Χαιρετώ τους φίλους της λογοτεχνίας, τους μισαλλόδοξους αγωνιστές, τα κακοπαθημένα νιάτα, τα άκρατα ορμώμενα ανθρωπάρια, τους κομπάρσους και πρωταγωνιστές της καθημερινότητας, τα βιολοντσέλα του έρωτος, τους πιστούς και άθρησκους, τις φιλήσυχες πέτρες, τους γνώστες του τίποτα, τους αποτυχημένους της δόξας, χαιρετώ αυτούς που έρπουν, τους ακρωτηριασμένους, τις μηδείες και τους γέροντες, τους αποκρυφιστές του χάους, τα σακάτικα βλήματα, τα τελώνια, τα ξορκισμένα αγγίγματα -
χαιρετώ... εσάς

Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2014

Ιδέα Βιλαρίνιο: Και ο έρωτας θα έχει το όνομά της...



Συνήθως, την ποίηση, όταν την σκεφτόμαστε από την ερωτική- ρομαντική της πλευρά βάζουμε ένα θηλυκό πρόσημο μπροστά της. Σα να είναι δουλειά της συγγραφέως να γράφει (και πολλές φορές να αναλώνεται) για τα ερωτικά πάθη της- στίχοι παραγεμισμένοι με απελπισία, απώλεια, ελπίδα, έρωτα, τρυφερότητα, αιωνιότητα... Ομολογώ ότι η ιδέα αυτή όσο και η απόπειρα μου φαίνεται αρκετά τετριμμένη. Η γυναίκα μπορεί να γράψει και για άλλα πράγματα και για άλλα της πάθη. Από την άλλη όμως, όταν σκοντάφτω πάνω στο όνομα της Ουρουγουανής ποιήτριας Ιδέα Βιλαρίνιο, ξεχνάω όλα τα πρέπει τα συγγραφικά, κλείνομαι στο ίδιο καυτό δωμάτιο μαζί της, αναπολώ κι εγώ κάποιον περασμένο έρωτα. 
Η μοναδικότητα και η αισθαντικότητα των στίχων της, συνάμα με την γεμάτη ζωή της κάνουν την ποίηση της Βιλαρίνιο ερωτική με όλη τη σημασία της λέξεως. Πολλοί αναγνωρίζουν τον υπαίτιο πίσω από αυτά τα εξαίσια ποιήματα: τον επίσης Ουρουγουανό συγγραφέα Χουάν Κάρλος Ονέτι. Εμένα πάλι επιτρέψτε μου να πιστεύω πως αν δεν ήταν ο Ονέτι, σίγουρα θα ήταν κάποιος άλλος. Διότι το πάθος της Βιλαρίνιο δεν ξεκινούσε από μία συνάντηση, από ένα πρόσωπο- ξεκινούσε από την ίδια της την καρδιά, ήταν ριζωμένο μέσα της, όπως είναι ριζωμένο μέσα σε τόσους λίγους ανθρώπους σ'αυτό τον κόσμο. 
Πέθανε στις 28 Απριλίου το 2009, σε ηλικία 89 ετών. 



Σαν χείλη απαλά, χείλη κοιμώμενα φιλήσουν…

Σαν χείλη απαλά, χείλη κοιμώμενα φιλήσουν
ωσάν πεθαίνοντας τότε,
κάποτε, πιο πέρα κι απ’ τα χείλη φτάνοντας
και καθώς τα βλέφαρα από τον πόθο ξεχειλίζουνε και πέφτουν,
τόσο αθόρυβα όσο ο αέρας το επιτρέπει,
η σάρκα, με τη μεταξένια θέρμη της, νύχτες ζητάει∙
και τα κοιμώμενα χείλη
μες στην ανείπωτη ηδονή τους, εξίσου, νύχτες ζητούν.

Νύχτες, νύχτες σιωπηλές, με σκοτεινά βελούδινα φεγγάρια,
νύχτες ατέλειωτες, φιλήδονες νύχτες, από φτερουγίσματα διάτρητες,
μες στον αέρα που γίνεται χέρια, έρωτας, στοργή,
νύχτες ωσάν από πανιά κι από κατάρτια…

Τότε είναι, στο ύψιστο πάθος, όπου αυτός που φιλά
ξέρει -και πώς ξέρει!- τα πάντα, ακατάπαυστα, και βλέπει πώς τώρα
ο κόσμος με θαύμα μοιάζει μακρινό,
πώς τα χείλη ανοίγουν πιο βαθύ ακόμη το θέρος,
πώς ο νους παραλύει,
και πώς φτάνει κι αυτός ο ίδιος να ξεχνιέται μες στο φιλί
ενώ άνεμος παθιασμένος τους κροτάφους του γυμνώνει∙
τότε είναι, στο φιλί απάνω, που τα βλέφαρα αργοπέφτουν
κι ο αέρας φτερουγίζει με μια ανάσα ζωής,
και περισσότερο αναριγά
αυτό που δεν είναι αέρας: η φλεγόμενη δέσμη των μαλλιών,
η φωνή που γίνεται βελούδο και, άλλοτε,
οι οπτασίες νεκρών που αιωρούνται.



Στην αγκαλιά σου…

Μέσα στην αγκαλιά σου
μέσα στην αγκαλιά μου
μέσα στα απαλά σεντόνια
μέσα στη νύχτα
τρυφεροί
ξεχασμένοι
παθιασμένοι
ανάμεσα στους ίσκιους
ανάμεσα στις ώρες
ανάμεσα
στο πριν και το μετά.



Γράφω, σκέφτομαι, διαβάζω…

Γράφω
σκέφτομαι
διαβάζω
σελίδες μεταφράζω είκοσι
τις ειδήσεις ακούω
γράφω
γράφω
και διαβάζω.
Πού είσαι,
πού.



Όχι πια

Δε θα γίνει πια
όχι πια
δε θα ζήσουμε μαζί
δε θα μεγαλώσω το παιδί σου
δε θα ράβω τα ρούχα σου
δε θα ξαγρυπνώ στο προσκεφάλι σου τις νύχτες
δε θα σε φιλάω φεύγοντας
ποτέ δε θα μάθεις ποια υπήρξα
γιατί άλλοι με αγαπήσαν.

Δε θα κατορθώσω να μάθω
ποτέ γιατί ούτε πώς
ούτε αν ήταν στ’ αλήθεια
αυτό που είπες πως ήταν
ούτε ποιος υπήρξες
ούτε τι ήμουνα για σένα
ούτε πώς θα ήταν
μαζί να ζούμε
να αγαπιόμαστε
να μας περιμένουμε
να είμαστε παρόντες.

Δεν είμαι πια
παρά εγώ για πάντα
κι εσύ
δε θα ‘σαι πια για μένα
παρά εσύ.
Δεν υπάρχεις πια
σε μια μέρα μελλοντική
δε θα ξέρω πού ζεις
με ποιαν
ούτε αν θυμάσαι.
Ποτέ δε θα μ’ αγκαλιάσεις
όπως εκείνη τη νύχτα
ποτέ.

Δεν πρόκειται ξανά να σ’ αγγίξω.

Δε θα σε δω να πεθαίνεις.



Επιστολή ΙΙ

Μακριά βρίσκεσαι στο νότο
εκεί που οι δείκτες δεν δείχνουν τέσσερις.
Γερμένος στην πολυθρόνα σου
στηριγμένος στο τραπεζάκι
του δωματίου σου
ξαπλωμένος σ’ ένα κρεβάτι
δικό σου ή κάποιας
που ευχαρίστως θα εξάλειφα
−εσένα σκέφτομαι κι όχι εκείνες που πλάι σου ψάχνουν
αυτό το ίδιο που εγώ αγαπώ.
Εσένα σκέφτομαι ήδη πέρασε μια ώρα
μα ίσως και μισή
δεν ξέρω.
Σαν πέσει το φως
θα ξέρω ότι πήγε πια εννιά
τα  σκεπάσματα θα τραβήξω
θα ντυθώ το μαύρο μου φόρεμα
και το χτένι στα μαλλιά μου θα περάσω.
Ώρα για δείπνο
μα βέβαια, τι άλλο;



(Κι ένα διαφορετικό ποίημα της Βιλαρίνιο, ενάντια στην καταπίεση)

1. Παραλία Χιρόν (Playa Girón)

Πάντοτε κάποια αρβύλα θα υπάρχει πάνω στο όνειρο
το εφήμερο του ανθρώπου
μια αρβύλα δύναμης και παραλογισμού
έτοιμη να χτυπήσει
πρόθυμη στο αίμα να ποτίσει.
Κάθε φορά που οι άνθρωποι ορθώνονται
κάθε φορά που διεκδικούν όσα τους ανήκουν
ή απλώς αποζητούν να παραμείνουν άνθρωποι
κάθε φορά που η ώρα της αλήθειας η ώρα
της δικαιοσύνης σημαίνουν
η αρβύλα σπάει χτυπά λερώνει συνθλίβει
διαλύει την ελπίδα και το όραμα
της απλής ανθρώπινης και για όλους ευτυχίας
γιατί άλλα σχέδια έχει όμοια με Θεός
όπως κηρύσσουν και οι ιερείς για το θεό τους
πως άλλες βουλές υψηλές κι ανεξιχνίαστες έχει
σχέδια άλλα όπου χωρά μια Χιροσίμα
μια Ισπανία μια Αλγερία μια Ουγγαρία και ούτω καθεξής
όπου χωρά η αδικία η καταπίεση
η εγκατάλειψη η πείνα το κρύο ο φόβος
η εκμετάλλευση ο θάνατος
όλος ο τρόμος όλος ο πόνος του ανθρώπου.
Η αρβύλα αλλάζει πόδια όπως αλλάζουν χέρια
το χρήμα η ισχύς και η εξουσία
όμως πάντοτε θα υπάρχει κάποια
κάποτε περισσότερες από μια
για να τσαλαπατά τα όνειρα των ανθρώπων.



(Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου