Ξέρουμε πως προσβάλλουμε τα πνευματικά δικαιώματα με την κάθε δημοσίευση στο blog και ότι με ένα νεύμα του νόμου και του δημιουργού και του κληρονόμου και του εκδοτικού και του θιγμένου θα μπορούσαμε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να βρεθούμε είτε πίσω από τα κάγκελα, είτε πάνω σ'αυτά. Όμως ό,τι ανεβαίνει, ανεβαίνει από την φυσική διάθεση να μοιραστούμε, να θυμίσουμε, να μονολογήσουμε όπως θα το κάναμε ούτως ή άλλως.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πεζά ποιήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πεζά ποιήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 30 Μαρτίου 2021

Μαρτίνης Χ. - Ελίοφορ Φέστους [απόσπασμα]

 

Επιτρέψτε μου έναν σύντομο συλλογισμό πριν συνεχίσω.

Ο κανονισμός ορίζει πως το κελί δεν πρέπει να ‘χει εμβαδό

μικρότερο των επτά τετραγωνικών μέτρων.

Αν υποθέσουμε πως εφαρμόζεται το άρθρο περί υγιεινής διαβίωσης

των κρατουμένων, το ύψος του κελιού πρέπει να μην είναι

χαμηλότερο από δύο μέτρα.

Συνεπώς ο συνολικός όγκος του κελιού υπολογίζεται σε περίπου

δεκατέσσερις χιλιάδες κυβικά εκατοστά.

Κατ’ επέκταση εντός ενός άδειου κελιού μπορούν να χωρέσουν

τουλάχιστον χίλια πεντακόσια καλά φουσκωμένα μπαλόνια

όλων των δυνατών αποχρώσεων, διαμέτρου περίπου τριάντα

εκατοστών – εξαιρουμένων όσων σκάσουν κατά τη διαδικασία

τοποθέτησης –

αριθμός που ισούται με τον αριθμό των μπαλονιών που είναι

απαραίτητος

για να διακοσμήσεις αξιοπρεπώς ένα τσίρκο,

να τρελάνεις ένα παιδί ή

να κρύψεις στιγμιαία τον σκοτεινό ουρανό.




εκδ. Υποκείμενο, 2019, σελ.23


Σάββατο 26 Ιανουαρίου 2019

Πρώτη γνωριμία με τον Μάριο Χάκκα:




Δεν θα πιστέψω ότι άργησα να ασχοληθώ με το έργο του Μάριου Χάκκα. Κάθε πράγμα έρχεται στον καιρό του, ακόμα κι αν ο καιρός είναι μικρός και στενός, πάντα. Πρώτα μού ήρθε ο μάριος χάκκας. Για να πω την αλήθεια, από παλιά μου ερχόταν με τη μορφή βιβλίων, αποσπασμάτων, σχολίων... Πάντα έλεγα "Να θυμηθώ να διαβάσω Μάριο Χάκκα". Μου ήρθε όμως ο ίδιος, η προσωπικότητά του, εκτός σελιδών. Και πάλι νωρίς είναι, σκέφτηκα. Μόνο που τώρα δεν λέω να θυμηθώ - τώρα θυμάμαι, το γνωρίζω, το έχω στο νου μου. Τον φυλάω σαν τον χρυσό βαφτιστικό σταυρό, που τον κρατάω για τις δύσκολες ώρες, μήπως χρειαστεί σε μεγάλες στενότητες να τον λιώσω. 


ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΘΑΝΑΤΟΥ  

Οι άνθρωποι πάνω στις βαθιές αυλακιές
που τους είχε χαράξει ο χειμώνας
πέρασαν τις παρδαλές νερομπογιές της άνοιξης
κι έτσι μασκαρεμένοι τράβηξαν στη λεωφόρο
να την υποδεχτούν τρώγοντας λουκουμάδες και μπουγάτσα.
Πώς να μην ξεθωριάσουν τούτα τα χρώματα
όταν γερές μπαλταδιές σού κομματιάζουν τη σκέψη
όταν η παγωνιά φωλιάζει μέσα σου;
Δεν υπάρχει λοιπόν μια ακρούλα ανέπαφη
ν αποθέσουμε τις πράξεις μας;
Κάτω απ¢ τα κυπαρίσσια θα θάψουμε ό,τι δε ζει.
Ένα σκουλήκι σαλεύει.
Αύριο θα είναι ένα ζουζούνι ίσως μια πεταλούδα.
Αυτό θα κρατήσω μέσα μου για την υποδοχή.

Μάριος Χάκκας: Άπαντα, Κέδρος: 2013 


* Η υπογράμμιση δική μου

Σάββατο 28 Δεκεμβρίου 2013

Ηλέκτρα Λ. - Συμπονώ





Συμπονώ εκείνα τα μικρά, ταπεινά ανθρωπάκια που όλο σκύβουν το κεφάλι, που δεν μιλούν, παρά μονάχα κοιτούν... 
Συμπονώ εκείνα τα μικρά ταπεινά ανθρωπάκια, που έχουν απέναντί τους ψεύδη και χασκόγελα και αμαρτίες και την πανούργα αδιαφορία. 
Συμπονώ εκείνους τους ανθρώπους που δεν τολμούν ποτέ να μιλήσουν γι'αυτά που τους καίνε, που δεν έχουν ηχώ, παρά μονάχα ξεσπάνε στο σκοτάδι. 
Συμπονώ εκείνους τους ανθρώπους που έχουν τη σιωπή για φυλαχτό και ακινησία... ακινησία να τους βαράει αλύπητα...
Συμπονώ εκείνους τους ανθρώπους τους παρεξηγημένους, που ή για τρέλα ή για ανοησία ή για θλίψη τους κατηγορούν. Και αυτοί μονάχα σκύβουν το κεφάλι, λιπαίνουν τα μάτια τους με γιατί.
Συμπονώ εκείνους με τα ξερά τα χέρια, τα γυμνά, τα μόνα. Που χαρίζουν χάδια στον κόσμο όλο και μόλις ζητήσουν πληρωμή όλοι τους την αρνούνται. 
Συμπονώ εκείνους, εσάς, εμάς που περνάει η ζωή σκληρά, χαζά και εμείς σκοντάφτουμε σε μια ευαισθησία πάντα. 



Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2013

Αρθούρος Ρεμπώ - Μια εποχή στην Κόλαση

Παιδί ακόμα, θαύμαζα τον σκαιό κατάδικο που πάντα έκλειναν πίσω από τις πόρτες της φυλακής. Έψαχνα τα πανδοχεία και τις νοικιασμένες κάμαρες τις αγιασμένες με την παρουσία του. Ατένιζα με το δικό του ιδανικό το μπλε του ουρανού και τον ανθισμένο μόχθο της εξοχής. Ερμήνευα το πεπρωμένο του στις πόλεις. Ήταν από έναν άγιο πιο αγέρωχος, από έναν ποντοπόρο πιο νουνεχής- αυτός! Μάρτυρας του λογισμού και του θριάμβου του. Πάνω σε δημοσιές, κάτω απ' τη νύχτα του χειμώνα δίχως σκεπή, δίχως κουρέλι, δίχως ψωμί, ένας φθόγγος έσφιγγε την παγωμένη καρδιά μου.

"Τόλμη ή δειλία: Τόλμη για σε. Δεν ξέρεις πού και γιατί τρέχεις. Έμπα παντού, αποκρίσου σ' όλα. Αν γίνεται να σκοτώσουν ένα πτώμα, τότε να φοβάσαι μήπως σε σκοτώσουν". Το πρωί η ματιά μου ήταν τόσο απλανής και το πρόσωπο μου έμοιαζε τόσο άδειο, που κι αυτούς που καταπρόσωπο συναπάντησα, ίσως μήτε να  μ’ αντιλήφθηκαν. Ξάφνου, στις πόλεις, η λάσπη μου φάνηκε σα μίγμα κοκκινόμαυρο, όπως η αντανάκλαση της λάμπας στον καθρέφτη,  που μετακινείται στο διπλανό δωμάτιο, όπως ο θησαυρός στο δάσος! Καλή Τύχη ούρλιαξα, κι είδα μια θάλασσα από φλόγες και καπνός γέμισε τον ουρανό· και στ’ αριστερά, και στα δεξιά, κάθε αγαθό να εκρήγνυται όπως μυριάδες κεραυνοί. Αλλά από τα όργια και τη συντροφιά των γυναικών όλα μου ήταν απαγορευμένα. Ούτε ακόμα ένας φίλος. Είδα τον εαυτό μου μπροστά σε έναν όχλο, να στέκει αντιμέτωπος με έναν πυροσβεστικό ουλαμό, κλαίγοντας με θλίψη που δεν μπορούσαν να με καταλάβουν, και ζήτησα συγχώρεση! – όπως η Ζαν Ντ’ Αρκ !

 « Κληρικοί, Καθηγητές και Ιατροί, σφάλετε καθώς με παραδίδετε στα χέρια του νόμου. Ποτέ δεν ήμουν δικός σας· Ποτέ δεν ήμουν Χριστιανός· Ανήκω στη ράτσα που τραγούδησε στο ικρίωμα. Δεν καταλαβαίνω τους νόμους σας· Δεν έχω καμία ηθική, είμαι ένα κτήνος: Έχετε παραπλανηθεί…» 
Ναι, σφαλίζω τα μάτια μου στο φως σας. Είμαι ένα κτήνος, ένας αράπης. Αλλά μπορώ να σωθώ. Σεις είστε ψευταράπαδες, μανιακοί, άγριοι, δυστυχείς, όλοι σας. Έμπορε, είσαι ένας σκυλάραπας· Δικαστή, είσαι ένας σκυλάραπας· Στρατηγέ, είσαι σκυλάραπας, Αυτοκράτορα, παλιά μου φαγούρα, είσαι σκυλάραπας· Μεθύσατε μ’ αφορολόγητο πιοτό, παραγωγής του Σατανά – αυτοί οι άνθρωποι εμπνέονται από τον πυρετό και τον καρκίνο. Ανάπηροι και γέροι είναι τόσο αξιοσέβαστοι που ζητούν να τους βράσουν – το καλύτερο πράγμα είναι να εγκαταλείψεις αυτή την ήπειρο, όπου η τρελή περιπλάνηση παρέχει καταφύγιο σε αυτούς τους τρισάθλιους. Εισέρχομαι στο αληθινό βασίλειο των παιδιών του Ham.

Κατανοώ τη φύση;  Κατανοώ τον εαυτό μου; Όχι άλλα λόγια. Θάβω τους πεθαμένους στην κοιλιά μου… Κραυγές, τύμπανα, χορός, χορός, χορός, χορός! Δεν βλέπω την ώρα που οι λευκοί θα αποβιβαστούν, θα περιέλθω στην ανυπαρξία. 
Δίψα και πείνα, κραυγές, χορός, χορός, χορός, χορός! 
Οι λευκοί αποβιβάζονται! Κανόνια! Τώρα πρέπει να βαφτιστούμε, να ντυθούμε και να αρχίσουμε τη δουλειά.

Η καρδιά μου διαποτίστηκε από επιείκεια. Α! Κι αυτό δεν το είχα προβλέψει.
Δεν έχω σε λάθος υποπέσει. Αλαφρές θα’ ναι οι μέρες μου, και άφεση θα μου δοθεί. Δεν θα υποφέρω τα βάσανα μιας ψυχής μισοπεθαμένης έναντι του Αγαθού, εκεί όπου φως ασκητικό επιστρέφει ως νεκρικών κεριών το φως. Η μοίρα ενός υιού πρωτότοκου, ένα πρόωρο φέρετρο σκεπασμένο αστραφτερά δάκρυα. Χωρίς αμφιβολία η ασωτία είναι ανόητη, η διαστροφή επίσης· κάποιος πρέπει να πετάξει τη σαπίλα μακριά. Μα το ρολόι θα πρέπει να σημάνει στις ώρες του απόλυτου πόνου. Άραγε μπορώ σα να ‘μουν παιδί να παίξω στον Παράδεισο, ξεχνώντας όλη αυτή τη δυστυχία; 

Γρήγορα! Υπάρχουν άλλες ζωές; Ο ύπνος για τους πλουσίους είναι αδύνατος. Τα πλούτη ήταν πάντοτε κοινό αγαθό.  Η Θεϊκή  Αγάπη παρέχει μόνο τα κλειδιά της γνώσης. Βλέπω ότι η φύση είναι μόνο μια επίδειξη ευγένειας. Αποχαιρετιστήριες χίμαιρες, ιδανικά και λάθη. 
Το μετρημένο άσμα των αγγέλων αναδύεται από το ναυαγοσωστικό πλοιάριο: Είναι η θεία αγάπη. Δύο αγάπες! Δύναμαι να πεθάνω από αγάπη γήινη, να πεθάνω από αφοσίωση. Άφησα πίσω μου ψυχές των οποίων η θλίψη θέριεψε στη αναχώρηση μου. Με επιλέγετε μεταξύ των ναυαγών, αυτοί που παραμένουν άραγε δεν είναι φίλοι μου;
Σώστε τους!

Ο σκοπός αναγεννήθηκε μέσα μου. Ο κόσμος είναι καλός. Θα ευλογήσω τη ζωή. Θα αγαπήσω τους αδελφούς μου. Δεν υπάρχουν πλέον οι υποσχέσεις της παιδικής ηλικίας. Μήτε η ελπίδα της διαφυγής των γηρατειών και του θανάτου. Ο Θεός είναι η δύναμή μου, και Τον δοξάζω. 
Η πλήξη δεν είναι πλέον η αγάπη μου. Η οργή, διαστροφή, τρέλα, των οποίων κάθε παρόρμηση και καταστροφή γνωρίζω – το φορτίο μου ολόκληρο κατέβασα. Με καθαρό το πνεύμα σας εκτιμήστε το μέγεθος της αθωότητας μου. Είμαι ανίκανος να ζητήσω της ήττας μου παρηγοριά. Δεν με φαντάζομαι να ξεκινώ για γάμο, και ο Ιησούς Χριστός να είναι πεθερός μου.

Δεν είμαι δεσμώτης του σκοπού μου. Έχω πει: Θεός. Θέλω ελευθερία στη σωτηρία: πώς θα την επιτύχω; Οι ελαφρές απολαύσεις μ’ αφήσανε. Καμία περαιτέρω ανάγκη για τη θεία αγάπη ή για την αφοσίωση στο καθήκον. Δεν μετανοώ για την εποχή των συγκινήσεων και των αισθημάτων. Κάθε τι έχει το σκοπό του, περιφρόνηση και ευσπλαχνία: Κρατώ τη θέση μου στην κορυφή της αγγελικής ιεραρχίας της καλής αίσθησης. 

Όσο για την καθιερωμένη ευτυχία, οικογενειακή είτε... όχι, δεν αντέχω. Έχω οργιάσει πάρα πολύ, πάρα πολύ εξασθενίσει. Με το μόχθο καρπίζει η ζωή, πλατειασμός της κακιάς ώρας! Εμένα η ζωή μου δεν είναι πεδικλωμένη, πετάει και πλέει μακριά, αντίπερα από κάθε πράξη, αυτή την αγαπητή βολή του κόσμου. Τι γεροντοκόρη είμαι να μου λείπει το θάρρος να αγαπήσω το θάνατο. Αν ο Θεός με οδηγούσε στην άπειρη γαλήνη, στην παντοτινήν αιθρία, στην προσευχή -σαν τους Αγίους μιας εποχής αλλοτινής- Άγιοι, αυτοί είναι παντοδύναμοι! Αποδημητές και καλλιτέχνες έτσι καθώς είναι, κανείς δεν τους χρειάζεται.

Φάρσα δίχως τέλος! Με κάνει να κλαίω η αθωότητα μου. Φάρσα είναι η ζωή κι όλοι παίζουμε το ρόλο του πρωταγωνιστή.


(απόσπασμα από το "Αίμα Κακό" του βιβλίου "Μια εποχή στην Κόλαση" του Arthur Rimbaud)

Δευτέρα 1 Ιουλίου 2013

Σαρλ Μπωντλαίρ - Ο καθένας με τη χίμαιρά του

Κάτω από έναν βαρύ γκρίζο ουρανό, σε μια μεγάλη σκονισμένη πεδιάδα, χωρίς δρόμους, χωρίς χλόη, χωρίς ένα γαϊδουράγκαθο, χωρίς μια τσουκνίδα, συνάντησα ανθρώπους πολλούς να περπατούν σκυφτοί.

Ο καθένας τους κουβαλούσε πάνω στην πλάτη του μια τεράστια Χίμαιρα, βαριά σαν ένα σάκο αλεύρι ή κάρβουνο, ή όσο η εξάρτυση Ρωμαίου πεζικάριου.

Αλλά το τερατόμορφο ζώο δεν ήταν ένα βάρος άψυχο. Αντίθετα, περιτύλιγε και συμπίεζε τον άνθρωπο με τους ελαστικούς και ισχυρούς μυς του. Γαντζωνόταν με τα δυο πελώρια νύχια του στο στήθος του υποζυγίου του και το μυθικό του κεφάλι υψωνόταν πάνω απ' το μέτωπο του ανθρώπου, σαν μια από εκείνες τις φοβερές περικεφαλαίες με τις οποίες οι αρχαίοι πολεμιστές ήλπιζαν ν' αυξήσουν τον τρόμο του εχθρού. 

Σταμάτησα έναν από αυτούς τους ανθρώπους και τον ρώτησα πού πήγαιναν έτσι. Μου απάντησε ότι δεν ήξερε τίποτα, ούτε αυτός, ούτε οι άλλοι. Αλλά ότι προφανώς κάπου πήγαιναν, αφού τους ωθούσε μια ακατανίκητη ανάγκη να προχωρούν. 

Κάτι περίεργο και αξιοσημείωτο: κανείς από αυτούς τους ταξιδιώτες δεν έδειχνε εξοργισμένος με το άγριο θηρίο που ήταν κρεμασμένο στο λαιμό του και κολλημένο στη ράχη του. Θα έλεγε κανείς ότι το θεωρούσε μέρος του εαυτού του. Όλα αυτά τα σοβαρά και κουρασμένα πρόσωπα δεν μαρτυρούσαν καμιά απελπισία. Κάτω από το μελαγχολικό θόλο του ουρανού, με τα πόδια βουτηγμένα στη σκόνη μιας γης θλιμμένης όσο αυτός ο ουρανός, πορεύονταν με την καρτερική φυσιογνωμία αυτών που είναι καταδικασμένοι να ελπίζουν πάντα. 

Και η πομπή πέρασε δίπλα μου και χάθηκε στην ατμόσφαιρα του ορίζοντα, στο σημείο όπου η στρογγυλή επιφάνεια του πλανήτη ξεφεύγει από την περιέργεια της ανθρώπινης ματιάς.

Για μερικές στιγμές πείσμωνα να κατανοήσω αυτό το μυστήριο. Σύντομα όμως η ακατανίκητη Αδιαφορία με κυρίεψε, και αισθανόμουν περισσότερο καταπονημένος εγώ, παρά αυτοί απ' τις Χίμαιρες που τους συνθλίβανε. 

Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2012

Χαλίλ Γκιμπράν - Οι Εφτά Εαυτοί

Ιδού το αποτέλεσμα της νυχτερινής συζήτησης μεταξύ των εφτά εαυτών του ποιητή:



Στη σιωπηλότερη ώρα της νύχτας, καθώς έγερνα μισοκοιμάμενος,
οι εφτά εαυτοί μου κάθησαν αντάμα και, ψιθυρίζοντας, έτσι κουβέντιαζαν:
Πρώτος Εαυτός:

Εδώ, σ’ αυτό τον τρελό μέσα, κατοίκησα όλα μου ετούτα τα χρόνια, χωρίς άλλο να κάνω παρά ν’ ανανεώνω τον πόνο του, τη μέρα, και να ξαναπλάθω τη θλίψη του, τη νύχτα.
Δεν αντέχω πια τη μοίρα μου κι επαναστατώ, από ‘δω και πέρα.

Δεύτερος Εαυτός:

Η δική σου μοίρα είναι καλύτερη από τη δική μου, αδερφέ, γιατί δικό μου γραφτό: να ‘μαι ο χαρωπός εαυτός του τρελού τούτου.
Γελώ με το γέλιο του και τραγουδώ, τις ώρες της χαράς του και με τρισφτερωμένα πόδια χορεύω τις λαμπερόσπιθες σκέψεις του.
Εγώ θα ‘πρεπε να επαναστατήσω ενάντια στην υποσταμένη μου ύπαρξη.

Τρίτος Εαυτός:

Και τι ν’ ακούσετε από μένα, τον ερωτοκένταυρο εαυτό του, το πυραχτώδικο
έμβλημα των άγριων παθών και των φανταστικών επιθυμιών;
Εγώ είμαι: ο ερωτοπλάνταχτος εαυτός του – που θα ‘πρεπε να σηκώσω παντιέρα ενάντια στον τρελόν ετούτο.

Τέταρτος Εαυτός:

Εγώ, ανάμεσα σε όλους εσάς, είμαι ο πιο δυστυχισμένος, γιατί δε μου έλαχε παρά το απεχθές μίσος κι η ξεθεμελιώστρα αποστροφή.
Εγώ θα ‘πρεπε, ο όμοιος με καταιγίδα εαυτός – ο γεννημένος στις μαυροσπηλιές της Κόλασης,
να ‘μαι ο πρώτος διαμαρτυρόμενος, για να υπηρετήσει τον τρελόν ετούτο.

Πέμπτος Εαυτός:

Όχι, εγώ θα ‘πρεπε, ο διανοούμενος εαυτός, ο εαυτός της κάθε φαντασίωσης, ο εαυτός της κάθε πείνας και δίψας, ο καταδικασμένος στην, χωρίς αναπαμό, περιπλάνηση, στο κυνηγητό άγνωρων πραγμάτων – κι αδημιούργητων πραγμάτων ακόμα’ εγώ θά ‘πρεπε κι όχι εσεις, να επαναστατήσω.

Έκτος Εαυτός:

Κι εγώ, ο δουλευτάρης εαυτός, ο αξιοδάκρυτος εαυτός του μόχθου που, με υπομονής χέρια και πολύπαθα μάτια, πλάθω τις μέρες σε εικόνες και δίνω στα ασχηματοποίητα στοιχεία καινούργιες κι αιώνιες μορφές – εγώ θα ‘πρεπε, ο απομοναχιασμένος, να ‘μαι ο επαναστάτης ενάντια στον πολυπράγμονα τρελόν ετούτο.

Έβδομος Εαυτός: 

Πόσο παράξενο, να θέτε εσείς όλοι να επαναστατήσετε ενάντια στον άνθρωπο αυτόν, γιατί καθένας σας κι όλοι έχετε να εκπληρώσετε προδιαγραμμένο ρόλο. Αχ! και να μπορούσα να ‘μουν ένας σαν εσάς, ένας εαυτός με προκαθορισμένη κλήρα! Μα εγώ δεν έχω καμιά. Είμαι ο εαυτός που τίποτα δεν κάνει, κείνος που κάθεται στο αλάλητο, στο πουθενά και στο ουδέποτε, ενόσω εσείς είσαστε απασχολημένοι με την αναδημιουργία της ζωής.
Εσείς είσαστε ή εγώ, γείτονες, που θα ‘πρεπε να επαναστατήσω;

Όταν ο έβδομος εαυτός μίλησε έτσι, οι άλλοι έξη εαυτοί τον κοίταξαν με οίκτο μα, χωρίς να πουν τίποτα πια – και καθώς η νύχτα πύκνωνε – ο ένας μετά τον άλλο τράβηξαν για ύπνο τυλιγμένοι μέσα σε μια χαρούμενη εγκαρτέρηση.

Μα ο έβδομος εαυτός απόμεινε γρηγορώντας’ σ’ ενατενισμό του τίποτα που βρίσκεται πίσω από τα πράγματα, Όλα.

Δεν θα μπορούσα να παραλείψω την ανάγνωση του εξαιρετικού αυτού ποιήματος, δίχως την εξίσου όμορφη μουσική του R. Aubry ...