηκε με προσοχή
πήρε το καλώδιο της ψήστρας
τόσφιξε καλά στο λαιμό του άντρα της
κι έγραψε κάτω από την ερώτηση 
του φεμινιστικού κινήματος: ΈΠΝΙΞΑ ΕΝΑΝ.
Ύστερα πήρε το 100 και μέχρι νάρθουν 
κοίταξε το ωροσκόπιό της στη ΓΥΝΑΙΚΑ. 

(Τρία κλικ αριστερά)


Καμιά φορά τύχαινε - τώρα πάνε κι αυτά
έβλεπα και κανά όνειρο - πως ερχόσουνα λέει
την κοπάναγες απ' τη μάντρα
κι έλεγες άντε ρε Κατερίνα άντε και μας ρημάξανε
ό,τι έγινε έγινε σήκωσε το κεφάλι 
ύστερα μπερδευόσουνα με τον πατέρα μου
μετά μπερδευόντουσαν κάτι άγρια χόρτα
και μια μπουλντόζα που' ριχνε τα παράνομα
κοίτα να δεις... 
και τ' όνειρο είχε κι αυτό κακό τέλος 
σκέψου τώρα στη ζωή πας λάκισες και συ
κι έκατσα κι είδα όλες τις ελληνικές ταινίες
που παίζουνε την Κυριακή
και μένα ρημαγμένη αλλά ζόρικη 
να πέφτω μ' ακρίβεια στις ρόδες του φορτηγού
πάλι και πάλι και πάλι και πάλι. 

(Ξύλινο παλτό)


Πίσω από γαλακτερό αέρα πηχτό
και φθαρμένες κουρτίνες
βαριές βυσσινιές 
ξυπνάω... ζω... κοιμάμαι... έχω πεθάνει; 
Από δω
δεν μπορώ άλλο να δω
παρά φτέρες ψηλές 
εκλάμψεις χιονιού 
κι επιταφίων ουρές 
Κάπου μακριά υπάρχει η πόλη.
Φύσηξε
Φύσηξε
Τόμας Ντύλας
Ρεμπώ
αυτό τον πράο λαό
πίσω από τριανταφυλλιές 
αυτή η πολύ νεαρή νεκρή
μ' ένα στεφάνι ηρωίνης κοιμάται...

(Απόντες)


Αυτή κλαίει
θέλει να φύγει από δω
απ' την πνιγμένη λίμνη 
η άγκυρα που της κάρφωσαν στο λαιμό
δεν την αφήνει να προχωρήσει.

(Νόστος)



ΡΙΞΑΤΕ ΜΙΑ ΜΑΤΙΑ;

Ω!Ω!Ω! Το Παρίσι!
Οι χαριτωμένες δεσποινίδες 
οι καλόγουστες κυρίες 
όλες αυτές οι θεσπέσιες υπάρξεις 
μπορέσανε - ω, σταματήσανε όλες 
στον ίδιο ακριβώς χρόνο.
Τι ευγενικό!
Τα δάκρυα της βροχής 
δε σβήνανε τις άψογα, προσεχτικά
βαμμένες βλεφαρίδες 
από την εποχή - θυμάμαι καλά- 
της δολοφονίας του Μαρά. 
Τώρα δεν μπορώ να καταλάβω
τι χρειάζεται η λέξη "δολοφονία"
σ' ένα θαυμαστικό ύπνο
που θέλω να γράψω σαν μαθήτρια 
προς το λαμπρό Παρίσι. 

Στο μετρό καθιστοί και όρθιοι
δεν έδειχναν τίποτα.
Ούτε αν είχαν κάτι στο νου
ή τι έκαναν το χθεσινό πτώμα 
της νύχτας. 
Η πόλη των μουσείων και των τεχνών 
έδινε τις λύσεις της εύκολα. Μουσική.
Ζωγραφική. Γλυπτική. Ποίηση. 
Και ο έρωτας. 
Σωσίβιο για τις μειονότητες
σκέφτηκε, πώς φτάσανε κολυμπώντας 
έως τον Σηκουάνα
για να χωθούν, στην καλύτερη περίπτωση 
σε κιλοτάκι της Σανέλ - 

Δε λέω τίποτα.
Είναι για όλους γνωστά.
Μιλάω για το θέμα προσφοράς - ζήτησης. 
Δεν έχω τίποτα πια με τους νταβατζήδες.
Έχω με τις πουτάνες.
Χωρίς τις δεύτερες δεν έχουνε λόγο ύπαρξης 
οι πρώτοι. Όλων των ειδών λέω. 

Τα ποταμόπλοια με βροχή σταθερά πάνω στο νερό.
Προχωρούσαν. Και οι οδηγοί τους με τη σειρήνα σφύριζαν 
... ήμουνα όμορφη
τρελή και μεθυσμένη... 
Αλήθεια, παιδιά, ευγενικές δεσποινίδες του Μπαχ
αριστοκρατικές κυρίες
τυχοδιώκτες - 
Ε, κύριοι 
ρίξατε μια ματιά εκεί πίσω από το φράχτη
στον κήπο
μήπως άρχισε να ανθίζει το πτώμα; 

(Με λένε Οδύσσεια)





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου