Ξέρουμε πως προσβάλλουμε τα πνευματικά δικαιώματα με την κάθε δημοσίευση στο blog και ότι με ένα νεύμα του νόμου και του δημιουργού και του κληρονόμου και του εκδοτικού και του θιγμένου θα μπορούσαμε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να βρεθούμε είτε πίσω από τα κάγκελα, είτε πάνω σ'αυτά. Όμως ό,τι ανεβαίνει, ανεβαίνει από την φυσική διάθεση να μοιραστούμε, να θυμίσουμε, να μονολογήσουμε όπως θα το κάναμε ούτως ή άλλως.

Σάββατο 13 Απριλίου 2019

Ray Nelson - 8 O'clock in the Morning (1963)




Ο Ray Nelson (γεν. 1931) είναι Αμερικανός συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας, παλιόφιλος του Philip Dick (μαζί έχουν γράψει το βιβλίο Εισβολή στον Γανυμήδη [εκδ. Λυχνάρι, 2004]) – άλλωστε λίγο πολύ σε όλο το πεδίο της επιστημονικής φαντασίας, όλο και κάπου δεν ξεπηδάει ένας Dick; – γνωστός για τα έργα του την χρυσή εποχή της ε.φ. τις δεκαετίες του ’50 και του ’60. Γράφει μέχρι σήμερα. Παρόλα αυτά εξακολουθεί να παραμένει γνωστός για το διήγημά του 8 O'clock in the Morning, που αποτέλεσε τη βασική ιδέα της κλασικής cult ταινίας «They Live» σε σκηνοθεσία John Carpenter. 

Κάποιοι θεωρούν την ιστορία αυτή ένα διακριτικό μονοπάτι προς την Αλήθεια· μία αλληγορική εισβολή που μοιάζει τόσο στον άνθρωπο, που μόνο ο αφυπνισμένος μπορεί να δει το πραγματικό πρόσωπο του σύγχρονου συνανθρώπου.  Η σύγχρονη τεχνολογική σκλαβιά, οι cyber-δούλοι, η ψηφιακή ύπνωση, οι εργαζόμενοι στρατιώτες και κάπου ανάμεσά μας εκείνοι που ευθύνονται για όλα αυτά και που τα συντηρούν. Έστω. Κάποιοι άλλοι όμως θεωρούν ότι ο Nelson επηρεασμένος από την χρυσή εποχή και ζώντας μέσα σε μια σύγχρονη πόλη, παραπήρε πολλά LSD (άλλωστε έχει παραδεχθεί ότι ο P. Dick είχε πάρει στη ζωή του δύο φορές LSD κι αυτό γιατί του τα έδωσε εκείνος), βγήκε έξω στο κέντρο της αμερικανικής πόλης, της ασφυκτικά γεμάτης από προϊόντα, διαφημίσεις, κόσμο, μαγαζιά κι έτρεξε να κρυφτεί σπίτι του από τα πράσινα πλάσματα που τον κοιτούσαν παράξενα με τα πολλά τους τα μάτια. 

Όπως και να ‘χει, ιδού ένα από τα πιο εμπνευσμένα αμερικανικά διηγήματα του πρώτου ρεύματος ε.φ.




~ * ~




Το Πρωί στις Οκτώ 




Στο τέλος της παράστασης, ο υπνωτιστής είπε στο κοινό του: «Ξυπνήστε».
Εκεί κάτι ασυνήθιστο συνέβη. Ένας από το κοινό αφυπνίστηκε ολοσχερώς. Αυτό δεν είχε συμβεί ποτέ πριν. Το όνομά του ήταν George Nada[i] και ο George Nada ανοιγόκλεισε τα μάτια του μπροστά σε μία θάλασσα προσώπων μέσα στο θέατρο, αγνοώντας στην αρχή οτιδήποτε έξω από τα συνηθισμένα. Τότε τα παρατήρησε, τα εντόπισε εδώ και εκεί στο πλήθος, τα μη ανθρώπινα πρόσωπα, τα πρόσωπα των Κατακτητών. Ήταν εκεί όλον τον καιρό, φυσικά, αλλά μόνο ο George ήταν στ' αλήθεια αφυπνισμένος, έτσι που μόνο αυτός να τους αναγνωρίζει για αυτό που ήταν. Κατάλαβε τα πάντα σε μια στιγμή, κατάλαβε ακόμη κι ότι αν έδειχνε το παραμικρό εξωτερικό σημάδι αλλαγής, οι Κατακτητές θα τον διέταζαν να επιστρέψει στην προηγούμενη κατάστασή του και να υπακούσει. Έφυγε από το θέατρο, βγαίνοντας έξω σε μια νύχτα με αποχρώσεις νέον, αποφεύγοντας προσεκτικά να δείχνει ότι είδε την πράσινη, γεμάτη φολίδες σάρκα ή τα πολλαπλά κίτρινα μάτια των ηγεμόνων της γης. Ένας από αυτούς τον ρώτησε, «Έχεις αναπτήρα, φίλε;» ο George του έδωσε αναπτήρα και στη συνέχεια έφυγε από κει.
Πότε - πότε, κατά μήκος του δρόμου, ο George έβλεπε τις αφίσες να κρέμονται με φωτογραφίες των Κατακτητών να κοιτάνε και να λένε στη θέση του μηνύματος που ήταν στο κάτω μέρος της αφίσας: «Οκτώ ώρες δουλειά, οκτώ ώρες παιχνίδι, οκτώ ώρες ύπνο» και «Αυξάνεσθε και Πληθύνεσθε». Μία από τις τηλεοράσεις στη βιτρίνα ενός καταστήματος έπιασε το βλέμμα του George, αλλά εκείνος κοίταξε αλλού την τελευταία στιγμή. Μόνο όταν δεν κοίταζε τον Κατακτητή στην οθόνη, μπορούσε να αντισταθεί στην εντολή «Μείνε συντονισμένος σε αυτόν τον σταθμό».
Ο George ζούσε μόνος του σε ένα μικρό δωμάτιο και μόλις έφτασε στο σπίτι, το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να βγάλει από την πρίζα την τηλεόραση, αν και μπορούσε από όλες τις γωνιές του σπιτιού να ακούσει τις τηλεοράσεις των γειτόνων του. Τις περισσότερες φορές οι φωνές ήταν ανθρώπινες, αλλά πότε - πότε άκουγε το αλαζονικό, παράξενο κρώξιμο των πλασμάτων. «Υπακούστε στην κυβέρνηση», ακούστηκε ένα κρώξιμο. «Εμείς είμαστε η κυβέρνηση», ακούστηκε ένα άλλο. «Είμαστε φίλοι σας, θα κάνατε τα πάντα για έναν φίλο σας, έτσι δεν είναι;»
«Υπακούστε!»
«Δουλέψτε!»


Ξαφνικά το τηλέφωνο χτύπησε.
Ο George το σήκωσε. Ήταν ένας από τους Κατακτητές.
«Χαίρετε», έκρωξε. «Εδώ Ρόμπινσον, ο αρχηγός της Αστυνομίας, ήρθε η ώρα για τον έλεγχό σας. Είστε ένας γέρος άνθρωπος, George Nada. Αύριο το πρωί στις οκτώ, η καρδιά σας θα σταματήσει. Παρακαλώ επαναλάβατε».
«Είμαι ένας γέρος άνθρωπος», είπε κι ο George. «Αύριο το πρωί στις οκτώ, η καρδιά μου θα σταματήσει».
Ο έλεγχος έκλεισε, «Όχι, δεν θα σταματήσει», ψιθύρισε ο George. Αναρωτιόταν γιατί τον ήθελαν νεκρό. Μήπως υποψιάστηκαν ότι ήταν αφυπνισμένος; Πιθανών. Κάποιος μπορεί να τον είχε εντοπίσει, να παρατήρησε ότι δεν ανταποκρινόταν στον τρόπο με τον οποίο το έκαναν οι άλλοι. Αν ο George παρέμενε ζωντανός ένα λεπτό μετά τις οκτώ αύριο το πρωί, τότε θα ήταν σίγουροι.
«Δεν υπάρχει κανένα νόημα να κάθεσαι εδώ να περιμένεις το τέλος σου», σκέφτηκε.
Βγήκε έξω ξανά. Οι αφίσες, οι τηλεοράσεις, οι περιστασιακές εντολές από τα πλάσματα που τον προσπερνούσαν στον δρόμο δεν φαίνεται να είχαν απόλυτη εξουσία πάνω του, παρόλο που εξακολουθούσε να αισθάνεται έντονη επιθυμία να υπακούσει, να δει τα πράγματα όπως ο αφέντης του ήθελε να δει. Πέρασε ένα δρομάκι και σταμάτησε. Ένα από αυτά ήταν εκεί μόνο του, ακουμπισμένο στον τοίχο. Ο George πήγε προς το μέρος του.
«Δίνε του», μούγκρισε το πράγμα, εστιάζοντας τα θανατηφόρα μάτια του στον George.
Ο George αισθάνθηκε να το τυλίγει η ανησυχία της επίγνωσης. Για μια στιγμή το φολιδωτό κεφάλι έλιωσε κι έγινε το πρόσωπο ενός συμπαθούς και ηλικιωμένου μέθυσου. Φυσικά κι ο μεθυσμένος θα ήταν αξιαγάπητος. Ο George πήρε ένα τούβλο και το έσπασε στο κεφάλι του γερο-μέθυσου με όλη του τη δύναμη. Για μια στιγμή η εικόνα θάμπωσε, ενώ μετά από λίγο το γαλαζοπράσινο αίμα έτρεχε από το πρόσωπο και το ερπετοειδές έπεσε, με σπασμούς και σφαδάζοντας. Μετά από μια στιγμή ήταν νεκρό.
Ο George έσυρε το σώμα στο σκοτάδι και το έψαξε. Υπήρχε ένα μικροσκοπικό ραδιόφωνο στην μια του τσέπη κι ένα μαχαίρι σε περίεργο σχήμα κι ένα πιρούνι στην άλλη. Το μικροσκοπικό ραδιόφωνο έλεγε κάτι σε ακατανόητη γλώσσα. Ο George το έβαλε δίπλα στο σώμα, αλλά κράτησε τα σκεύη φαγητού.
«Δεν μπορώ να ξεφύγω», σκέφτηκε ο George. «Γιατί να τους πολεμήσω;»
Αλλά ίσως και να μπορούσε.
Τι θα γινόταν αν μπορούσε να ξυπνήσει κι άλλους; Αυτό ίσως άξιζε να το δοκιμάσει.
Περπάτησε δώδεκα τετράγωνα πιο πέρα στο διαμέρισμα της κοπέλας του, Lil, και χτύπησε την πόρτα της. Ήρθε στην πόρτα με το μπουρνούζι της.
«Θέλω να ξυπνήσεις», είπε.
«Ξύπνια είμαι», είπε. «Πέρασε μέσα».
Μπήκε στο σπίτι. Η τηλεόραση έπαιζε. Την έβγαλε από την πρίζα.
«Όχι», της είπε. «Εννοώ να ξυπνήσεις πραγματικά.» Τον κοίταξε χωρίς να καταλαβαίνει, οπότε χτύπησε τα δάχτυλά του φωνάζοντάς της: «Ξύπνα! Ο αφέντης σου σε διατάζει να ξυπνήσεις!»
«Έχεις ξεφύγει τελείως, ρε George;» ρώτησε ύποπτα. «Συμπεριφέρεσαι πολύ περίεργα». Αυτός για απάντηση χαστούκισε το πρόσωπό «Κόφ' το!» φώναξε εκείνη: «Τι διάολο ακριβώς θες να κάνεις τελικά;»
«Τίποτα», είπε ο George, ηττημένος. «Σαχλαμάριζα».
«Το να με χαστουκίζεις στο πρόσωπό μου δεν είναι απλώς σαχλαμάριζα!» φώναξε.
Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα.
Ο George έτρεξε να ανοίξει την πόρτα.
Ήταν ένα από αυτά.
«Δεν μπορείτε να κρατήσετε το επίπεδο του θορύβου σας στο φυσιολογικό;» είπε.
Το φολιδωτό πρόσωπο ξεθώριασε για λίγο και ο George είδε να τρεμοπαίζει η εικόνα ενός παχύ μεσήλικα που φορούσε ένα πουκάμισο με ανεβασμένα τα μανίκια. Ήταν ακόμα ένας άνθρωπος όταν ο George του έκοψε το λαιμό με το μαχαίρι, αλλά ήταν ένα από τα πλάσματα αυτά όταν έπεσε στο πάτωμα. Το έσυρε στο διαμέρισμα και κλώτσησε την πόρτα για να κλείσει. «Πες μου τι βλέπεις εκεί;» ρώτησε την Lil, δείχνοντας στο πάτωμα το ερπετοειδές με τα πολλά μάτια.
«Κύριε ... κύριε Coney;», ψιθύρισε, με τα μάτια της γεμάτα τρόμο. «Τον... τον σκότωσες, σαν να μην ήταν τίποτα».
«Μη φωνάζεις», προειδοποίησε ο George, πηγαίνοντας προς αυτήν.
«Δεν θα ξαναφωνάξω. Στο ορκίζομαι δεν θα ξαναφωνάξω, μόνο για όνομα του Θεού, πέτα αυτό το μαχαίρι». Πισωπάτησε μέχρι που η πλάτη της πιέστηκε στον τοίχο. Ο George κατάλαβε ότι δεν είχε νόημα.
«Θα σε δέσω», είπε ο George. «Πρώτα όμως πες μου ποια είναι η πόρτα του κυρίου Coney».
«Η πρώτη πόρτα αριστερά όπως πας για τη σκάλα», είπε. «Georgie... Georgie. Μην με βασανίσεις. Αν έχεις σκοπό να με σκοτώσεις, κάν' το μια και έξω. Σε παρακαλώ, Georgie, σε παρακαλώ». Την έδεσε με το σεντόνι και την φίμωσε, και στη συνέχεια έψαξε το σώμα του Κατακτητή. Υπήρχε ένα από εκείνα τα μικροσκοπικά ραδιόφωνα που μιλούσαν σε ξένη γλώσσα, ένα άλλο σετ μαχαιροπίρουνα και τίποτα άλλο.
Ο George πήγε στο διπλανό διαμέρισμα.
Όταν χτύπησε, ένα από τα ερπετοειδή απάντησε: «Ποιος είναι;»
«Φίλος του κυρίου Coney. Θέλω να τον δω», είπε ο George.
«Πετάχτηκε έξω για λίγο, αλλά θα γυρίσει όπου να 'ναι». Η πόρτα άνοιξε ένα δάχτυλο, και τέσσερα κίτρινα μάτια ξεπρόβαλαν. «Θέλετε να περάσετε μέσα να τον περιμένετε;»
«Εντάξει», είπε ο George, χωρίς να κοιτάζει τα μάτια.
«Εσύ μόνος εδώ;» τον ρώτησε καθώς έκλεισε την πόρτα, με την πλάτη του στον George.
«Ναι, γιατί;»
Άπλωσε τα χέρια από πίσω και του έκοψε το λαρύγγι, έπειτα έψαξε το διαμέρισμα. Βρήκε ανθρώπινα οστά και κρανία, ένα μισό-φαγωμένο χέρι. Βρήκε δεξαμενές με τεράστιους λιπαρούς γυμνοσάλιαγκες που κυλούσαν μέσα τους.
«Τα παιδιά τους», σκέφτηκε, και τους σκότωσε όλους.
Υπήρχαν και κάτι όπλα περίεργα που δεν τα είχε ξαναδεί. Έριξε με το ένα καταλάθος, αλλά ευτυχώς ήταν αθόρυβο. Φαινόταν να ρίχνει μικρά δηλητηριασμένα βέλη. Φύλαξε στα ρούχα του το όπλο και όσα περισσότερα κουτιά με βέλη μπορούσε και επέστρεψε στο διαμέρισμα της Lil. Όταν τον είδε άρχισε να τρέμει από τρόμο.
«Χαλάρωσε, μωρό μου», είπε, ανοίγοντας το πορτοφόλι της, «θέλω μόνο να δανειστώ τα κλειδιά του αυτοκινήτου σου».
Πήρε τα κλειδιά και κατέβηκε στο δρόμο. Το αμάξι της ήταν ακόμα σταθμευμένο στο γνωστό σημείο που το στάθμευε πάντα. Το αναγνώρισε από το βαθούλωμα στο δεξί φτερό. Μπήκε μέσα, έβαλε μπρος και άρχισε να κάνει βόλτες χωρίς να ξέρει πού πηγαίνει. Οδηγούσε για ώρες, σκεπτόμενος – απεγνωσμένα, ψάχνοντας για κάποια διέξοδο. Άνοιξε το ραδιόφωνο του αυτοκινήτου για να δει αν μπορούσε να ακούσει λίγη μουσική, αλλά δεν υπήρχε τίποτα άλλο παρά ειδήσεις και οι ειδήσεις λέγανε μόνο γι 'αυτόν, τον George Nada, τον αυτοκτονικό μανιακό. Ο εκφωνητής ήταν ένας από τους αφέντες, αλλά θα μπορούσες να πεις ότι ακουγόταν λίγο φοβισμένος. Γιατί να είναι; Τι μπορεί ένας άνθρωπος να κάνει; Ο George δεν εξεπλάγη όταν είδε τον δρόμο να οδηγεί σε αδιέξοδο και έστριψε σε έναν παράδρομο προτού εγκλωβιστεί. Δεν έχει ταξιδάκια στη χώρα αυτή για εσένα, Georgie αγόρι μου, σκέφτηκε. Κάπου τώρα θα ανακάλυπταν τι είχε κάνει στο διαμέρισμα της Lil, οπότε πιθανότατα θα έψαχναν για το αυτοκίνητο της. Το στάθμευσε σε ένα δρομάκι και πήρε το μετρό. Δεν τα έβλεπε αυτά στο μετρό, για κάποιο λόγο. Ίσως ήταν πολύ υπεράνω για τέτοια πράγματα, ή ίσως και να έφταιγε που ήταν τόσο αργά το βράδυ.
Όταν τελικά κάποιο από αυτά επιβιβάστηκε, ο George βγήκε από το τρένο. Ανέβηκε στο δρόμο και μπήκε σε ένα μπαρ. Ένας από τους Κατακτητές ήταν στην τηλεόραση, επαναλαμβάνοντας ξανά και ξανά, «Είμαστε φίλοι σας. Είμαστε φίλοι σας. Είμαστε φίλοι σας». Το ηλίθιο ερπετοειδές ακουγόταν φοβισμένο. Γιατί; Τι μπορεί ένας άνθρωπος να καταφέρει εναντίον όλων; Ο George παρήγγειλε μια μπύρα, όταν ξαφνικά τον διαπέρασε η ιδέα ότι ο Κατακτητής στην τηλεόραση δεν φαινόταν πλέον να έχει καμία εξουσία πάνω του. Το κοίταξε ξανά και σκέφτηκε: «Πρέπει να το πιστεύει ότι μπορεί να με καταφέρει να κάνω αυτό που θέλει. Η παραμικρή υπόνοια φόβου από την πλευρά του και η δύναμη να υπνωτίζει χάνεται». Έδειχναν την εικόνα του George στην οθόνη της τηλεόρασης όταν ο George απομακρύνθηκε για τον τηλεφωνικό θάλαμο. Κάλεσε τον έλεγχό του, τον Αρχηγό της Αστυνομίας.
«Ναι, ο Ρόμπινσον;» ρώτησε.
«Ο ίδιος».
«Εδώ George Nada. Έχω καταλάβει πώς να ξυπνήσω τους ανθρώπους».
«Τι; George, μην κλείσεις. Πού είσαι;» Ο Ρόμπινσον ακουγόταν σχεδόν υστερικός.
Κατέβασε το ακουστικό, πλήρωσε και έφυγε από το μπαρ. Μάλλον θα εντόπιζαν την κλήση του. Μπήκε σε μια άλλη γραμμή του μετρό και κατέβηκε στο κέντρο της πόλης. Ξημέρωνε όταν μπήκε στο κτίριο που στέγαζε το μεγαλύτερο από τα τηλεοπτικά στούντιο της πόλης. Ρώτησε τον θυρωρό και στη συνέχεια ανέβηκε με το ασανσέρ. Ο μπάτσος μπροστά από το στούντιο τον αναγνώρισε.»Γιατί, αφού είσαι ο Nada!» φώναξε με κομμένη την ανάσα.
Ο George δεν ήθελε να τον πυροβολήσει με το όπλο δηλητήριο, αλλά έπρεπε. Έπρεπε να σκοτώσει επίσης πολλούς ακόμα, πριν μπει στο στούντιο, συμπεριλαμβανομένων όλων των μηχανικών που δούλευαν εκεί. Έξω στο δρόμο ακούγονταν πολλές σειρήνες περιπολικών, φωνές ξεσηκωμένες και βήματα που έτρεχαν στις σκάλες. Το πλάσμα καθόταν μπροστά στην τηλεοπτική κάμερα λέγοντας: «Είμαστε φίλοι σας. Είμαστε φίλοι σας» και δεν είδε τον George να μπαίνει. Όταν ο George του έριξε το δηλητηριασμένο βέλος, αυτό απλά σταμάτησε στη μέση της φράσης και κάθισε εκεί, νεκρό. Ο George στάθηκε δίπλα του και είπε, μιμούμενος το κρώξιμο του πλάσματος, «Ξυπνήστε. Ξυπνήστε. Δείτε μας όπως είμαστε και σκοτώστε μας!»
Ήταν η φωνή του George που άκουσε η πόλη εκείνο το πρωί, αλλά με την εικόνα του Κατακτητή και η πόλη ξύπνησε για πρώτη φορά και άρχισε ο πόλεμος. Ο George όμως δεν έζησε για να δει τη νίκη που τελικά ήρθε. Πέθανε από καρδιακή προσβολή το πρωί στις οκτώ.



μετάφραση: Ηλέκτρα Λαζάρ [Απρίλης 2019]






[i] Nada στα Ισπανικά σημαίνει τίποτα.

Κυριακή 7 Απριλίου 2019

Τζαζ (μέρος β'): Στο ψωμί είναι η μέρα [Charlie Parker]




Ακολουθώντας το νήμα από το βιβλίο «Κι όμως.. όμορφα» του J. Dyer και τη διαπίστωση του πόσο θανατηφόρα τέχνη είναι η jazz, απομονώνουμε την περίπτωση του Charlie Parker που πέθανε εξαιρετικά νέος, στα 35 του χρόνια. Αυτή τη φορά θα αφήσουμε τον Χούλιο Κορτάσαρ να μας αφηγηθεί  τον C. Parker όπως τον είδε στο βιβλίο του «Ο Κυνηγός».
Πώς ο Αργεντινός Χούλιο Κορτάσαρ αναμιγνύεται με την jazz; Πώς από τα αργεντίνικα τάνγκο στους ξέφρενους αυτοσχεδιασμούς; Πιστεύω πως ο Χούλιο Κορτάσαρ στην jazz βρήκε τα δομικά εργαλεία του ως συγγραφέας. Ο ίδιος έτρεφε μεγάλη συμπάθεια προς το μουσικό αυτό πεδίο– ο ίδιος έπαιζε τρομπόνι – και για εκείνον η τζαζ περιγράφεται στο Κουτσό ως το ψωμί και το αλάτι, το ασύνορο σύνορο, ο κατάσκοπος του νερού και του αέρα.
«Ο κυνηγός» αποτελεί θα λέγαμε έναν φόρο τιμής του Χούλιο Κορτάσαρ στον σαξοφωνίστα Τσάρλι Πάρκερ, που μέσα στη νουβέλα του τον εντοπίζουμε ως Τζόνυ Κάρτερ. Δεν θα το σκεφτόμουν ως υπερβολή, αν έλεγα ότι ο Κορτάσαρ με τον Κυνηγό γράφει ένα πιο beat λογοτέχνημα από τους ίδιους τους Beat που λάτρεψαν κι αυτοί την jazz.


~ * ~


Όταν δεν είσαι πολύ σίγουρος για τίποτα, το καλύτερο είναι να δημιουργείς υποχρεώσεις σαν σωσίβια. Δυο  - τρεις μέρες μετά σκέφτηκα πως είχα υποχρέωση να εξακριβώσω αν η μαρκησία προμήθευε μαριχουάνα στον Τζόνυ Κάρτερ, και πήγα στο ατελιέ του Μονπαρνάς. Η μαρκησία είναι στ’ αλήθεια μια μαρκησία, έχει λεφτά με τη σέσουλα από το μαρκήσιο, αν και είναι λίγος καιρός που έχουν χωρίσει με αφορμή τη μαριχουάνα και άλλα παρόμοια. […] Δεν είναι τούτη εδώ η στιγμή κατάλληλη να κάνω κριτική της jazz, και οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να διαβάσουν το βιβλίο μου για τον Τζόνυ και το νέο στυλ του μεταπολέμου, ωστόσο μπορώ να πω πως το σαράντα οκτώ – ας πούμε ως το πενήντα – υπήρξε κάτι σαν έκρηξη στη μουσική, αλλά μια έκρηξη κρύα, σιωπηλή, μια έκρηξη που όλα τα πράγματα παρέμειναν στη θέση τους και δεν υπήρξαν ούτε κραυγές ούτε χαλασμοί, αλλά η κρούστα της συνήθειας ράισε σε χιλιάδες κομμάτια και ακόμη και οι υπερασπιστές της (στις ορχήστρες και στο κοινό) θεώρησαν θέμα αυτοσεβασμού και δεν άκουγαν όπως παλιά. Γιατί μετά το πέρασμα του Τζόνυ στο άλτο σαξόφωνο δεν μπορείς να εξακολουθείς ν’ ακούς τους προηγούμενους μουσικούς και να πιστεύεις πως είναι το non plus ultra· πρέπει να συμμορφωθούμε υιοθετώντας εκείνο το είδος μεταμφιεσμένης υποταγής που λέγεται ιστορικό αίσθημα και να πούμε πως καθένας από εκείνους τους μουσικούς υπήρξε εκπληκτικός και εξακολουθεί να είναι για τον καιρό του. Ο Τζόνυ πέρασε από την jazz σαν ένα χέρι που κάνει τη σελίδα να γυρίσει, και τελείωσε.


Αναρωτιέμαι με ποιο τρόπο να έχει προμηθευτεί ο Τζόνυ τη μαριχουάνα αφού είχε μαλώσει με τη μαρκησία· η εμπιστοσύνη μου στην Ντεντέ γκρεμίζεται βίαια, αν πραγματικά της είχα εμπιστοσύνη. Στο βάθος είναι όλοι ίδιοι.
Ζηλεύω λίγο την ομοιότητα που τους ενώνει, που τους κάνει έτσι θανάσιμα συνενόχους· μέσα από τον πουριτανικό μου κόσμο – δε χρειάζεται να το διατυμπανίσω, όποιος με γνωρίζει, ξέρει τη φρίκη μου για την ηθική αταξία – τους βλέπω σαν άρρωστους αγγέλους, εκνευριστικούς με την ανευθυνότητά τους, που πληρώνουν όμως τις φροντίδες με πράγματα όπως οι δίσκοι του Τζόνυ τη γενναιοδωρία της μαρκησίας. Και δε λέω, δυσκολεύομαι να το ομολογήσω: τους ζηλεύω, ζηλεύω τον Τζόνυ, εκείνο τον Τζόνυ της άλλης πλευράς, αν και κανείς δεν ξέρει ακριβώς εκείνη την άλλη πλευρά. Ζηλεύω τα πάντα εκτός από την οδύνη τους, πράγμα που όλοι αντιλαμβάνονται, αλλά ακόμη και μέσα στην οδύνη τους πρέπει να υπάρχουν ψήγματα από κάτι που με απωθεί. Ζηλεύω τον Τζόνυ και την ίδια στιγμή με πιάνει λύσσα που αυτοκαταστρέφεται με την κακή χρησιμοποίηση των προσόντων του, με την ανόητη συσσώρευση του παραλογισμού που απαιτεί η πιεστική ζωή του. Σκέφτομαι πως αν ο Τζόνυ μπορούσε να προσανατολίσει αυτή τη ζωή, δίχως να θυσιάσει τίποτα, ούτε καν τα ναρκωτικά, κι αν πιλοτάριζε καλύτερα αυτό το αεροπλάνο που εδώ και πέντε χρόνια πετάει στα τυφλά, ίσως να κατέληγε στο χειρότερο, στην απόλυτη τρέλα, στο θάνατο, αλλά όχι δίχως να έχει φτάσει σε βάθος αυτό που ψάχνει μέσα στους θλιβερούς μονολόγους του a posteriori, στις εξιστορήσεις των μαγευτικών του εμπειριών, που απομένουν όμως στα μισά του δρόμου. Κι όλα αυτά τα υποστηρίζω μέσα από την προσωπική μου δειλία, κι ίσως στο βάθος να ήθελα να τελείωνε ο Τζόνυ μια και καλή, σαν ένα αστέρι που θρυμματίζεται σε χίλια κομμάτια και βγάζει ηλίθιους τους αστρονόμους για μία εβδομάδα, κι ύστερα πάνε για ύπνο κι αύριο ξημερώνει άλλη μέρα.

- Να τι δε θα καταλάβουν ποτέ, μου είπε. Είναι σαν πίθηκοι με φτερά, σαν τα κορίτσια του ωδείου του Κάνσας Σίτι που νόμιζαν πως έπαιζαν Σοπέν, ούτε λίγο ούτε πολύ. Μπρούνο, στο Καμαρίλλο με είχαν βάλει σ’ ένα δωμάτιο με άλλους τρεις, και το πρωί έμπαινε ένας εσωτερικός πλυμενούλης και ροδαλούλης με πολύ γούστο. Έμοιαζε γιος του Κλινέξ και του Ταμπάξ, πίστεψε με. Ένα είδος ασύλληπτου ηλίθιου, που καθόταν δίπλα μου και μου έδινε κουράγιο, σε μένα που ήθελα να πεθάνω […] Και φυσικά δεν μπορούσαν να δουν τις τρύπες, και ήταν πολύ σίγουροι για τον εαυτό τους, υπερβολικά σίγουροι για τις συνταγές τους, τις σύριγγές τους, την καταραμένη τους ψυχανάλυση, τις εντολές τους μην καπνίζεις, μην πίνεις… […] Αλλά είναι όπως στο Παλμ Μπητς, πάνω στο ένα κύμα σού έρχεται ένα δεύτερο κι ύστερα κι άλλο… Πριν καλά καλά το καταλάβεις έρχεται κιόλας το άλλο, έρχονται οι λέξεις…. όχι, δεν είναι οι λέξεις, είναι αυτό που βρίσκεται στις λέξεις, εκείνο το είδος της κόλλας, εκείνη η βλέννα. Και η βλέννα έρχεται και σε σκεπάζει, και πείθει πως αυτός στον καθρέφτη είσαι συ. Φυσικά, αλλά πώς να μην το καταλάβεις. Όμως είμαι γω, με τα μαλλιά μου, τούτη την ουλή. Και ο κόσμος συνειδητοποιεί πως το μόνο που προσλαμβάνει είναι η βλέννα και γι’ αυτό τους φαίνεται τόσο εύκολο να κοιτάζονται στον καθρέφτη. Ή να κόβουν ένα κομμάτι ψωμί με το μαχαίρι. Εσύ έχεις κόψει ψωμί μ’ ένα μαχαίρι;



- Συνήθως μου συμβαίνει, του είπα διασκεδάζοντας.

- Κι ένιωσες τόσο ήσυχος. Εγώ δεν μπορώ, Μπρούνο. […]

Σήκωσε το χέρι στον αέρα, αγγίζοντάς τον παντού, σαν να τον σκιαγραφούσε με την κίνησή του. Χαμογελά. Έχω την αίσθηση πως είναι μόνος, απόλυτα μόνος. Νιώθω σαν τρύπα στο πλάι του. Αν του ερχόταν του Τζόνυ να περάσει το χέρι του μέσαθέ μου, θα με έκοβε σαν βούτυρο, σαν αχνό. […]

- Έχεις το ψωμί εκεί, πάνω στο τραπεζομάντιλο, λέει ο Τζόνυ κοιτάζοντας στον αέρα. Είναι ένα πράγμα στέρεο, δεν μπορεί να το αρνηθεί κανείς, μ’ ένα χρώμα υπέροχο, ένα άρωμα. Κάτι που δεν είναι εγώ, κάτι διαφορετικό, έξω από μένα. Αλλά αν τ’ αγγίξω, αν απλώσω τα δάχτυλα και τ’ αδράξω, τότε υπάρχει κάτι που αλλάζει, δε νομίζεις; Το ψωμί είναι πέρα από μένα, όμως το αγγίζω με τα δάχτυλα, το νιώθω, νιώθω πως αυτό είναι ο κόσμος, αλλά αν εγώ μπορώ να το αγγίξω και να το νιώσω, τότε δεν μπορούμε να πούμε πραγματικά πως  είναι άλλο πράγμα, ή πιστεύεις πως μπορούμε να το πούμε;

- Καλέ μου, είναι χιλιάδες χρόνια που ένα σωρό μουσάτοι σπάνε το κεφάλι τους για να λύσουν το πρόβλημα.

- Στο ψωμί είναι η ημέρα, ψιθυρίζει ο Τζόνυ, κρύβοντας το πρόσωπό του στα χέρια. Κι εγώ τολμάω και τ’ αγγίζω, και το κόβω στα δυο, και το βάζω στο στόμα. Δεν τρέχει τίποτα, το ξέρω: αυτό είναι το τρομερό. Συνειδητοποιείς πως είναι τρομερό να μη συμβαίνει τίποτα; Κόβεις το ψωμί, του μπήγεις το μαχαίρι, κι όλα συνεχίζουν όπως πριν. Εγώ δεν καταλαβαίνω, Μπρούνο.

Το κακό είναι πως αν συνεχίσω έτσι θα καταλήξω να γράψω περισσότερα για μένα τον ίδιο παρά για τον Τζόνυ. Αρχίζω να μοιάζω με ιεροκήρυκα κι αυτό καθόλου δε μου αρέσει. Γυρίζοντας σπίτι σκέφτηκα με τον απαραίτητο κυνισμό για να ξαναβρώ την εμπιστοσύνη μου, πως στο βιβλίο μου για τον Τζόνυ αναφέρομαι μόνο ακροθιγώς και διακριτικά στην παθολογική πλευρά της προσωπικότητάς του. Δε θεώρησα απαραίτητο να εξηγήσω στον κόσμο ότι ο Τζόνυ πιστεύει πως περπατά μέσα από κάμπους γεμάτους τεφροδόχες ή ότι οι ζωγραφιές κινούνται όταν αυτός τις κοιτά· φαντάσματα της μαριχουάνας στο κάτω κάτω που σταματούν με τη θεραπεία της αποτοξίνωσης. Αλλά θα έλεγε κανείς πως ο Τζόνυ μου αφήνει ενέχυρο αυτά τα φαντάσματα, μου τα βάζει σαν τόσα άλλα μαντίλια στην τσέπη, ώσπου να έρθει η ώρα να τα ξαναπάρει.





Τον ακολουθώ στο δρόμο, και στα λίγα μέτρα, σ’ ένα δρομάκι μια άσπρη γάτα έρχεται προς το μέρος μας ικετευτική και ο Τζόνυ μένει πολλή ώρα χαϊδεύοντάς την. Εντάξει, φτάνει πια· στην πλατεία Saint-Michel θα βρω ένα ταξί να τον πάω στο ξενοδοχείο κι ύστερα θα πάω σπίτι μου. Στο κάτω κάτω δεν ήταν και τόσο τρομερό· για μια στιγμή φοβήθηκα ότι ο Τζόνυ είχε ετοιμάσει ένα είδος αντιθεωρίας στο βιβλίο, και τη δοκίμαζε σε μένα πριν τη βγάλει στη φόρα. Καημένε Τζόυ, που χαϊδεύεις ένα άσπρο γατί. Στο βάθος το μόνο που είπε είναι πως κανείς δεν ξέρει τίποτα για κανέναν, κι αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο. Κάθε βιογραφία θεωρεί αυτονόητο κάτι τέτοιο και προχωρεί, τι στο διάβολο. Πάμε Τζόνυ, πάμε σπίτι κι είναι αργά.




Κορτάσαρ Χ., 1988, Ο Κυνηγός, μτφ Μάγια Μαρία Ρούσσου, εκδ. Απόπειρα



Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2019

Τζαζ (μέρος α'): ως μία εκ των καλών δολοφονιών





Διαβάζοντας το βιβλίο του Geoff Dyer "Κι όμως, Όμορφα...", αφού άκουσα πρώτα ένα - δύο επεισόδια του βιβλίου κάποια απογεύματα ή κάποια βράδια στο Τρίτο Πρόγραμμα και αφού ταξίδεψα για 239 σελίδες στην Νέα Υόρκη, στους δρόμους, στα κίτρινα και πράσινα φώτα, στα σκοτεινά καπέλα και τα σπασμένα γυαλιά ακριβώς εκεί που ζούνε τα σπασμένα γυαλιά, στις νότες της τρομπέτας, του σαξόφωνου, και του μπάσο, στους ρυθμούς και το πεσμένο αλκοόλ στον άνθρωπο, στάθηκα στο τέλος του βιβλίου, εκεί που ο G. Dyer αφήνει την εξαιρετική μυθιστορία του και γίνεται ένας υπομονετικός και παρατηρητικός - ένας βαθύς γνώστης των μουσικών της τζαζ, με το δοκίμιό του. Ορισμένες ενότητες τις μεταφέρω σε μέρη εδώ.  

Οι υποσημειώσεις είναι δικές μου. 




~ * ~


ΠΑΡΑΔΟΣΗ 
ΕΠΙΡΡΟΕΣ 
ΚΑΙ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΕΣ


Στα μισά μιας μακριάς ή στα τέλη μιας σύντομης ζωής
ΓΙΟΖΕΦ ΜΠΡΟΝΤΣΚΙ



O Chet Baker φωτογραφημένος το
1986, δύο χρόνια πριν "πεθάνει"

[…] Όποιος ενδιαφέρεται για την τζαζ δεν αργεί να νιώσει απορία για τις μεγάλες απώλειες μεταξύ των μουσικών της. Ακόμη και κάποιος που δεν τρέφει ιδιαίτερο ενδιαφέρον θα έχει σίγουρα ακούσει για τον Τσετ Μπέικερ, που έχει γίνει το αρχέτυπο του καταδικασμένου τζαζίστα, για την κατάρρευση του αλλοτινά καλοφτιαγμένου προσώπου του, που αποτέλεσε βολική έκφραση της συμβιωτικής σχέσης μεταξύ τζαζ και εθισμού στα ναρκωτικά. Φυσικά αμέτρητοι μαύροι – και μερικοί λευκοί – τζαζίστες πιο προικισμένοι από τον Τσετ έζησαν απείρως τραγικότερη ζωή [1] (αν μη τι άλλο ο Τσετ μπόρεσε να ζήσει στη σκιά του θρύλου του).




Charles Mingus / enough alcohol
 to put down an elephant...
Ουσιαστικά όλοι οι μαύροι μουσικοί υπήρξαν θύματα φυλετικών διακρίσεων και κακομεταχείρισης (ο Αρτ Μπλέικι, ο Μάιλς Ντέιβις και ο Μπαντ Πάουελ είχαν πέσει και οι τρεις θύματα άγριου ξυλοδαρμού από την αστυνομία). Αν ο Κόλμαν Χόκινς και ο Λέστερ Γιανγκ, που μεσουράνησαν τη δεκαετία του 1930, κατέληξαν αλκοολικοί, η γενιά των μουσικών που σφράγισαν την επανάσταση της μπίμποπ τη δεκαετία του 1940 και παγίωναν την ανάπτυξή της τη δεκαετία του 1950 έπεσε θύμα μιας πραγματικής επιδημίας εθισμού στην ηρωίνη. […]  Το δρόμο προς τις ψυχιατρικές πτέρυγες των νοσοκομείων, αν και πολύ πιο δύσβατος, τον διάβηκαν επίσης αρκετοί. Ο Μονκ, ο Μίγνκους, ο Γιανγκ, ο Πάρκερ, ο Πάουελ, ο Ρόουτς – τόσες από τις κυρίαρχες μορφές του ’40 και του ’50 υπέστησαν κάποιο είδος νευρικού κλονισμού, και δεν θα ήταν μεγάλη υπερβολή να θεωρήσει κανείς και την κλινική Μπέλβιου ένα σπίτι της σύγχρονης τζαζ εφάμιλλο με το Μπέρντλαντ.

Οι φοιτητές της λογοτεχνίας είθισται να βλέπουν στον πρόωρο θάνατο του Σέλεϊ και του Κιτς, στην ηλικία των τριάντα και των είκοσι έξι ετών αντίστοιχα, την πραγμάτωση των τραγικών όρων της ρομαντικής αγωνίας. Στον Σούμπερτ, επίσης, βλέπουμε τον χαρακτηριστικό τύπο του ρομαντικού ταλέντου, που αναλώνεται καθώς ανθίζει. Και στους τρεις, υπονοείται πως ο πρόωρος θάνατος είναι συνθήκη της δημιουργικότητας. Αισθάνθηκαν ότι ο χρόνος τέλειωνε και το ταλέντο τους έπρεπε να καρποφορήσει στη διάρκεια μερικών σύντομων χρόνων, αντί να ωριμάσει σταθερά επί τρεις δεκαετίες.

Lester Young 

Για τους τζαζίστες της εποχής της μπίμποπ, το να φτάσουν στη μέση ηλικία αρχίζει να φαντάζει σαν όνειρο μακροβιότητας. Ο Τζον Κολτρέιν πέθανε στα σαράντα. Ο Τσάρλι Πάρκερ στα τριάντα τέσσερα. Προς το τέλος της ζωής τους, και οι δύο έλεγαν ότι μουσικά δεν ήξεραν πού αλλού να πάνε. Πολλοί άλλοι πέθαναν είτε στο απόγειο των δυνατοτήτων τους ή πριν ακόμη εκφραστεί πλήρως η δυναμική του ταλέντου τους. Ο Λι Μόργκαν πέθανε στα τριάντα τρία (πυροβολήθηκε την ώρα που έπαιζει σ’ ένα κλαμπ), ο Σόνι Κρις αυτοκτόνησε στα τριάντα εννιά, ο Όσκαρ Πέτιφορντ πέθανε στα τριάντα επτά, ο Έρικ Ντόλφι στα τριάντα έξι, ο Φατς Ναβάρο στα είκοσι έξι, ο Μπούκερ Λιτλ και ο Τζίμι Μπλάντον στα είκοσι τρία[2][3]. […]

Charlie Parker 

Δεδομένου του τρόπου ζωής – αλκοόλ, ναρκωτικά, άνιση μεταχείριση, κοπιαστικά ταξίδια, εξουθενωτικά ωράρια – είναι αναμενόμενος ένας μέσος όρος ζωής μικρότερος απ’ ό,τι για κάποιον που ακολουθεί ένα πιο συντηρητικό μονοπάτι στη ζωή του. Μολαταύτα, η ζημιά που υπέστησαν οι τζαζίστες είναι τέτοια ώστε διερωτάται κανείς αν υπάρχει κάτι άλλο, κάτι στην ίδια την τέχνη, που απαιτεί ένα φριχτό τίμημα από τους δημιουργούς της. Το ότι το έργο των αφηρημένων εξπρεσιονιστών κατά κάποιον τρόπο τους ώθησε στον αυτοαφανισμό  ο Ρόθκο έκοψε τις φλέβες του πάνω στον καμβά, ο Πόλοκ έπεσε μεθυσμένος με το αυτοκίνητο πάνω σ’ ένα δέντρο  - είναι κοινός τόπος στην ιστορία της τέχνης. Στη λογοτεχνία της ίδιας περιόδου η ιδέα ότι κάποια αδυσώπητη λογική στην ποίηση της Σίλβια Πλαθ την εξώθησε στην αυτοκτονία, ή ότι η παράνοια του Ρόμπερτ Λόουελ και του Τζον Μπέριμαν αποτελούσε – για να δανειστούμε τον τίτλο της μελέτης του Τζέρεμι Ριντ πάνω στο θέμα αυτό – «το τίμημα της ποίησης», είναι και αυτή το ίδιο πειστικά οικεία. Ό,τι κι αν πιστεύουμε για τις ιδέες αυτές, ο αφηρημένος εξπρεσιονισμός και η «εξομολογητική» ποίηση είναι απλώς ιντερλούδια στην ευρύτερη χρονική κλίμακα της σύγχρονης ζωγραφικής και ποίησης. Τι γίνεται τότε με την τζαζ, η οποία από τις απαρχές της μοιάζει να προκαλεί την καταστροφή όλων των μουσικών της; Ο Μπάντι Μπόλντεν, ο οποίος θεωρήθηκε ο πρώτος τζαζίστας παγκοσμίως, τρελάθηκε κατά τη διάρκεια μιας παρέλασης και πέρασε τα τελευταία είκοσι τέσσερα χρόνια της ζωής του σε ψυχιατρικό άσυλο. «Ο Μπόλντεν τρελάθηκε» είπε ο Τζέλι Ρολ Μόρτον, «γιατί μαζί με τον αέρα που φυσούσε μέσ’ απ’ την τρομπέτα έβγαλε και τα μυαλά του».








Dyer, J., Κι όμως, όμορφα..., μτφ Στεφάνου Δανάη, Αθήνα: Πάπυρος, 2008, σελ. 256 - 259 






[1] Εδώ στο βιβλίο αναφέρονται τα ονόματα του Χέρμπι Νίκολς, που πέθανε στα πενήντα του χρόνια από λευχαιμία και του Τζο «Κινγκ» Όλιβερ – ο άνθρωπος που επηρέασε και δίδαξε τον Λουίς Άρμστρονγκ - που πέθανε στα πενήντα έξι τόσο φτωχός που δεν μπόρεσε να θεραπεύσει την αρτηριοσκλήρωση που είχε.

[2] Μα ακόμα και οι Μπητ καλλιτέχνες που επηρεάστηκαν και ως προσωπικότητες, αλλά και ως λογοτέχνες αποτυπώνοντας τους ρυθμούς της μπίμποπ στα γραπτά τους, είχαν βραχύβια ζωή: Ο Τζακ Κέρουακ ο συγγραφέας που λάτρεψε όσο κανείς άλλος την τζαζ, πέθανε (αυτοκτόνησε αργά και επίμονα) στα σαράντα επτά του από αιμορραγία στομάχου από το πολύ αλκοόλ. Ενώ ο Νιλ Κάσαντυ ο άνθρωπος – επιρροή όλη της Μπητ Γενιάς, ακούραστος χρήστης ναρκωτικών ουσιών, ακούραστος γενικότερα, βρέθηκε στα σαράντα ένα του τελικά νεκρός, πού αλλού; Σε σιδηροδρομικές ράγες.


[3] Να το πάω παραπέρα; Η Έμιλυ Ρέμλερ (μα υπάρχουν γυναίκες που έπαιζαν τζαζ;;;) μία κιθαρίστρια της τζαζ με την καθιερωμένη σχέση της με την ηρωίνη, πέθανε το 1990 από ανακοπή καρδιάς σε ηλικία τριάντα δύο ετών.

Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2019

Συνάντηση για την ποίηση [για καλό σκοπό!]











Ω΄

Και θα σε ξεχωρίσει ο Θεός από τα υπόλοιπα
παιδιά του

Έλεγες

Σαν σε βαγόνι επισκευής που πάει
να καταρρεύσει

Έλεγες

Σαν έναν κυνηγό με πτώματα στα χέρια



~ * ~ 


ΑΝΘΕΜΙΑ ΜΙΑΣ ΔΙΑΛΥΣΗΣ

Συλλέκτες της επόμενης μέρας
ζωάκια που μεταφέρουμε δυο κόσμους
παραισθήσεις
και φίλους παλιατζήδες
Άνθρωποι αξιότιμοι
λευκότεροι κι από κιμωλία
πειθήνιοι λες και είμαστε χειμώνες
σπασμωδικές κινήσεις όχι
όνειρα δοξολογίες όχι
από ’να τέτοιο όνειρο ξυπνάμε πάντα σακατεμένοι
και πάντα οι ίσκιοι μας
ομόκεντροι φονιάδες
Χώματα χώματα οι βραδινές μας ώρες
με έναν στραβό ορίζοντα
με τα τέσσερα σημεία του πνιγμένα



~ * ~ 


ΜΕΘΕΟΡΤΙΑ

Τσιγγουνιά και μνήμη στη μνήμη μας
Τρεχαλητό στα νύχια οι μέρες μας
Δίχως προσμονή καμιά
να πέφτουμε
να βουτάμε
να σπάμε
στα κρύα τους πλακάκια
Θα μας ξεκάνουν τα κρίματα
των αγαπημένων μας ανθρώπων
που μπόρεσαν και δεν παραπονέθηκαν
και φρόντισαν τη ζωή απάνθρωπα να τη φωλιάσουν



Λαζάρ Ηλέκτρα, Άγια Νήπια, εκδ. Άπαρσις, Αθήνα: 2019