Χαιρετώ τους φίλους της λογοτεχνίας, τους μισαλλόδοξους αγωνιστές, τα κακοπαθημένα νιάτα, τα άκρατα ορμώμενα ανθρωπάρια, τους κομπάρσους και πρωταγωνιστές της καθημερινότητας, τα βιολοντσέλα του έρωτος, τους πιστούς και άθρησκους, τις φιλήσυχες πέτρες, τους γνώστες του τίποτα, τους αποτυχημένους της δόξας, χαιρετώ αυτούς που έρπουν, τους ακρωτηριασμένους, τις μηδείες και τους γέροντες, τους αποκρυφιστές του χάους, τα σακάτικα βλήματα, τα τελώνια, τα ξορκισμένα αγγίγματα -
χαιρετώ... εσάς

Πέμπτη, 26 Ιουνίου 2014

Νομπελίστες λογοτεχνίας: Καμίλο Χοσέ Θέλα

Ο Καμίλο Χοσέ Θέλα (1916-2002) υπήρξε διάσημος Ισπανός συγγραφέας, γνωστός για τις σκοτεινές ρεαλιστικές ιστορίες του που τοποθετούνται πάντα εντός και εκτός Μαδρίτης. Στα 26 του γράφει το περίφημο έργο του "Η οικογένεια του Πασκουάλ Ντουάρτε", ένα έργο τόσο όμοιο με τον "Ξένο" του Καμύ, ενώ θα ακολουθήσουνε γύρω στα 70 ακόμη έργα του μέχρι το θάνατο του, με πιο γνωστό το "Η Κυψέλη". Το τελευταίο περιγράφει τη ζοφερότητα στην ισπανική κοινωνία υπό το φρανκικό καθεστώς. Παράδοξο αποτελεί το γεγονός, ότι ο Χοσέ Θέλα υπήρξε παρόλα αυτά ένας από τους υποστηρικτές του Φράνκο (ήταν πληροφοριοδότης της μυστικής αστυνομίας...)- κάπως έτσι γίνεται μυστήριος ο κόσμος των συγγραφέων. Ειδικά για ένα συγγραφέα όπως ο Χοσέ Θέλα, ο οποίος σκιαγραφεί τόσο προσεγμένα και με συνέπεια τους χαρακτήρες του, όπως ο Πασκουάλ Ντουάρτε (Η οικογένεια του Πασκουάλ Ντουάρτε), που παρόλο που διαπράττει το ένα έγκλημα μετά το άλλο, μεταφέρεται στις σελίδες του βιβλίου ως ένας κατατρεγμένος, αγγίζει σχεδόν τα όρια της συμπάθειας για τον αναγνώστη, πράγμα που δεν πετυχαίνει- ίσως και ηθελημένα- ο Καμύ, ή όπως τόσοι άλλοι πολλοί χαρακτήρες του, που περνούν από την εξαθλίωση και την ηθική απαξίωση των μικροκοινωνιών, αναρωτιέσαι έπειτα απ'όλα αυτά τι τον έκανε να γίνει υποστηρικτής ενός από τα πιο αδίστακτα και αιματηρά φασιστικά καθεστώτα... 
Το 1989 βραβεύθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. 


Ακολουθεί απόσπασμα από το βιβλίο του "Η οικογένεια του Πασκουάλ Ντουάρτε":

     Υπάρχουν φορές που καλύτερα να πεθάνεις, να εξαφανιστείς αίφνης απ'το πρόσωπο της γης, να γίνεις αέρας, ή καπνός. Φορές που μοιάζουν ακατόρθωτες, μα που, αν ήταν δυνατόν να γίνουν, θα μας μετέτρεπαν σε αγγελούδια, θα μας προφύλαγαν απ'τις κακοτοπιές κι απ'το να συνεχίσουμε μες στο κρίμα και στην αμαρτία, θα μας ελευθέρωναν από τούτη την αρρωστημένη σάρκα, την οποία, σας διαβεβαιώ, δεν θα ξαναθυμόμασταν ποτέ πια- τόσο φριχτή είναι-, αλλά που κάποιος τώρα μας υποχρεώνει να μην την ξεχνάμε, και μας δηλητηριάζει την ψυχή. Τίποτα δε βρωμάει τόσο πολύ και τόσο άσχημα όσο η σαπίλα που αφήνει το κακό στη συνείδησή μας, όσο το σάπισμα τούτων των νεκρών, νεογέννητων ελπίδων που- εδώ και τόσον καιρό- έχει καταντήσει η ζωή μας!
     Η ιδέα του θανάτου έρχεται πάντα με το βήμα του λύκου, με τα σουρσίματα της έχιδνας, όπως όλες οι κακές σκέψεις. Δεν έρχονται ποτέ έτσι ξαφνικά οι ιδέες που μας βασανίζουν. Το αναπάντεχο στραγγαλίζει μερικές στιγμές, αφήνει όμως ξοπίσω του πολλά χρόνια ζωής. Οι σκέψεις που μας τρελαίνουν με τη μελαγχολία, τη χειρότερη μορφή τρέλας, φτάνουν πάντα σιγά σιγά, χωρίς να το πάρουμε είδηση, όπως δεν παίρνουμε είδηση την ομίχλη που πλημμυρίζει τον κάμπο, ή τη φυματίωση στα πνευμόνια μας. Προχωρεί, μοιραία, ακούραστα, αλλά αργά και με σταθερό ρυθμό, όπως ο σφυγμός. σήμερα δεν την καταλαβαίνουμε- ίσως ούτε αύριο, ούτε μεθαύριο, ούτε σ'ένα μήνα. Περνά όμως ο μήνας κι αρχίζουμε να νιώθουμε πικρό το φαΐ κι οδυνηρή τη θύμηση. Μας έχει κιόλας αρπάξει. Περνούν οι μέρες κι οι νύχτες και γινόμαστε μονόχνωτοι, περίεργοι. Μέσα μας διασταυρώνονται ιδέες, σκέψεις που μας αναστατώνουν. Περνάμε ακόμα κι ολόκληρες βδομάδες δίχως να κάνουμε τίποτα. Αυτοί που μας περιστοιχίζουν συνηθίζουν πια τις ιδιοτροπίες μας και δεν εκπλήσσονται ούτε καν γι'αυτές. Μια μέρα όμως το κακό φουντώνει όπως οι θάμνοι, ξεχειλίζει. Δε χαιρετούμε πια του ανθρώπους. μας θεωρούν παράξενους, κάτι σαν ερωτευμένους. Αδυνατίζουμε, όλο κι αδυνατίζουμε, ενώ τα πυκνά μας γένια αραιώνουν όλο και περισσότερο. Αρχίζουμε να νιώθουμε το μίσος που μας θανατώνει. Δεν αντέχουμε άλλο τις ματιές του κόσμου. Η συνείδησή μας υποφέρει, αλλά δεν πειράζει, ας υποφέρει! Τα μάτια μας καίνε και γεμίζουν ένα δηλητηριώδες υγρό σαν κοιτάμε ίσια μπροστά. Ο εχθρός καταλαβαίνει την επιθυμία μας, αλλά δεν ανησυχεί. Το ένστικτο δε λαθεύει. Η δυστυχία είναι πρόσχαρη, φιλόξενη, και το πιο ανθρώπινο συναίσθημα μπορεί να εκσφενδονιστεί στην τεράστια πλατεία και να γίνει θρύψαλα. Το σκάμε σαν τ'αγριοκάτσικα, αλλά το κακό έχει ήδη εισχωρήσει μέσα μας. Δεν υπάρχει άλλη λύση, τίποτα δεν μπορεί να γίνει πια. Αρχίζει η ιλιγγιώδης πτώση μας, για να μην ξανασηκωθούμε ποτέ. Ίσως να ανασηκώσουμε λίγο το κορμί μας την τελευταία στιγμή, λίγο πριν ρίξουμε κατακόρυφη βουτιά με το κεφάλι στην κόλαση... 
Μεγάλο κακό. 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου