Χαιρετώ τους φίλους της λογοτεχνίας, τους μισαλλόδοξους αγωνιστές, τα κακοπαθημένα νιάτα, τα άκρατα ορμώμενα ανθρωπάρια, τους κομπάρσους και πρωταγωνιστές της καθημερινότητας, τα βιολοντσέλα του έρωτος, τους πιστούς και άθρησκους, τις φιλήσυχες πέτρες, τους γνώστες του τίποτα, τους αποτυχημένους της δόξας, χαιρετώ αυτούς που έρπουν, τους ακρωτηριασμένους, τις μηδείες και τους γέροντες, τους αποκρυφιστές του χάους, τα σακάτικα βλήματα, τα τελώνια, τα ξορκισμένα αγγίγματα -
χαιρετώ... εσάς

Τρίτη, 25 Δεκεμβρίου 2012

Καλλιτέχνες στα δίχτυα του Φασισμού








"θα ξαναγυρίσουμε και η γη θα τρέμει" ήταν τα τελευταία λόγια του Γκέμπελς, του δεξιού χεριού του Χίτλερ- αφήνοντας το υπουργείο προπαγάνδας στα χέρια του. κάποιος θα μπορούσε να πει ότι η φράση αυτή συμπυκνώνει όλη την ανθρώπινη ηλιθιότητα. κάποιος άλλος την απόλυτη ευφυΐα  Όταν έχεις να κάνεις με τον φασισμό ένα είναι το σίγουρο: δεν τον υποτιμάς... δεν του γυρνάς την πλάτη.
Οι σύγχρονες δυτικές κοινωνίες, ούσες παρηκμασμένες πολιτιστικά και πνευματικά έχουν παραδοθεί αμαχητί στην σοφία και την πανουργία του φασισμού, του πολιτιστικού αναλφαβητισμού  της οικουμενικής απανθρωπιάς. Ο φασισμός μεγαλώνει απροκάλυπτα στα σκέλια της κοινωνίας και σε κάθε μορφή είτε θεμιτή (μέσω κοινοβουλίου, καναλιών κτλ) είτε αθέμιτη. Ξεκινάει από την οικογένεια- παρακλάδι της  συρρίκνωσης κάθε μορφής παιδείας, έπειτα επανέρχεται στα σχολεία τόσο βίαια και μισερά μέσα από κάθε βιβλίο και συμπεριφορά που  φέρνει σε αμηχανία κάθε κριτικό μυαλό και, τέλος, έρχεται και αράζει στα πανεπιστήμια, στη δουλειά, στα στενά του Κέντρου και τις  πλατείες των Δυτικών. Λιμνάζει στα κανάλια, στις συζητήσεις στα μαγαζιά, στα ταμεία ανεργίας  στους φούρνους, στα χωριά.  Και τότε μερικοί ψιθυρίζουν σαν μόνη λύση την άνοδο του πνευματικού ανθρώπου. Αναρωτιούνται όλοι που χάθηκαν οι πνευματικοί άνθρωποι, πώς εξαφανίστηκαν όλοι, πώς ταπεινώθηκε έτσι η ποίηση που ήκμαζε στην Ελλάδα, τα λογοτεχνικά περιοδικά πως συγκαλύπτονται από αυτά της μόδας, της αντρικής γυμναστικής, της διασκέδασης, της φθηνής μουσικής; Πώς κατήντησε ο σκεπτόμενος άνθρωπος να απειλείται με την ρετσινιά του τρελού; Πώς κατάφεραν να πείσουν τον σκεπτόμενο άνθρωπο να μεταναστεύσει να φύγει από τη χώρα - μία χώρα που ο πνευματικός άνθρωπος είχε τον πρωταρχικό ρόλο στα ζητήματα της κοινωνίας..;
Κι εγώ αναρωτιέμαι τα εξής, μέσα σ'όλα τα παραπάνω: τι γίνεται όταν ο ίδιος ο πνευματικός άνθρωπος έχει μπλεχτεί στα δίχτυα του φασισμού;


Φίλιπο Τομάζο Μαρινέτι

"Θα υμνήσουμε τον πόλεμο -τη μόνη υγιεινή του κόσμου- τον μιλιταρισμό, τον πατριωτισμό, τα ανατρεπτικά κινήματα των απελευθερωτών, τις ωραίες ιδέες που αξίζει να πεθάνεις γι’ αυτές και την περιφρόνηση των γυναικών".

Ιδρυτής του φουτουρισμού στην Ιταλία, γεννημένος στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και έχοντας στο ενεργητικό του αρκετά διηγήματα και μυθιστορήματα και ακόμα περισσότερα θεατρικά έργα, ο Μαρινέτι δεν άργησε να μπλεχτεί με τον φασισμό του Μουσολίνι, όντας σε μία  ώριμη ηλικία την εποχή που το καθεστώς αυτό λάμβανε χώρα στην Ιταλία. Εκφραστής του ντανταϊσμού και θιασώτης της τεχνολογικής  εξέλιξης δεν άργησε να μπλέξει τα καλλιτεχνικά αυτά κινήματα με την βία και τον ιταλικό φασισμό. Του άρεσε η βιομηχανική ανάπτυξη,  η δράση, ο πόλεμος, ονειρευόταν μία μιλιταριστική και βιομηχανική Βενετία, αυθεντική και ιταλική. Ήταν λοιπόν επόμενο ένα από τα βήματά του να είναι κι αυτό της ανάμειξής του με τον πολιτικό χώρο. Ίδρυσε το Φουτουριστικό Πολιτικό Κόμμα (Partito Politica  Futurista). Έρχεται σε επαφή με φασίστες και γνωρίζεται με τον Μουσολίνι. Τον Φεβρουάριο του 1933 ο Μαρινέτι επισκέπτεται την Αθήνα, όπου δίνει διαλέξεις, αλλά αντιμετωπίζει την εχθρότητα των Ελλήνων διανοουμένων. Ο κριτικός λογοτεχνίας και δημοσιογράφος  Αιμίλιος Χουρμούζιος (1904-1973) με το ψευδώνυμο Αντρέας Ζεβγάς δημοσιεύει ένα φυλλάδιο με τίτλο Ο Φουτουρισμός στο φως του  Μαρξισμού, στο οποίο καταγγέλλεται η συνεργασία του Μαρινέτι με τον Μουσολίνι. Παρόλα αυτά, o Mαρινέτι έρχεται σε ρήξη με τον Μουσολίνι (αιτία ήταν ο φουτουρισμός...). Κάτι τέτοιο όμως δεν θα τον αποτρέψει να λάβει μέρος στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, στο ιταλικό στράτευμα στο πλευρό των ναζιστών που είχαν ξεκινήσει την εκστρατεία κατά της Ρωσίας το 1942.
Πεθαίνει το 1972, στο Μπελάτζιο της Ιταλίας.




Λουίτζι Πιραντέλλο

"Υπάρχουν οι εξωτερικές μάσκες. Μ' αυτές που γίνεται ο άνθρωπος γνωστός στους γύρω του. Η εξωτερική μάσκα μπορεί να είναι κάτι που  του έχει επιβάλει η κοινωνία, ένα πράγμα που με χαρά θα το πέταγε από πάνω του, αλλά η επιβολή της κοινής γνώμης επιμένει να μας  το φοράει."

Κάτοχος βραβείου Νόμπελ. Θεατρικός συγγραφέας, έχοντας στο ενεργητικό του πάνω από 40 θεατρικά έργα. Τα έργα του προβάλλουν μια απαισιοδοξία ενοχλητική προς πολλούς, ύποπτη, προπαγανδιστική για άλλους. Ένας συγγραφέας ο οποίος προέβαλλε την ευαισθησία και τον συναισθηματισμό την έγνοια των ξένων συναισθημάτων, ένας συγγραφέας που έζησε μια ζωή στερημένη και δύσκολη, πολλές φορές και υποσιτισμένη στα  τελευταία του χρόνια. Μας γεννιέται, λοιπόν, η απορία πως αυτός ο λογοτέχνης, αυτός ο πνευματικός άνθρωπος εισχώρησε στον φασισμό... Λέγεται ότι η παρουσία του και η είσοδός του στο φασιστικό κόμμα δεν ήταν οικειοθελής  Στην ουσία ήταν αναγκασμένος να γίνει μέλος, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι ο Μουσολίνι κρατούσε στα χέρια του τα ηνία της τέχνης. Η αγάπη του για το θέατρο ήταν αυτή που τον έσπρωξε να γίνει μέλος του ιταλικού φασιστικού κόμματος. Το να δεχθεί τόσο παθητικά και σιωπηρά την ανάμειξή του με την φασιστική αηδιολογία ήταν εξευτελιστικό και ατομικιστικό, από τη στιγμή που υπήρχαν τόσοι συνάδελφοί του που είχαν αντιταχτεί. Αυτή η πνευματική και ψυχική φθήνια και πτώση, ίσως να μπορεί να δικαιολογηθεί κατά ένα πολύ μικρό μέρος ότι οι αντοχές του για προσπάθεια να είχαν λεπτύνει, λόγω και της βαριάς χρόνιας ασθένειας της γυναίκας του και της άρνησής του να την βάλει σε κάποιο νοσηλευτικό ίδρυμα. Το θεατρικό "Οι Γίγαντες του Βουνού" (ή "Ορεινοί Γίγαντες") είναι μία μικρή και μη ξεκάθαρη προσπάθειά του να επαναπροσδιορίσει τις σχέσεις του με το φασισμό. Σχεδόν κάποιος πολύ εύκολα μπορεί να ανάγει το Πιραντέλλο σε θύμα μιας καλοστημένης και πανέξυπνης παγίδας του φασιστικού κόμματος. Ωστόσο δεν ταιριάζει σε έναν μορφωμένο άνθρωπο, της παιδείας να πιάνεται θύμα, να δικαιολογείται ανόητα, σαν παιδί σχεδόν.
Για χάρη της σπουδαίας θεατρικής κληρονομιάς του, ας ονοματίσουμε λίγα από τα πολλά σπουδαία έργα του: "Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε" (Cosi e se vi pare, 1917), που περιγράφει με έναν δικό του τρόπο την σχετική αλήθεια τριών διαφορετικών απόψεων, το αριστουργηματικό του "Έξι χαρακτήρες ζητούν συγγραφέα" (Sei personaggi in cerca di autore, 1921) μία ιστορία που αφορά έξι πρόσωπα που εισβάλλουν σε ένα θεατρικό θίασο ζητώντας να αφηγηθεί ο καθένας τη δική του ιστορία, να πάρει μέρος κατά κάποιο- δικό του- τρόπο στο έργο.
Είναι η πρώτη έμμεση αναφορά στο μεταθέατρο. Επίσης, το έργο "Απόψε αυτοσχεδιάζουμε" (Questa sera si recita a soggetto, 1930) ενάγει τον αυτοσχεδιασμό στο θέατρο. Ως επί το πλείστον, οι ιστορίες του Πιραντέλλο είναι επηρεασμένοι από την φρενοβλαβία της γυναίκας του, εκπέμποντας μία απαισιοδοξία, αδιέξοδο ακόμα και την ίδια την ασθένεια (Ερρίκος Δ’ (Enrico IV, 1922)).





Λουί Φερντινάντ Σελίν

"Το να μπορείς να ξεφύγεις ζωντανός από ένα τρελαμένο διεθνές σφαγείο είναι όπως και να ’χει, ένα εχέγγυο διακριτικότητας και τακτ."

Αντιπαθεί κάθε δήθεν πολιτισμό. Δυστυχώς γι'αυτόν ένας δήθεν πολιτισμός είναι και ο εβραϊκός. Αντισημίτης και φιλοναζιστής, παρασημοφορημένος στρατιώτης, σχεδόν ανάπηρος, λόγω ενός τραυματισμού του χεριού του κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Το 1932 εκδίδει το "Ταξίδι στην άκρη της νύχτας" - ένα αριστουργηματικό έργο για πολλούς, προκλητικό, σαρκαστικό. Γράφτηκε πριν αρχίσει τις ρατσιστικές και φιλοναζιστικές υστερίες του. Έπειτα απ'αυτό και όντας προσκολλημένος για τα καλά στο καθεστώς του Βισύ, δεν θα γράψει κάτι αξιόλογο ξανά στο μέγεθος του πρώτου βιβλίου. Κατηγορείται από την γαλλική κυβέρνηση, μα κυρίως από την γαλλική κοινωνία για προδοσία, για δωσιλογισμό. Το μεγάλο του συγγραφικό ταλέντο στοιχειώνεται από την έλλειψη κάθε πολιτικής, ανθρώπινης παιδείας και σκέψης. Ο Σελίν είναι κατά τ'άλλα ένα ιδιόρρυθμος γιατρός, που δεν δέχεται, μάλιστα, αμοιβή από τους φτωχούς ασθενείς του. Στα έργα του δεν υπάρχει η παραμικρή υποψία ρατσιστικών αντιλήψεων και εκφράσεων, ούτε μία υποβόσκουσα προπαγάνδα (όπως και πολλών άλλων ομοίων του). Την αιτία για την κατάπτωση του δυτικού πολιτισμού και του δυτικού  ανθρώπου, την απαξίωση σε κάθε τι ανώτερο και ηθικό, και την προσήλωση του δυτικού ανθρώπου στην επιφάνεια και στις σαρκικές  απολαύσεις, την αιτία λοιπόν για όλα αυτά ο Σελίν την βρήκε στο πρόσωπο των Εβραίων. Η ευαισθησία του συγγραφέα είναι το όπλο που θα  στραφεί εναντίον του, που δεν θα τον αφήσει να σκεφτεί καθαρά. Βρήκε την έτοιμη απάντηση, την δημόσια και μοντέρνα- τότε, αλλά ακόμα και σήμερα- κατηγόρια, πράγμα πολύ ανακουφιστικό για τον άνθρωπο που φοβάται να αναλάβει τις ευθύνες των πράξεών του, για τον  ανασφαλή άνθρωπο που ξέρει εκ των προτέρων ότι ο δρόμος που έχει πάρει δεν είναι αληθινός, δεν είναι ανθρώπινος, ωστόσο χρειάζεται τόσο μία κοινωνική ασπίδα, την ένταξή του σε μία ιδεολογία τόσο κούφια, τόσο απλή, επίσης. Καταδικάστηκε στη Γαλλία ερήμην ως  δωσίλογος (είχε καταφύγει μετά την κατάρρευση του Καθεστώτος του Βισύ πρώτα στη Γερμανία και κατόπιν στη Δανία, όπου και φυλακίστηκε), για να επιστρέψει περίπου δύο χρόνια αργότερα μετά την αμνηστία που δόθηκε στους αναπήρους πολέμου. Από τότε  δεν έγραψε ούτε ένα βιβλίο της προκοπής και ως το 1961 που πέθανε έζησε μέσα στην αφάνεια και με το στίγμα του προδότη.





Χέρμπερτ φον Κάραγιαν


Γιος μιας οικογένειας ελληνικής καταγωγής από το Σάλτσμπουργκ, ο Κάραγιαν (αλλιώς Καραγιάννης) ήταν ένα παιδί- θαύμα στο πιάνο, αν  κρίνει κανείς ότι στα 5 του χρόνια έδωσε την πρώτη του συναυλία. Στο Σαλτσμπουργκ είναι που διευθύνει την Φιλαρμονική Ορχήστρα Βιέννης αλλά και όταν είχε προσχωρήσει στην Παγγερμανική Αδελφότητα «Ρούγκια» ενώ λίγο αργότερα, είχε κάνει αίτηση πρόσληψής του και στην τοπική οργάνωση του κόμματος, στο Άαχεν της Γερμανίας, η οποία έγινε αποδεκτή την 1η Μαΐου 1933. Το Ναζιστικό κόμμα ήταν αυτό που ενθάρρυνε την μουσική του καριέρα και εκτός γερμανικών συνόρων. Από το 1938 άρχισε τη συνεργασία του με τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Βερολίνου, που κράτησε ως το τέλος της ζωής του. Ένας ακόμα μεγάλος καλλιτέχνης, ο οποίος έπεσε θύμα του ίδιου του τού πάθους, της αγάπης του για την μουσική, της επαγγελματικής του αφοσίωσης. Ακόμη και επικριτές του Φον Καραγιάν ανεγνώριζαν ότι τα κίνητρά του ήταν επαγγελματικά και όχι τόσο ιδεολογικά. Αψήφησε το γεγονός ότι αυτή του η προσχώρηση στο καθεστώς έγινε μία πράξη μεγάλης πρόκλησης και απαξίωσης προς άλλους συναδέλφους του που είχαν αρνηθεί ανάλογες διευκολύνσεις που παρείχε το ναζιστικό κόμμα, προτιμώντας μέχρι και την εξορία (Μπρούνο Βάλτερ, Αρτούρο Τοσκανίνι και Εριχ Κλάιμπερ). Πάντως, μεταπολεμικά πολλοί σημαντικοί μουσικοί, όπως οι Άϊζαακ Στερν, Άρθουρ Ρουμπινστάιν και Γιτζάκ Πέρλμαν, αρνήθηκαν να συνεργαστούν μαζί του.





Λένι Ρίφενσταλ

Το όνομα της συνδέεται με την ναζιστική προπαγάνδα. Η ίδια όμως καμία σχέση δεν είχε με τον Εθνικοσοσιαλισμό- πιότερο θύμα της ίδιας του της προπαγάνδας ήταν... Ξεκίνησε ωθούμενη από την φυσική ομορφιά της ως ηθοποιός του βουβού κινηματογράφου. Η άνοδος όμως του ομιλούντα την έφερε αντιμέτωπη με την ίδια της την φιλοδοξία αλλά και το ρεύμα της εποχής εκείνης. Έκτοτε, ασχολήθηκε η ίδια με τον κινηματογράφο, πίσω από τις κάμερες αυτή τη φορά, στη θέση του σκηνοθέτη, αλλά και πότε- πότε στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Ξεχωρίζει στον χώρο των ταινιών με την ταινία το "Γαλάζιο Φως" («Das blaue Licht»). Η ταινία αυτή είναι που θα στρέψει και το βλέμμα του Χίτλερ πάνω της. Έπειτα από το "Γαλάζιο Φως" η ανεξαρτησία της έλαβε τέλος. Γραπώνεται (ή και αυτογραπώνεται, αν θέλετε) στα δίχτυα του ναζιστικού κόμματος και ξεκινά να σκηνοθετεί και να προβάλλει με την υπογραφή της προπαγανδιστικές ταινίες, υπέρ του Γ' Ράιχ. Η ίδια ωστόσο ποτέ δεν υπήρξε μέλος του Κόμματος. Ό,τι έκανε, το έκανε γοητευμένη από την ισχύ του ηγέτη του Κόμματος, βλέποντας στα μάτια του την αρέσκειά του προς το όνομά της και, φυσικά, την χορηγία για την καλλιτεχνική της συνέχεια. Δεν θα μπορούσε όμως να μην αναφερθεί το γεγονός ότι η Ρίφενσταλ ήταν αυτή που δημιούργησε πολλά καινοτόμα πλάνα και λήψεις (ήταν από τους πρώτους σκηνοθέτες που χρησιμοποίησε τη λήψη πάνω σε ράγες τρένου) και αναγνωρίστηκε από πολλούς, κυρίως από το γύρισμα της ταινίας για τους Ολυμπιακούς αγώνες του Βερολίνου το 1936 («Ο Θρίαμβος του Λαού», στην Ελλάδα αποδίδεται ως «Ο Θρίαμβος της Θέλησης»). Μετά την πτώση της Ναζιστικής Γερμανίας, η Ρίφενσταλ φυλακίζεται για τέσσερα χρόνια σε γαλλικές φυλακές. Βγαίνοντας από αυτές, προσπαθεί να αποβάλλει το παρελθόν από μέσα της. Γίνεται το μαύρο πανί για τον καλλιτεχνικό χώρο. Της αρνείται το Χόλιγουντ, ακόμη και στην Ομοσπονδιακή Γερμανία βρίσκει μηδαμινή απήχηση. Εγκαταλλείπει την Ευρώπη και ταξιδεύει στην Αφρική. Κάνει ντοκιμαντέρ για το δουλεμπόριο στην Αφρική (!), αλλά και για διάφορες φυλές της. Κυκλοφορεί δύο συλλογές φωτογραφίες, αλλά τίποτε δεν θυμίζει την αίγλη των ναζιστικών χρόνων. Συνεχείς νεκραναστάσεις, δίχως τίποτε σταθερό. Το 1978 θα φέρει μία ακόμη καινοτομία στον χώρο: θα παρουσιάσει τις υποβρύχιες φωτογραφίες. Στα 98 της χρόνια φωτογραφίζει καρχαρίες στην Κόστα Ρίκα. Θα πεθάνει στην χώρα της σε ηλικία 101 χρονών (το 2003)...






Σαλβαδόρ Νταλί

"Ξυπνάω κάθε πρωί και σκέφτομαι: τι ευτυχία να είσαι ο Νταλί. Κι ακόμη: τι από την μεγαλοφυΐα του θα αποκαλύψει σήμερα ο Νταλί στους ανθρώπους."

Σχεδόν όλοι τον ξέρουν για τους σουρεαλιστικούς πίνακές του, την εκκεντρική του ζωή, το δικό του στυλ... Λίγοι όμως τον ξέρουν ως έναν από  τους πιο ένθερμους υποστηρικτές του Φράνκο. Και, δυστυχώς, στην προκειμένη περίπτωση ο Νταλί ήταν αυτός που χτύπησε την πόρτα του φασισμού, και όχι το αντίθετο. Δεν είχε, δηλαδή, κάποια ανάγκη να εισχωρήσει στην φασιστική αηδιολογία και δη στην πουριτανή καθολική εκκλησία του Πάπα Πίου- ακούραστο βοηθό του φασίστα Φράνκο. Ο Νταλί όσο καιρό οι φασιστικές δυνάμεις ήταν στην εξουσία, η ζωή του ήταν ανάλαφρη, εύκολη, δοξασμένη και φυσικά πλούσια (ήταν κοινό μυστικό ότι όλοι σχεδόν οι πλούσιοι φοροδιαφεύγανε στα χρόνια του Φράνκο). Βέβαια, δεν είναι διόλου απίθανο όλος αυτός ο τρόπος ζωής και η φανερή έκφραση των απόψεών του για το ισπανικό καθεστώς, να ήταν μία ακόμη προσπάθεια να τυραννήσει λίγο ακόμα την πολιτεία με το εκκεντρικό του στυλ, την προκλητικά φιγουρατζίδικη ζωή του. Ωστόσο δεν άργησε να φανερώσει και τις προθέσεις του προς τον Φράνκο και όλο αυτό το αλλόκοτο αγκάλιασμά του με τον φασισμό: ήθελε με πάση θυσία να γίνει το μουσείο Νταλί στη Φιγέρα- ως γνωστός νάρκισσος που ήταν. Ο Νταλί απέχει πολύ από το να τον ονοματίσουμε "τρελό". Ίσως να'ταν ένα κράμα παρανόησης και μια προσπάθεια να είναι πανταχού παρόν, κάνοντας κάθε τι κακόγουστο να μοιάζει με καλαίσθητο. Παρόλα αυτά, και πέρα από την τέχνη που άφησε σαν κληρονομιά- τους ευφυέστατους αυτούς πίνακες- ο Νταλί δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένας αλαζονικός Καταλανός  θρασύδειλος και σαρκαστικός ξέροντας σαφώς τη δύναμη που είχε, την πέραση, κυρίως, και το γεγονός ότι ό,τι και να έκανε, θα εξακολουθούσε να είναι το αγαπημένο παιδί πολλών στο χώρο της ζωγραφικής.





Κνουτ Χάμσουν


"... Η Ευρώπη δεν χρειάζεται τους Εβραίους, ούτε το χρυσάφι τους."

Δεν θα μπορούσε να λείπει από το αφιέρωμα αυτό αυτός ο μεγάλος λογοτέχνης, που επηρέασε με τα βιβλία του όσο λίγοι βόρειοι συγγραφείς είχαν κάνει. Αυτός ο μεγάλος Νορβηγός λογοτέχνης ήταν και ένας μεγάλος θιασώτης του εθνικοσοσιαλισμού. Είναι από τις λίγες περιπτώσεις που το Γ' Ράιχ ταίριαξε απόλυτα από τις- εκ των προτέρων- ιδεολογίες και ανησυχίες του. Στον Χίτλερ βρήκε τον ηγέτη που πάντοτε περίμενε: αυτόν που θα δημιουργούσε μία αρμονική αλυσίδα ανώτερων ανθρώπων (σύμφωνοι με τον νιτσεϊκό υπεράνθρωπο, που είχε γίνει έμμονη ιδέα του Χάμσουν) που ουδεμία σχέση δεν θα είχαν με μπασταρδεμένες φυλές, όπως επίσης και με φιλο-μοντέρνα, δυτικά πρότυπα. Δεν ήταν λίγα τα άρθρα του σε εφημερίδες της νορβηγικής κοινωνίας, κάνοντας έκκληση η τελευταία να απορροφηθεί πλήρως από το Ναζιστικό κόμμα. Να γίνει δικό του σώμα. Κάπου εκεί ξεκινάει και η αποστροφή της νορβηγικής κοινωνίας από τον ίδιο. Αρχίζει ο δίχως προηγούμενο εξοστρακισμός του από την κοινωνία - από την μία ο Γκέμπελς και ο Χίτλερ τον βράβευαν και αλληλογραφούσαν μαζί του συχνά, από την άλλη οι δικοί του ανθρώποι είχαν κόψει κάθε επικοινωνία, κάθε συμπονετική άποψη για όποια του συμπεριφορά. Όπως αναρωτιέται και ο Άγγλος βιογράφος του Χάμσουν, Ρόμπερτ Φέργκιουσον: ''Ένα ευαίσθητο και ονειροπόλο πνεύμα που δημιούργησε τόσο όμορφες ιστορίες αγάπης...μπορεί στ'αλήθεια να έχει υπάρξει ναζί;''. Μόνο ένας τυφλός δεν θα μπορούσε να διακρίνει στα γραπτά του το από όλες τις πλευρές μήνυμά του περί της υπεροχής μίας φυλής, προς την ανάπτυξη του ανθρώπου που εναρμονίζεται με τις δικές του φιλοσοφίες. Ήταν τέτοιος ο θαυμασμός του προς το Ναζιστικό κόμμα, που δεν δίστασε το 1943 να δώσει το βραβείο Νόμπελ ιδεαλιστικής λογοτεχνίας που είχε κερδίσει το 1920 στον Γκαίμπελς, ως ένδειξη σεβασμού και φιλίας. Ο Χάμσουν μέχρι το τέλος της ζωής του υπήρξε ένας από τους λίγους υποστηρικτές του Χίτλερ, χωρίς να υπολογίζει τους κινδύνους που διέτρεχε και ο ίδιος αλλά και η οικογένειά του. Όπως κι έγινε: με την κατάρρευση του Ναζιστικού κόμματος, οι γιοι του Χάμσουν συνελήφθησαν  η γυναίκα του καταδικάσθηκε σε τριετή καταναγκαστικά έργα, ενώ ο ίδιος πλήρωσε ένα πρόστιμο της τάξεως των 500.000 κορωνών. Για τον Χάσμουν η ζημιά είχε γίνει. Τα βιβλία του
είχαν απαγορευθεί, ενώ γρήγορα στιγματίστηκε στην υπόλοιπη Ευρώπη για τις ιδέες του. Αυτά λίγο πολύ είναι γνωστά. Λίγοι γνωρίζουν ότι ο Χάμσουν όταν ήρθε σε προσωπικό διάλογο (όσο μπορούμε αυτό να το ονομάσουμε "διάλογο") με τον Χίτλερ, τον παρακάλεσε να σταματήσει τις θηριωδίες και τις εκτελέσεις. Υπήρξε ένας εθνικοσοσιαλιστής ιδεαλιστής- ο οποίος, όπως συμβαίνει σχεδόν με όλες τις "ιδεολογίες" και τα καθεστώτα, είχε διαλέξει τα δικά του κομμάτια. Όπως επίσης λίγοι γνωρίζουν ότι στην ελληνική πεζογραφία είχε επιδράσει σε πολλούς λογοτέχνες.
Δεν δίστασε δε ο αριστερός Β. Δασκαλάκης να μεταφράσει βιβλία του στα ελληνικά, αναγνωρίζοντας την σπουδαιότητα των γραμμάτων του. Ίσως αυτά τα στοιχεία να κράτησε και η νορβηγική κοινωνία, όταν απεφάσισε έπειτα από πολλά χρόνια να συμφιλιωθεί με τον Χάμσουν (όντας νεκρός) να κάνει τα στραβά μάτια στις ιδεολογίες του και να στραφεί στα γράμματά του.





Έζρα Πάουντ

"Αν δεν κάνεις θυσίες για τις Ιδέες σου, τότε ή εσύ δεν αξίζεις ή οι Ιδέες σου".

Φαντάζομαι πως την παραπάνω φράση του την είχε πει όταν εγκατέλειψε την Αμερική και έπειτα από μία περιπλάνηση στο Λονδίνο και το Παρίσι, εγκαταστάθηκε στην Ιταλία. Φαντάζομαι θα ήταν τότε που με όλα τα μέσα (γραπτά, ραδιόφωνο, συζητήσεις) εκθείαζε τον Μουσολίνι και ήταν ψυχή και σώμα δοσμένος στον φασισμό. Ο Αμερικάνος αυτός ποιητής ο οποίος επηρέασε λογοτέχνες και ποιητές από τον Χέμινγουεϊ μέχρι και πολλούς μοντέρνους λογοτέχνες- μιας και ο ίδιος μαζί με τον Έλιοτ θεωρήθηκαν ως οι σπουδαιότεροι ποιητές του αγγλο-αμερικανικού μοντερνισμού- δεν μπόρεσε να μην πέσει στα δίχτυα του φασισμού και του ναζισμού. Παρόλη την αγάπη του για πολλούς πολιτισμούς και την ιδέα ότι υπάρχει μία κρυμμένη ευτυχία και αυτή βρίσκεται στην συνύπαρξη των λαών, δεν δίστασε ούτε μία στιγμή να επαινεί τον Μουσολίνι και- λιγότερο- τον Χίτλερ και να ανάγει την Ιταλία σαν δεύτερη (ίσως και πρώτη...) πατρίδα του. Δεν δίσταζε να υποκινεί μέσα από υστερικές ραδιοφωνικές εκπομπές το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο ταυτόχρονα όμως με το να καταγγέλλει και τους τραπεζίτες και τους τοκογλύφους σε πολλά ποιήματά του. Και εδώ έρχονται και δημιουργούνται  κάποιες απορίες γύρω από το όνομα του μεγάλου αυτού ποιητή, όταν τη ζωή του την είχαν αγκαλιάσει αμφιλεγόμενες συμπεριφορές, όταν έπειτα από χρόνια μετάνιωσε για την όλη δράση του γύρω από το όνομα του Μουσολίνι.Ο Πάουντ είναι από τους λίγους ποιητές που αδιαφορούν και τον κανόνα της μη ανάμειξης της ποίησης με την πολιτική και κατηγορεί το κεφάλαιο για κάθε πόλεμο και τον καπιταλισμό για την όποια κατάντια της  Αμερικανικής κουλτούρας. Βαθιά αντισημίτης μπλέκει τον Εβραίο άνθρωπο στα δεινά των συνανθρώπων του και του οικονομικού συστήματος.
Ενώ ενθουσιαζόταν με πολλούς πολιτισμούς και κουλτούρες στο παρελθόν, με  την παραμονή του στην Ρώμη, αναζητεί κάποια μικρή, υποτυπώδης φυλή ξέχωρη, αυτούσια, να ανασυγκροτήσει ξανά τον άνθρωπο και το έθνος. Το όποιο έθνος κατά τον Πάουντ... Φαίνεται ότι ο Πάουντ είχε επηρεασθεί από πολλούς και ότι δεν ήταν ολότελα δική του επιλογή να προσχωρήσει στις ιδέες του φασισμού. Ένας, επίσης, λόγος ήταν και το γεγονός ότι δεν είχε καμία εκτίμηση στους σοβιετικούς και κομμουνιστές- θεωρώντας ότι ήταν υλιστές και υποβάθμιζαν την τέχνη ως κάτι φθηνό. Εκτός αυτού θεωρούσε ότι η Σοβιετική Ένωση αποτελούνταν από Εβραίους, οι οποίοι στήριζαν το διεθνές εβραϊκό κεφάλαιο. Δεν είναι λοιπόν παράξενο ότι η βαθιά του ενόχληση προς το οικονομικό εβραϊκό σύστημα και το διεθνές τοκογλυφικό κεφάλαιο, έσπρωξαν τον Πάουντ να θεωρήσει ότι μόνο ένας  Μουσολίνι και ένας Χίτλερ μπορούσαν να σώσουν την Ευρώπη από αυτή την οικονομική και κοινωνική μάστιγα.
Αργότερα μετάνιωσε για την όποια του δράση που σχετιζόταν με τον φασισμό. Η κοινωνία δεν κατάφερε μπροστά στο μεγάλο του ποιητικό έργο, να του κρατήσει μούτρα. Γρήγορα τον ξανα-αγκάλιασε. Παρόλα αυτά ο Έζρα Πάουντ ποτέ δεν παραδέχθηκε ολοφάνερα ότι το μόνο που μετάνιωσε ήταν τον αντισημιτισμό του. Φασίστας δεν έπαψε ποτέ να νιώθει...








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου