Ξέρουμε πως προσβάλλουμε τα πνευματικά δικαιώματα με την κάθε δημοσίευση στο blog και ότι με ένα νεύμα του νόμου και του δημιουργού και του κληρονόμου και του εκδοτικού και του θιγμένου θα μπορούσαμε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να βρεθούμε είτε πίσω από τα κάγκελα, είτε πάνω σ'αυτά. Όμως ό,τι ανεβαίνει, ανεβαίνει από την φυσική διάθεση να μοιραστούμε, να θυμίσουμε, να μονολογήσουμε όπως θα το κάναμε ούτως ή άλλως.

Πέμπτη 16 Μαΐου 2013

Μπούμη - Παπά Ρ. - Λαθραίο Ταξίδι



Διάλεξα- επίτηδες- ένα διήγημα της Ρίτας Μπούμη - Παπά, διότι πολλά από τα ποιήματά της  λογοκρίθηκαν και μεταλλάχθηκαν αισχρά.




***



ΛΑΘΡΑΙΟ ΤΑΞΙΔΙ

Τα ’χε  ρίξει ο καπετάνιος μες στ’ αμπάρι του καϊκιού που σε λίγο θα ’φευγε για τον Περαία κι απάνω τους άδεια τσουβάλια και σκοινιά. Τους είπε:
- Μη σαλέψετε ίσαμε που θα σας φωνάξω εγώ.
Χτυπούσε βροντερά η καρδιά τους σαν ένα ρολόι δίδυμο, κουλουριασμένα καθώς ήταν σφιχτά μες στην κρυψώνα τους. Η ανάσα τους πνιγόταν απ’ τη βρόμα του κατραμιού, της καραβίλας και σφίγγονταν όλο και πιο πολύ σαν ζώα φοβισμένα.
Αργούσε ο Ιταλός για το κοντρόλ κι απάνω στην κουβέρτα βαρυγκωμούσαν οι ναύτες άπραγοι, γιατί ήταν όλα για σαλπάρισμα έτοιμα. Η μια γούμενα λυμένη από τον κάβο. Μα ο Ιταλός γλυκοσάλιαζε στο μουράγιο με γυναίκα.
Καμιά φορά μπήκε μέσα με δυο φαντάρους της φινάντζας κι έκανε μια ψευτοέρευνα στο σκάφος. Κατέβηκαν και στ’ αμπάρι. Λίγο αν πρόσεχαν στο βάθος, θα ’βλεπαν πως ο σωρός με τα τσουβάλια σπάραζε.
Σφύριξε ο καπετάνιος κι έβαλε μπρος η μηχανή. Βρόμισε η θάλασσα πετρέλαιο. Ξεκόλλησε το σκαρί απ’ τη στεριά μόλις τ’ αφαλοκόψανε κι από το δεύτερο κάβο.
Η στεριά κουνήθηκε, καθώς το καράβι γύρισε το τσιμπούκι του κατά τη μπούκα του λιμανιού. Πίσω του λίγα μέτρα, κοιτούσε η Σύρα το τραμπάκουλο να φεύγει. Το κοίταζε απελπισμένη, με τα σπίτια της γκρεμισμένα από τις μπόμπες, με τ’ ανθρωπολόι της δεκατισμένο απ’ το θανατικό της πείνας, πληγιασμένο απ’ την ψώρα, γεμάτη μνήματα και φριχτό πόνο. Από κάθε φαμίλια λείπανε δυο τρεις κι άλλοι ’τοιμάζονταν για το κρύο ταξίδι.
Λίγοι μονάχα δεν είχανε πρηστεί και πληγιάσει μες στον τόπο. Οι καταχτητές κι οι αφεντάδες. Αυτοί τρώγαν σαν πρώτα. Με πιατικά, πετσέτες και μαχαιροπήρουνα.
Έσκυψε ο καπετάνιος απ’ την μπουκαπόρτα κι έμπηξε μια φωνάρα.
- Σηκωθείτε, ρε μασκαράδες, κοιμηθήκατε;
Σαλέψανε δισταχτικά τα σακιά και πάλι φοβισμένα πήξανε.
Γέλασε ο καπετάνιος.
- Ρε Αγάπιε, πάρε το Λουκή κι ελάτε πάνω να καμαρώσετε την ψωροσύρα σας!
Τότε και μόνο ανοίξανε τα τσουβάλια και δυο παιδικά κεφάλια με μακριά μαλλιά προβάλανε λακκουβωμένα. Το ένα ίσαμε δεκατέσσερω χρονώ, το άλλο καμιά δεκαριά. Ο Αγάπιος, ξανθό και κίτρινο σαν κεχλιμπάρι, με δυο μπλε μάτια ντιπ λουλάκι, βαθουλωμένα τριχιασμένα μάγουλα, καντηλιασμένα τα κουκουλόματά του. Δόντια μακριά παράξενα, δίχως γούλια, θαρρείς γελούσε στις νεκροκεφαλές. Σηκώθηκε πρώτος μες στ’ απερίγραφτα κουρέλια του και βοηθάει και το Λουκή να ξεπροβάλλει απ’ την κρυψώνα.
Μαυριδερό αυτό, με σκασμένο και μπυασμένο πετσί, με κάτι μάτια σαν πηγάδια, χωσμένο μέσα σ’ ένα αντρίκιο πανταλόνι, που του ’φτανε μέχρι το λαιμό. Χτύπησε μια δυο φορές τα τσίνορα και πήγε πίσω απ’ τον αδερφό του.
Ο καπετάνιος αγκάλιασε τα παιδιά με τη χερούκλα του, έβηξε ψεύτικα μ’ ένα συγκινημένο μουγκρητό και τα ’σπρωξε στην πρύμη.
- Κοιτάξτε την ψωροσύρα σας, γιατί μπορεί να μην την ξαναδείτε.
Ο Αγάπιος πήρε το Λουκή και προχωρήσαν. Καθίσαν στην κουλουριασμένη γούμενα και στύλωσαν τα μάτια τους στη Σύρα. Μάκραινε, μάκραινε με τα καμπαναριά της και τα σπίτια της, σα να ’τανε ψέμα η ύπαρξή της, μια πολιτεία από καρτόνι.
- Βρε, κλαις; φωνάζει ο κάπτα-Φώτης στον Αγάπιο, που παραμόνευε τα δυο παιδιά από την κουπαστή.
Ο Αγάπιος ντροπιάστηκε, σαν να τον τσάκωσαν να κλέβει και σφούγγισε τα μάτια του στην ψειριασμένη του μανίκα. Έβηξε πάλι ο καπετάνιος μουγκριστά και το ’ριξε στ’ αστείο.
- Στάσου, κερατά, να γυρίσω το καράβι να σας αδειάσω πίσω!
Χαμογελάσαν τα παιδιά, έφεξε η μούρη τους και σφίχτηκαν το ένα στ’ άλλο.
Έτσι μπλεγμένα σαν μια θελιά σκοινί, κοιτούσανε τη Σύρα που χανόταν. Ο Αγάπιος κατάπινε το σάλιο του, να μην πνιγεί. Ένα καρύδι σφήνωσε στο λαιμό του κι ούτε πάνω να πάει μήτε κάτω. Ένιωθε πως ένα κλάμα βροντερό θα το ’λιωνε, μα σφίγγονταν πολύ να μη ρεζιλευτεί. Κορίτσι ήταν; Κι ύστερα ο Λουκής ήταν έτοιμος ν’ ανοίξει την κάνουλα, όπως του λέγανε κοροϊδευτικά, γιατί ήτανε κλαψιάρης.
Στριμώχνονταν μ’ εμπιστοσύνη στον Αγάπιο, που ’ταν ψηλός και του κουβέντιαζε κι ο καπετάνιος. Δεν τον πείραζε που ταξίδευε. Το γκρίζο νερό – τόσο νερό πού βρίσκονταν; - πρώτη βολά το πέρναγε και τ’ αψηφούσε. Κρατούσε του αδερφού του το χέρι κι ήταν ήσυχος. Ήξερε πως πάνε στον Περαία να γλιτώσουν, κατά πώς τους παράγγειλε η μάνα τους πεθαίνοντας. Στον Περαία, που ζυμώνουν άσπρες φραντζόλες και κουλούρες κι είναι χιλιάδες φούρνοι που ψένουνε ψωμιά!
Στάθηκαν πρόθυμα να τους βάλουν τα σωσίβια. Ζώστηκαν μια χαρά τα σκοινιά τους. Κι ο Αγάπιος ’ξηγούσε στο Λουκή πως ήταν δυνατό να τους βαρέσει υποβρύχιο εγγλέζικο ή αερόπλανο και τότε ευτύς θα πέφτανε στη θάλασσα για να σωθούνε.
Κι επειδή απορούσε ο μικρός, συμπλήρωνε ο μεγάλος ψιθυριστά στ’ αυτί του.
- Γιατί το καΐκι περετάει το Γερμανό. Κατάλαβες;
Κουνούσε το κεφάλι ο Λουκής κι άφηνε να του δέσει τα σκοινιά καλά ο αδερφός του, με πολλούς κόμπους, ώσπου οι φελλοί σφίξαν τα παΐδια του σαν κορσές.
Καθόνταν εκεί δα και τήραγαν σαν ζώα. Δίχως να τ’ ομολογήσουν τα ίδια πράματα συλλογιζόντανε κι οι δυο. Αερόπλανα, υποβρύχια, σκυλόψαρα, πείνα, καρβέλια άσπρα φουσκωτά, μια πολιτεία με καλούς ανθρώπους.
Ας έχει χρόνια ο καπετάνιος, που ’δε τη δυστυχία του σπιτιού τους. Στα χρόνια τα παλιά, τριάντα χρόνια και βάλε, πηγαίναν στο ίδιο σκολειό με τη συχωρεμένη μάνα τους. Επαίζανε μαζί στη γειτονιά τσιλίπουρδο. Ψέλναν το βράδυ κάτω απ’ το λεχτρικό του σοκακιού τετραφωνία «ο μονογενής υιός και λόγος του Θεού», όλα τα παιδιά της γειτονιάς. Κι είχε η Βγενιά η συχωρεμένη μια φωνή σαν φλάουτο. Έτσι τα λέει ο κάπτα-Φώτης και να τον δεις, αναστενάζει μ’ αυτά τα μακρινά πράματα. Πώς να της αρνηθεί να ταξιδέψει λαθραία τα παιδιά της;
Συλλογιόνταν και τα δυο όσα είχαν δει κι ακούσει. Ζεματιστές εικόνες, κουβέντες σουβλερές σαν μακριές βελόνες τους πονούσαν. Μπαινόβγαινε ο πόνος στα κουρέλια τους, τρύπωνε στα σκέλεθρά τους, ψαχούλευε την καρδούλα της για να τη δαγκώσει.
Σε τριάντα εφτά μέρες τρεις. Ο πατέρας, η μάνα κι η αδερφή. Αράδα με την ηλικία. Ο πατέρας σαν πιο μεγάλος πήγε πρώτος. Κάθε μεγαλύτερος ένιωθε χρέος να προστατέψει τους μικρότερους, να δώσει τη μισή μπουκιά του. Γι’ αυτό έμειναν οι δυο μικροί στερνά. Φάγανε κάνα ψίχουλο παραπανίσιο.
Τον πατέρα τον βάλαμε σε μια πόρτα και τον πήγαμε δίχως παπά στο χωράφι. Εκεί τον παρατήσαμε ίσαμε να ’ρθει η σειρά του. Γιατί ήταν πολλοί που περιμένανε χώμα από τρεις μέρες. Τη μάνα τη φορτώσαμε στο άλλο φύλλο της πόρτας, ίσα ίσα την έπαιρνε ξαπλωτή, ενώ του πατέρα κρέμονταν τα πόδια, γιατί τ’ αψηλό του μπόι περίσσευε. Βοήθησαν κι οι γειτόνοι να τους πάμε. Ήτανε μερικοί γεροί που καλοστέκονταν ακόμα. Η μάνα δεν ήθελε να πάει άψαλτη, μας το ’λεγε. Γι’ αυτό σαν πέρασε η συνοδεία των πεθαμένων απ’ τη γειτονιά, τρέξαμε και κολλήσαμε και τη δική μας πεθαμένη στην ουρά της πολυάνθρωπης κηδείας. Δεκαοχτώ κείνη τη μέρα. Περνούσε η μαύρη συνοδειά μ’ ένα σταυρό και τον  παπά μπαϊλντισμένο, χωνόταν μες στις συνοικίες, βαρούσε η ενορίτικη καμπάνα κι όποιος είχε λείψανο έτρεχε να το βάλει στη γραμμή, γιατί δεν καρτερούσε ο παπάς. Αν λάχαινε σπιτικό να ’χει δυο νεκρούς, ήταν διπλός ο κόπος κι η βιασύνη μεγαλύτερη, για να μη μείνει άψαλτος κανένας και πάει με το παράπονο.
Την αδερφή την πήγε ο Αγάπιος με δυο συμμαθητές του συνομήλικους. Ήταν αλαφριά σαν μια τρυγόνα. Δεκάξι χρονώ, μα ζύγιζε πιο λίγο απ’ το Λουκή, που ’τρεχε πίσω κι έκλαιγε σαν τσίχλα. Είχανε λιώσει τ’ άντερά της. Τα ’δαμε σε μια τσανάκα σαν τα ’κανε. Ο Αγάπιος πήγε και τα ’χυσε στον απόπατο. Βλέπεις η βλογημένη έτρωγε τα φύλλα της μουριάς. Και σαν δε φτάναν τα κουράγια της να κόψει μοναχή της, έγνεφε στον Αγάπιο με κείνα της τα μάτια. Αχ!
- Τώρα δεν είναι άγγελος το Κατερινάκι μας, Αγάπιε; λέει ξαφνικά ο Λουκής και τραβάει τον αδερφό του απ’ το μανίκι.
Αυτός σηκώνει το κεφάλι κατά το σκούρο ουρανό, θαρρείς για να ρωτήσει κάποιο μεγαλύτερο. Απορεί. Τα ίδια συλλογίζονταν κι ο μικρός όλη την ώρα τούτη που σωπαίναν.
- Βέβαια, άγγελος. Σάμπως πρόφτασε να μεγαλώσει;
- Κι η μαμά, δε θα χαίρεται που πάμε στον Περαία, κατά πώς ήθελε;
Και σπαρταράει σαν βέργα ο Λουκής.
Ξανασωπαίνουν τρυφερά.
Για την Κατερινούλα δε θα βρίσκονταν σανίδι. Πόρτες παράθυρα τα ’χαμε πουλήσει. Το πάτωμα το ίδιο. Δυο δοκάρια τα δώσαμε κι αυτά. Καστανιές γερές. Έπεσε τότε η στέγη σε δυο μεριές. Τρύπωσε ο ουρανός μες στο σπίτι. Όλα τα ’χαμε πουλήσει και μείνανε τα ξύλα τελευταία. Περνούσαν οι αγοραστές με λίγο καλαμποκίσιο αλεύρι. Και τα ’παιρναν. Κάρβουνο δράμι δεν ύπαρχε στον τόπο. Κι οι πλούσιοι που ’χανε τζάκια και σόμπες τ’ αγόραζαν όσο όσο. Γι’ αυτό, για το Κατερινάκι δε βρέθηκε τίποτα. Την τύλιξε ο νεκροθάφτης σφιχτά σφιχτά στο φουστανάκι της.
Σαν γυρίσαμε σπίτι, στον τόπο που πλάγιαζε μ’ ένα τσόλι, ήτανε αίματα, ξανθά αποχτενίδια, ήθελε σώνει και καλά να χτενιστεί κείνη τη μέρα, κι ένα χαρούπι δαγκαμένο.
Τώρα όλοι αυτοί κοιμούνται δίχως σταυρό, μαζί με χιλιάδες άλλους, κει πέρα στα χωράφια της Φλέβας, που επίταξε ο δήμαρχος σαν ξεχειλίσαν τα νεκροταφεία. Κι εμείς φεύγομε για να σωθούμε…
Το καΐκι κουνιέται. Βλέπεις τα ξάρτια του να κάνουνε τραμπάλα. Να τρίζουνε οι αρμοί του, να βογκάν οι μακαράδες στ’ άλμπουρα. Πίσω στο σκοτεινό νερό η πρύμη του αφήνει έν’ ασπριδερό αυλάκι, σαν την ουρά του χαρταετού, σγουρή και παιχνιδιάρα.
Να τονε πάλι ο κάπτα-Φώτης. Κρατάει μια πήλινη γαβάθα που αχνίζει. Κι άσπρο ψωμί γερμανικό. Και δυο κουτάλια. Μονάχα τότες τα παιδιά γυρίσανε τη ράχη τους στη Σύρα και γούρλωσαν τα μάτια τους με σάστιση στον καπετάνιο.
Σάλιο ζεστό κύλισε μέσα απ’ τα γούλια τους ευτύς και γέμισε το στόμα τους άγριο πόθο.
- Να μη μαλώσετε στη μοιρασιά, αρακοτάγκοι!
Γελάει πάλι ο καραβοκύρης, που τα βλέπει. Μα κάτι γέλια αλλιώτικα, πλατιά, μεγάλα κι αγριωπά σαν και τη θάλασσα.
Ο Αγάπιος βάλθηκε να ταΐζει σαν μωρό τον αδερφό του. Τα ’χε χάσει.
- Εσύ, ρε χάνο, δε θα φας;
- Ύστερα εγώ· λέει ντροπιασμένος απ’ τα χάχανα του καπετάνιου, ο Αγάπιος.
Σε λίγη ώρα νύχτωσε. Μπότζι γερό. Οι μούτσοι μίλαγαν για Καβοντόρο. Σκοτάδι πίσσα. Ούτε τσιγάρο στην κουβέρτα. Πώς βλέπουνε το δρόμο του Περαία; Σκεφτόνταν τα παιδιά. Ο Λουκής κοιμήθηκε με την κούνια και την απόλαψη της αρακόσουπας. Τον είχε καλά σκεπάσει ο μεγάλος μ’ ένα φλόκο και τσουβάλια. Τον κράταγε στην αγκαλιά και ζεσταινόταν και τα δυο.
Ο μεγάλος δε νύσταζε. Κοίταζε το σοροκοδιασμένο πέλαγο. Μα τι να ξεχωρίσει στο σκοτάδι; Συννεφιά πηχτή. Εκεί που πρόβελνε ένα αστράκι και φουρφούριζε η ψυχή του, εκεί χανόταν, σαν να τον κορόιδευε. Κάθε χαρά απαγορεμένη. Του ’ρχότανε να κλάψει. Κι ήταν ευκαιρία τώρα που κοιμόνταν ο Λουκής Μα αν τον ξυπνούσε κι άνοιγε την κάνουλα; Δάγκωνε τα χείλια του κι έστελνε το νου του να βοσκήσει αλλού, για να μερώσει.
Σφύριξε ο καπετάνιος μια φορά. Α, ναι, η σφυρίχτρα του. Είχε κι ο Αγάπιος μια. Σφυρούσε με τέσσερις φωνές. Είχε ροδίτσα μέσα και μια χάντρα πράσινη. Του την είχε φέρει ο νουνός του πριν τον πόλεμο απ’ το Κάρντιφ. Την έδωκε σ’ ένα παιδί για ένα μπισκότο. Το πήγε στο Κατερινάκι ξαφνικά. Θε μου, πόσο όμορφη έγινε! Αστράψανε τα γαλανά της μάτια, παίξαν τα χείλια της, σπαρτάρησε ο λαιμός της. Έφεξε το χλωμό μούτρο της. Και κείνα τα σκαλωτά χρυσά μαλλιά της πως τα  τάναξε έτσι, σε μια κυρία!
Μα πάλι για τους αποθαμένους;
Όλα τα πράματα μαζί τους μπερδευόνταν. Δεμένος ήταν με θελιές και δεν μπόρειε να ξεφύγει.
Άλλες σφυριές απανωτές ο καπετάνιος.
- Αεροπλάνο!
Τι ραβαΐσι μέσα στο καΐκι. Τρέχουν οι μούτσοι στο σκοτάδι. Από το νότο ένα φωσάκι κόκκινο, μια κολοφωτιά, ερχόνταν κατά πάνω. Βούιζε σα μια μύγα καταμεσήμερο καλοκαιριού.
- Αν ρίξει βεγγάλα γράψε αλίμονο! φωνάζει ο καπετάνιος και γελάει μέσα στη νύχτα, χα, χα, χα!
Ο Αγάπιος σφίγγει το Λουκή και στήνονται ορθά τ’ αυτιά του στο σκοτάδι. Χτυπά η καρδιά του δυνατά και γλήγορα. Ο βόμβος πληθαίνει. Ανατριχιάζει σύγκορμος.
- Είναι δυο τρία, λέει ο καπετάνιος.
Περνούνε κάτι στιγμές επίσημες και κρύες. Η μηχανή έχει σταματήσει. Η άσπρη κορδέλα τ’ αυλακιού που μπορούσε να τους προδώσει με το φέγγρισμά της έσβησε. Τι ησυχία. Το καΐκι κρατάει την ανάσα του μέσα στον πόντο. Οι έλικες των αεροπλάνων γεμίζουν τώρα τη σιγαλιά, καθώς περνάνε πάνωθε. Περνάν και παν κατά τη Σύρα ν’ αδειάσουνε τις μπόμπες στο κουφάρι της.
Ξαλαφρωμός. Μακραίνουν. Βάζει μπροστά και πάλι η μηχανή.
Μείναν τα νευρικά δάχτυλα του Αγάπιου να πασπατεύουν το σωσίβιο του Λουκή. Να ψάχνουν τους κόμπους των σκοινιών του. Ήθελε να βεβαιωθεί πως δεν είχανε λύσει.
Πάλι ησυχία.
Κι η μηχανή ολοταχώς· για τον Περαία.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου