Χαιρετώ τους φίλους της λογοτεχνίας, τους μισαλλόδοξους αγωνιστές, τα κακοπαθημένα νιάτα, τα άκρατα ορμώμενα ανθρωπάρια, τους κομπάρσους και πρωταγωνιστές της καθημερινότητας, τα βιολοντσέλα του έρωτος, τους πιστούς και άθρησκους, τις φιλήσυχες πέτρες, τους γνώστες του τίποτα, τους αποτυχημένους της δόξας, χαιρετώ αυτούς που έρπουν, τους ακρωτηριασμένους, τις μηδείες και τους γέροντες, τους αποκρυφιστές του χάους, τα σακάτικα βλήματα, τα τελώνια, τα ξορκισμένα αγγίγματα -
χαιρετώ... εσάς

Τρίτη, 28 Μαΐου 2013

Στάινμπεκ Τ. - Άνθρωποι και Ποντίκια (Of Mice and Men)




Είναι ο συγγραφέας που με έκανε να δω με άλλο μάτι τις αχανείς εκτάσεις των ΗΠΑ. Ο συγγραφέας που με έκανε να συμπονώ τα καλοκαίρια και τον όξινο ήλιο. Η ανεργία στην πένα του φαντάζει παντοδύναμη, διαβάζοντάς τον ανασκουμπώνομαι στη σκέψη των μελλοντικών μου ημερών. Μαζί με τον Χεμινγουέη- για να μην γίνομαι άδικη- η Αμερική παίρνει άλλη μορφή, πιο ανθρώπινη, πιο σπαρακτική. Από την άλλη άκρη της γης, περπατώ πλάι στις ξεριζωμένες οικογένειες και συζητώ με τους ακούραστους οδοιπόρους. Έχει το θαυμαστό ταλέντο, τις ιστορίες του, όταν τις διαβάζεις, να τις φέρνεις στο ύψος των ματιών. Ούτε ίντσα πιο πέρα, δίχως να μπορείς να ξεφύγεις από το περιεχόμενό τους, να κάνεις τα στραβά μάτια στην αλήθεια, στην τραγωδία. Πολλοί τον χαρακτήρισαν άσεμνο συγγραφέα (πόσες φορές το'χουμε ακούσει αυτό;) και παραπλανητικό, ενώ οι ΗΠΑ για πολύ καιρό είχαν απαγορεύσει τα βιβλία του. Ο ίδιος βίωσε πολύ έντονα το Μεγάλο Κραχ του '29, που τόσες και τόσες φορές αναφέρεται μέσα στις σελίδες των βιβλίων του. Άλλαξε πολλές δουλειές. Παρόλα αυτά, είχε το σπάνιο πλεονέκτημα να τον βοηθά χρηματικά ο πατέρας του, ώστε να ασχοληθεί με το γράψιμο, που έτσι και έγινε: λίγα χρόνια αργότερα στους αμερικανικούς λογοτεχνικούς κύκλους μονοπωλούν τα βιβλία του- "Η Πεδιάδα της Τορτίγια", "Τα Σταφύλια της Οργής", "Άνθρωποι και Ποντίκια", "Ανατολικά της Εδέμ" κ.ά. Όλα, ένα- ένα, στο ίδιο πλάνο: ζεστοί αμερικάνικοι δρόμοι, χωμάτινοι, πύρινα μεσημέρια, πείνα, οικογένειες ξεκληρισμένες, σακάτηδες και λωλοί, βάλτοι και καλαμιές, ένα αφεντικό, μία αδικία, ένας άνθρωπος να παλεύει για κάτι καλύτερο. Θα μπορούσα να πω ότι ο Στάινμπεκ αποτυπώνει με τον καλύτερο τρόπο την καλύτερη περίοδο, θα μπορούσα, ίσως, να πω ότι γράφει στην καλύτερη περίοδο, αν μία φωνή μέσα μου δεν μου'λεγε πως κάθε εποχή για έναν συγγραφέα είναι η καλύτερη, αρκεί να αγκαλιάσει τη δυστυχία της...



***


Απόσπασμα από το "Άνθρωποι και Ποντίκια":

Ο Λένι έπαιξε ρυθμικά τα δάχτυλά του πάνω στο τραπέζι. "Τζορτζ;"
"Ναι;"
"Τζορτζ, σε πόσο καιρό θα πάρουμε κείνο το σπιτάκι και θα την περνάμε ζωή και κότα... και θα'χουμε τα κουνέλια;"
"Δεν ξέρω" είπε ο Τζορτζ. "Πρέπει να κάνουμε ένα καλό κομπόδεμα οι δυο μας. Ξέρω ένα μέρος που δε θα μας κοστίσει πολύ, αλλά δεν το χαρίζουν κιόλας".
Ο γερο-Κάντι γύρισε αργά. Τα μάτια του ήταν ολάνοιχτα. Παρατήρησε προσεχτικά τον Τζορτζ.
Ο Λένι είπε: "Πες για κείνο το μέρος, Τζορτζ".
"Χτες βράδυ δε σου'πα;"
"Έλα, πες ξανά, Τζορτζ".
"Λοιπόν, έχει κάπου τριάντα στρέμματα" είπε ο Τζορτζ. "Έχει έναν μικρό ανεμόμυλο. Έχει ένα μικρό καλύβι και κοτέτσι. Έχει μαγερειό, περιβόλι, κεράσια, μήλα, ροδάκινα, βερίκοκα, καρύδια, φράουλες. Υπάρχει τόπος για τριφύλλι και νερό μπόλικο, να το πλημμυρίσεις. Υπάρχει στάβλος για γουρούνια..."
"Και για κουνέλια Τζορτζ".
"Δεν υπάρχει μέρος για κουνέλια τώρα, αλλά μπορώ εύκολα να φτιάξω μερικά κλουβιά κι εσύ θα μπορούσες να ταΐζεις με τριφύλλι τα κουνέλια".
"Ναι, θα μπορούσα" είπε ο Λένι. "Και βέβαια θα μπορούσα".
Τα χέρια του Τζορτζ σταμάτησαν να ρίχνουν τα χαρτιά. Η φωνή του γινόταν όλο και πιο ζεστή. "Και θα'χαμε και γουρούνια. Θα'φτιαχνα ένα καλύβι για το κάπνισμα του κρέατος, σαν εκείνο που είχε ο παππούς μου, κι όποτε σκοτώναμε ένα γουρούνι θα καπνίζαμε το μπέικον και το χοιρομέρι, θα φτιάχναμε λουκάνικα. Κι όταν οι σολομοί θ'ανέβαιναν τον ποταμό, θα πιάναμε καμιά εκατοστή και θα τους παστώναμε ή θα τους καπνίζαμε. Θα τους τρώγαμε για πρωινό. Δεν υπάρχει άλλο τίποτα τόσο νόστιμο όσο ο καπνιστός σολομός. Θα'χουμε φρούτα, και ντομάτες, που'ναι εύκολες στο κονσερβάρισμα. Τις Κυριακές θα σκοτώναμε κάνα κοτόπουλο ή κάνα κουνέλι. Μπορεί να'χαμε μια αγελάδα ή μια κατσίκα, και το καϊμάκι θα'ναι τόσο πηχτό που θα το κόβεις με το μαχαίρι και θα το βγάζεις με το κουτάλι".
Ο Λένι τον παρακολουθούσε μ'ολάνοιχτα μάτια κι ο γερο-Κάντι τον παρακολουθούσε κι αυτός. Ο Λένι είπε σιγανά: "Θα την περνούσαμε ζωή και κότα".
"Βέβαια" είπε ο Τζορτζ. "Κάθε λογής ζαρζαβατικά στον κήπο, κι αν θέλουμε λίγο ουίσκι, θα πουλάμε κάνα αβγό ή λίγο γάλα. Θα ζούσαμε εκεί. Θ'ανήκαμε εκεί. Δε θα τριγυρνούσαμε πια σ'όλη τη χώρα, ούτε θα μας τάιζε ένας Γιαπωνέζος μάγερας. Όχι, κύριε, θα ριζώναμε σ'έναν τόπο, θα'χαμε το δικό μας σπιτικό και δε θα κοιμόμασταν σε κοιτώνες".

(Εκδόσεις Παπαδόπουλος)



***


Ακολουθεί η πρωτότυπη μεταφορά σε έργο, που κατά τη γνώμη μου ακολουθεί πιστά την ιστορία του Στάινμπεκ, δίχως φανφάρες και μεγαλοδραματισμούς, αλλά με το σκληρό ρεαλισμό του συγγραφέα. Μείον αποτελεί, προσωπικά, η φωτογραφία, που εξαιρεί τον φωτισμό και την σκληρότητα του καιρού, αλλά δικαιολογείται δεδομένου ότι η πρώτη προβολή έγινε στις 24 Γενάρη το 1977.


Μέρος Α'



Μέρος Β'


Μέρος Γ'





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου