Χαιρετώ τους φίλους της λογοτεχνίας, τους μισαλλόδοξους αγωνιστές, τα κακοπαθημένα νιάτα, τα άκρατα ορμώμενα ανθρωπάρια, τους κομπάρσους και πρωταγωνιστές της καθημερινότητας, τα βιολοντσέλα του έρωτος, τους πιστούς και άθρησκους, τις φιλήσυχες πέτρες, τους γνώστες του τίποτα, τους αποτυχημένους της δόξας, χαιρετώ αυτούς που έρπουν, τους ακρωτηριασμένους, τις μηδείες και τους γέροντες, τους αποκρυφιστές του χάους, τα σακάτικα βλήματα, τα τελώνια, τα ξορκισμένα αγγίγματα -
χαιρετώ... εσάς

Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2012

Μ. Πολυδούρη - Κ. Καρυωτάκης

Λυρικοί και μεστοί ποιητές, περιέγραψαν και στιγμάτισαν με τα γράμματά τους την απελπισία, τον σπαραγμό και την παρακμή. Η ποίησή τους περιφέρεται από κάτι κοινό: τον έρωτα και τον θάνατο. Ότι ο έρωτας είναι τόσο δυνατός, όσο και ο θάνατος. Ότι ο έρωτας είναι το ίδιο και το αυτό με τον θάνατο... Όπως χαρακτηριστικά γράφει και η ποιήτρια, η τόσο εξαίρετη, "Κάποτε υπήρξα κι ήμουν και ζωή και θάνατος μαζί". Δεν θα μπορούσα να μην ολοκληρώσω τις σειρές αυτές, χωρίς να αναφερθώ στην πιο αντιπροσωπευτική φράση της Πολυδούρη, στην πιο τραγική, που κάθε της λέξη κλείνει κι από μία αυτοκαταστροφή (- κι αν μεροληπτώ εις βάρος του Καρυωτάκη, τότε ελπίζω πως με το πιο κάτω ποίημά του, θα απολογηθώ.) : "Αγαπήθηκα, αγαπήθηκα πολύ, μα μπορεί ποτέ κανείς να φαντασθή ότι λυπόμουνα βαθειά όταν καταλάβαινα ότι μ'αγαπούσαν;

(Τα παραπάνω λόγια προέρχονται από την τελευταία της επιστολή, λίγο πριν το θάνατό της: "Αυτό είναι το γράμμα μου στον κόσμο που ποτέ δεν έγραψε σε μένα...")


ΔΕ ΘΑ ΞΑΝΑΡΘΗΣ ΠΙΑ

 Δὲ θὰ ξανἄρθης πιά, νὰ μοῦ χαρίσης
ἀπ᾿ τὴν ὡραία ζωὴ ποὺ σὲ φλογίζει
κάτι, ἕνα της λουλούδι; Σοῦ γεμίζει
μὲ τόσα τὴν καρδιὰ καὶ τὸ κορμί.

Δὲ θἄρθης πιά, τὰ χέρια μου νὰ σμίξης
τὰ παγωμένα, τὰ ἐχθρικά μου χέρια;
Πλάι στὰ δικά σου, μερωμένα ταίρια
δὲν τὰ ζυγώνει πλέον ἡ ἀφορμή.

Δὲ θἄρθης! ...Πὼς ἀργὰ περνοῦν οἱ μέρες.
Κι᾿ ὅσο σὺ φεύγεις, τόσο μὲ σιμώνει
ἡ γνώριμή μου μοίρα. Τόσο μόνη,
τόσον καιρὸ μὲ τὸν κρυφὸ καημό.

Δὲ σοῦ περνάει, ἀλήθεια ἀπὸ τὴ σκέψη
ὅτι μπορεῖ σὲ μία στιγμὴ θλιμμένη,
στὴ μοίρα αὐτὴ ποὺ πάντα μὲ προσμένει
νὰ πάω ξανὰ καὶ δίχως γυρισμό; 


Μ. Πολυδούρη


 ΝΥΧΤΑ

 Είναι αξημέρωτη νύχτα η ζωή.

Στις μεσονύχτιες στράτες περπατάνε
αποσταμένοι οι έρωτες
κι οι γρίλιες των παράθυρων εστάξανε
τον πόνο που κρατάνε

Στις στέγες εκρεμάστη το φεγγάρι
σκυμμένο προς τα δάκρυα του
κι η μυρωμένη λύπη των τριαντάφυλλων
το δρόμο της θα πάρει

Ολόρθο το φανάρι μας σωπαίνει
χλωμό και μυστηριώδικο
κι η πόρτα του σπιτιού μου είναι σα ν' άνοιξε
και λείψανο να βγαίνει.

Σαρκάζει το κρεβάτι τη χαρά τους
κι αυτοί λέν πως έτριξε·
δε λεν πως το κρεβάτι οραματίζεται
μελλοντικούς θανάτους.

Και κλαίνε οι αμανέδες στις ταβέρνες
τη νύχτα την αστρόφεγγη
που θα' πρεπε η αγάπη ναν την έπινε
και παίζουν οι λατέρνες.

Χυμένες στα ποτήρια καρτερούνε
οι λησμονιές γλυκύτατες·
οι χίμαιρες τώρα θα ειπούν το λόγο τους
και οι άνθρωποι θ' ακούνε

Καθημερνών χαμώνε κοιμητήρι
το πάρκον ανατρίχιασε
την ώρα που νεκρός κάποιος εκίνησε
να πάει στη χλόη να γείρει. 



Κ. Καρυωτάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου