Ξέρουμε πως προσβάλλουμε τα πνευματικά δικαιώματα με την κάθε δημοσίευση στο blog και ότι με ένα νεύμα του νόμου και του δημιουργού και του κληρονόμου και του εκδοτικού και του θιγμένου θα μπορούσαμε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να βρεθούμε είτε πίσω από τα κάγκελα, είτε πάνω σ'αυτά. Όμως ό,τι ανεβαίνει, ανεβαίνει από την φυσική διάθεση να μοιραστούμε, να θυμίσουμε, να μονολογήσουμε όπως θα το κάναμε ούτως ή άλλως.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγγελος Τερζάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγγελος Τερζάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2014

Α. Τερζάκης - Ex Tenebris (Μέρος Γ')


ΙΙΙ


        Ο θάνατος έστησε σήμερα το πρωί το λάβαρο του στ' αντικρινό σπίτι.
     Πού βρήκε να το φυτέψει! Στις τρυφερές, ανυπεράσπιστες σάρκες ενός μικρού παιδιού. Το σπιτάκι είναι φτωχικό, κακομοίρικο, κάθονται μέσα του κόσμου οι φτωχοοικογένειες. Οι κλάψες των παιδιών τους σου τριβελίζουν το μυαλό.
        Το παιδάκι που πέθανε – ένα μωρό – είτανε μιας φτωχής γυναίκας του δρόμου. Από τη ζωή που πέρασε σφύζοντας τόσες φορές μέσ' από τον κόρφο της, τούτο μονάχα μπόρεσε να συγκρατήσει: Μια σταγόνα σάρκας απαλής. Κι αυτήν ήρθε τώρα ο Αφέντης ο Χάρος να την παγώσει.
      Η μητέρα είναι πόρνη, είπαμε, αυτό όμως δεν την εμποδίζει να κλάψει το μωρό της. Τα ξεφωνητά της, άγρια, ξέσπασαν μαζί με την αυγή. Μαθαίνω πως το παιδί ξεψύχησε τη νύχτα, όμως εκείνη δεν τολμούσε να φωνάξει για να μην ξυπνήσει τη γειτονιά, που δεν τη βλέπει με καλό μάτι.
      Την ακούω, τη στιγμή τούτη που σας γράφω, αξιοσέβαστέ μου φίλε, να στηθοδέρνεται κράζοντας το Δυνάστη της νύχτας που πέρασε να έρθει τώρα λυτρωτής για δαύτην. Και βλέπω εκεί ψηλά, πάνω από τις σκεπές, πάνω από τις καμινάδες που λιβανίζουν τη ζωή, το πελιδνό Του πρόσωπο να χαμογελάει μ' αναισθησία. Κάτι ξέρει αυτός, που εμείς δεν το ξέρουμε.
       Ο ήλιος οργιάζει σήμερα, θεϊκή καλωσύνη. Στολίζει με διαμάντια το κάθε τι, ως και τις λάσπες του δρόμου.
       Ο γιατρός ήρθε να πιστοποιήσει το θάνατο. Είτανε πολύ βιαστικός. Ύστερα ήρθε κι ένας παπάς. Η μαρίδα της γειτονιάς έχει Λαμπρή σήμερα.
      Στο φεγγίτη πρόβαλε η αποκτηνωμένη μορφή του ποιητή. Δεν κρατάει το μαντήλι στη μύτη του. Κοιτάζει τ' αντικρινό σπίτι και το μάτι του είναι χαύνο.
       Πρόβαλε από το ισόγειο κι ο φοιτητής με την κακομούτσουνη φιλενάδα του. Είναι και οι δυο τους μισοντυμένοι, ξεχτένιστοι. Κρατιόνται σφιχταγκαλιασμένοι, κοιτάζουν μαζί. Έτσι που σφίγγονται, θαρείς και κάνουν όρκο συντροφικά να προστατέψουν με νύχια και με δόντια το δικό τους γέννημα.
Βγαίνω κι εγώ και κοιτάζω. Γύρω στη χαροκαμένη παλιόπορτα χαζεύουν τα ξεβράκωτα της γειτονιάς. Ακόμα κι ένα μικρό σκυλί κοιτάζει κουνώντας την ουρά του. Όλη η ζωή ήρθε να παρασταθεί σήμερα στο πανηγύρι τούτο του Θανάτου.
         Δε μπορώ να γράψω τη στιγμή τούτη τίποτ' άλλο. Συμπαθάτε με. Θα συνεχίσω το βράδι.

     Να το βράδι! Άναψα καθώς πάντα τη λάμπα μου. Τα σύννεφα φεύγουν στον ουρανό σαν αλαφιασμένα.
        Απόψε είμαι όλος οράματα. Χίλιες μορφές, γνωστές κι άγνωστες, ήρθανε να στοιχειώσουν την κάμαρά μου. Χορεύουν γύρω μου ασταμάτητα, χιμάνε, τρέχουν, ρίχνουν αστραποβολήματα κρυφά, σιγανοβουΐζουν σαν κοπάδι νυχτερίδες. Κ' εγώ βρίσκομαι στο κέντρο του πανηγυριού.
       Τα μενίγγια μου πάνε να σπάσουν. Το φεγγάρι, κάποια στιγμή, κάνει μια τούμπα στο στερέωμα, ύστερα παίρνει πάλι την κανονική του θέση ανάμεσα στα σύννεφα. Δύο – τρία αστέρια μου γνέφουν πεταλουδίζοντας, με καλούν στο χορό.
      Σηκώνομαι να πάω στο παράθυρο και ξάφνου νιώθω αλιώτικο τον εαυτό μου. Δεν έκανα τίποτ' άλλο παρά να σηκωθώ, και να που ψηλώνω, ψηλώνω, γίνομαι γιγάντιος, τρυπάω το ταβάνι, ανεβαίνω μέσα στη νύχτα. Το μέτωπό μου πάει να χωθεί ανάμεσα στ' αστέρια, έτσι που φοβάμαι μήπως κανένα τους τσουγκρίσει με το κεφάλι μου. Κλείνω τα μάτια μου και ζαρώνω, για καλό και για κακό.
      Μα να, που να πάρει ο διάολος, τα γόνατά μου, ασυνήθιστα να βαστάνε τέτοιο ύψος, λυγίζουν, τρέμουν.
        Γκρεμίζομαι.
       ... Έκανα μια μικρή διακοπή γιατί θα πέρασα φαίνεται κάποια κρίση. Τα μάτια μου τσούζουν, το μυαλό μου ξεκολλάει από τα τοιχώματα του καύκαλου. Θα έγραψα πιο πάνω ανοησίες, όμως δεν έχω το θάρρος να τις ξαναγράψω, να τις σβήσω. Ούτε τον καιρό. Νιώθω πως απόψε, εδώ,  κ ά τ ι    α ν ε π α ν ό ρ θ ω τ ο    θ α    γ ί ν ε ι. Λοιπόν πρέπει γρήγορα να πω, ό,τι έχω να πω.
       Τι σας έλεγα όλες αυτές τις ημέρες; Το δόλιο μου το μυαλό ζαλίζεται από την προσπάθεια να θυμηθώ. Μήπως σας πρόδωσα κανένα μυστικό που δεν πρέπει; Γιατί τώρα βλέπω πως κατέχω τέτοια μυστικά πλήθος. Κατέχω τα κλειδιά για όλα τα προβλήματα, τίποτα δε μου είναι κρυφό.
        Ψηλώνω, ψηλώνω. Όμως όχι, ας πέσω καλύτερα στα γόνατα, γιατί κοντεύω από το πολύ ύψος να μην ξεκρίνω πια ούτε το χαρτί!
         Νά με γονατιστός στο πλάι σας.
         Α! κύριε μου, άγνωστε κύριε. Είμαστε τη στιγμή τούτη όλοι γονατιστοί στο πλάι σας, εγώ και οι φίλοι μου, ο φοιτητάκος του ισογείου, ο αποβλακωμένος ποιητής της σοφίτας, η αντικρινή πόρνη. Όλοι γονατιστοί στο πλάι σας και ψέλνουμε. Να ξέρατε... Έχουμε πιάσει όλα τα σύνορα, από το νότο στο βοριά κι από ανατολή σε δύση. Είμαστε οι ακρίτες του κόσμου σας.
       Συχωρέστε με. Τούτη μονάχα τη στιγμή βλέπω πόσο είτανε μάταια όλα όσα σας έχω γράψει. Επιχείρησα να σας εξηγήσω. Τώρα το βλέπω πως αυτό είναι ακατόρθωτο.
       Όμως θα σας στείλω και τούτο μου το γράμμα. Θα το στείλω για να πληροφορηθείτε τη μετάνοιά μου. Είμαι ένοχος γιατί πρόδωσα την ιερή σιωπή. Μα δεν πειράζει. Είμαι βέβαιος πως δε θα καταλάβατε τίποτα.
      ... Να, πάλι πέρασα μια κρίση. Αυτή είτανε μικρότερη, αλλά θα έγραψα πάλι του κόσμου τις ανοησίες. Δεν πειράζει. Θα προχωρήσω ακόμα λίγο, είναι αργά πια για να γυρίσω πίσω. Το ρήθεν πληρούται. Μια κρίση ακόμα και τέλειωσε. Η οικογένειά μου φρόντισε να μου αφήσει στοργικά τον ωραίο της κλήρο.
        Τι σας έλεγα; Για τ' αστέρια μου. Περιττό να το ξαναπώ. Το αστέρι άλλωστε είναι πολύ γνωστό πως βγήκε από τον τάφο.
        Να η σκάλα που τρίζει. Ποιός ανεβαίνει; Όποιος θέλει ας είναι, εγώ μια φορά σας αφήνω. Το γράμμα πάντως θα το λάβετε, έχει απάνω τη διεύθυνσή σας. Σηκώνομαι τώρα για να πάω στο παράθυρό μου.
        Ξέρω πως θ' αρχίσω πάλι ν' αλαφρώνω, ν' αλαφρώνω. Θ' ανοίξω το παράθυρο. Ο καιρός είναι καλός, το φεγγάρι σελαγίζει. Θα κάνω ένα πήδημα και θα βρεθώ στο άπειρο.

          Θα διαλυθώ σαν ελάχιστος αχνός ανάμεσα στ' αστέρια.  

[Του Έρωτα και του Θανάτου, Βιβλιοπωλείον της Εστίας] 


~ * ~

Τρίτη 21 Ιανουαρίου 2014

Α. Τερζάκης - Ex Tenebris (Μέρος Β')

                                                                                                  
ΙΙ

     Αγαπώ τα πρόσωπα που έχουν ιστορία.
   Τα πρόσωπα που τ' αυλάκωσε ο ιδρώτας της ηδονής και του μαρτυρίου. Που τα νεύρα τους κόπηκαν σαν κλωστές σ' ένα υπέρτατο τέντωμα, πασχίζοντας να ξεπεράσουν τη μπόρεσή τους. Τ' άλλα πρόσωπα μου είναι αποκρουστικά, τα ομαλά κι άψυχα. Πάνω στις στρωτές τους επιφάνειες δε βρίσκει που να σκαλώσει το συναίσθημα, γλιστράει λοιπόν, πέφτει χάμου και λασπώνεται.

     Σήμερα ο ουρανός είναι συννεφιασμένος. Σταχτί φως σουρώνει από το παράθυρο μου και γλείφει το πάτωμα. Κάτω, στο ισόγειο, ο φοιτητάκος της φιλολογίας αναδεύει τα κιτρινιασμένα χαρτιά του, βουτάει τη σουβλερή του μύτη στη σκόνη τους, και θ' αστράφτουν δίχως άλλο άπληστα τα μικροσκοπικά του μάτια.
     Αυτό μου θυμίζει μια σκηνή που βλέπω συχνά στο δρόμο μου. Ένας τυφλός φουκαράς, ενάμιση μπόι άνθρωπος, που έχει επάγγελμα να ζητιανεύει, περνάει κάθε μεσημέρι με το κουτσό του βάδισμα και τραβάει προς τα πέρα. Το ελάττωμά του είναι τέτοιο που τον κάνει να σκύβει στο κάθε βήμα, για να τιναχτεί πάλι όρθιος μόλις στεριώσει το γερό ποδάρι του. Έτσι σκαμπανεβάζει βαδίζοντας και σου δίνει την εντύπωση πως όλο θέλει να χιμήξει για κάπου μα σε κάθε βήμα αναχαιτίζεται.
     Έρχεται στρίβοντας στη μια γωνιά, φεύγει στρίβοντας στην άλλη.
   Και σε κάθε γωνιά θαρείς πως σκύβει πρώτα να ιδεί αν εκεί πίσω βρίσκεται αυτός που τον καρτερεί. Μα δεν είναι ούτε εκεί, και τον βλέπεις να ορθώνει πάλι το θλιβερό του μπόι για μια στιγμή, ώσπου να τον χάσεις ολότελα από τα μάτια σου.
     Από όλα τα μυστήρια του κόσμου, κύριε, το πιο άλυτο είναι εκείνο που θέλει τον άνθρωπο γελοίο. Μας φωνάζει στ' αυτί κάτι που λες και δεν το ξέραμε.
    Ο νεαρός μου σύνοικος ψάχνει. Έρχεται καθημερινά φορτωμένος καινούργια βιβλία, και τα μικρά του μάτια αστράφτουν, σα να σου λένε: “Να! Εδώ την κουβαλάω πια την αλήθεια. Την τσάκωσα!” Και είναι λύπηση να τον βλέπεις έτσι ιδρωκοπημένο και νηστικό.
   Έχει και μια φιλενάδα, φοιτήτρια, που ήρθε από την επαρχία να σπουδάσει δασκάλα. Είναι μια κοντούλα ασήμαντη ύπαρξη, μάλλον άσχημη. Έρχεται ταχτικά και τον βλέπει, πότε – πότε μάλιστα περνάνε τη νύχτα τους μαζί. Μελετάνε. Άλλοτε πάλι τσακώνονται, τους ακούω που ξεφωνίζουν.
Σωστό αντρόγυνο.
    Ο μικρούλης λοιπόν φοιτητής είναι ένα άρτιο υπόδειγμα ήρωα. Έχει τις πεποιθήσεις του, εργάζεται για δαύτες, μιλάει δημόσια, εκθέτει συχνά τη ζωή του σε κίνδυνο.
    Όσο όμως αυτός είναι ηρωικός, τόσο ο άλλος εκεί ψηλά, ο ποιητής, είναι ένα άχρηστο πλάσμα.
   Αυτός δε δίνει δεκάρα για τίποτα. Γελάει αθόρυβα, ένα γέλιο που καταζαρώνει το μαϊμουδίστικο πρόσωπό του όπως ξεπροβάλλει από το μαντήλι. Τα σβησμένα του μάτια δε ρίχνουν την αστραπή που βλέπεις στο γέλιο των άλλων ανθρώπων. Σε κοιτάζουν το ίδιο καθώς πριν αδιάφορα.
   Το ιδανικό του αυτουνού δεν είναι η δημιουργία, καθώς του φοιτητή. Το ιδανικό του είναι η εκμηδένιση.
    Περίεργο! Γιατί σας έρχεται αμέσως στο νου η σκέψη να τον σώσετε; Δε μπορεί να σας ξεφύγει δηλαδή μια ευκαιρία να κολακέψετε τον εαυτό σας; Η αγαθοεργία – δε σας λέω! - είναι καλή για εσωτερική κατανάλωση, αλλά έτσι πάλι, να χώνει τη μύτη της σε κάθε ιδιωτική υπόθεση, τι αδιακρισία! Σπλαχνιστείτε τον άχρηστο ποιητή, κύριε, κι απαλλάξετέ τον από τη λύπησή σας. Ξέρω, ξέρω! Θα του μιλήσετε για τον περιορισμό του ανθρώπου, για τη συνείδηση. Όμως η συνείδηση, κύριε, δεν είναι αιώνια. Αιώνια είναι η ζωή. Φταίμε γι' αυτό; Δε φταίμε.
    Και τώρα που σας μίλησα για τον μικρό κόσμο γύρω μου, για τους δυο συνοίκους μου, θα με ρωτήσετε, φυσικά, που βρίσκομαι εγώ. Περίπλοκο ερώτημα. Εγώ λοιπόν βρίσκομα ανάμεσα στους δύο. Ανάμεσα στη βεβαιότητα του ενός και στην απιστία του άλλου. Πότε με τραβάει το απάνω, πότε το κάτω.
    Περιμένω να φτάσει το βράδι. Τότε ανοίγω το παράθυρό μου και βάζω μια φωνή. Όπως σας το είπα. Τίποτ' άλλο.
     Μα να που νύχτωσε.
    Αντίκρυ ανάβουν ένα – δυο φώτα. Στο δρόμο κυνηγιώνται οι σκιές με τα ξεματωμένα χαμόγελα της εσπέρας. Κάποια βήματα άγνωστα, βιαστικά, στο λιθόστρωτο, και η μυρωδιά από ζεστό φαΐ. Κλείνονται τα παράθυρα με βρόντο. Ένα μακρινό κλάμα μωρού, όπως παλιά, στις πρωτόγονες εποχές, μέσα στα δάση.
    Στο ισόγειο τραγουδάνε, δυο φωνές: Ο φοιτητής και η φιλενάδα του. Λένε πρίμο – σεγκόντο, με του κόσμου τις παραφωνίες, ένα αργό τραγούδι. Με κάνει να συλλογιέμαι το σκοπό που θα λέγανε οι δούλοι σαν τραβούσανε κουπί στ' αλλοτινά πλεούμενα. Έξω παφλάζει το κύμα, ταξιδεύουμε.
    Η σκάλα μου τρίζει. Είναι ο αιθερομανής ποιητής που ανεβαίνει μεθυσμένος. Η μυρωδιά χώνεται από τις χαραμάδες της πόρτας μου, μπαίνει ύπουλα στην κάμαρά μου.

   Το παράθυρό μου είναι ανοιχτό, έχω σκύψει έξω. Στο χέρι μου πέφτουν δύο – τρεις χλιαρές σταλαγματιές. Θα βρέξει. 

[Του Έρωτα και του Θανάτου, Βιβλιοπωλείον της Εστίας] 



Α. Τερζάκης - Ex Tenebris (Μέρος Α')


Δεν ξέρω πραγματικά αν το διήγημα αυτό ο Άγγελος Τερζάκης το'χει γράψει για τον καθέναν από μας. Αν αυτές οι επιστολές ήρθαν στα χέρια μας, διαβάστηκαν, ή στάλθηκαν από τα δικά μας χέρια. Αν αυτός ο "άγνωστος φίλος" θα μπορούσε να'μαστε εμείς ή κάποιος άλλος... Μέσα σε αυτές τις τρεις επιστολές, μπορεί κανείς να διακρίνει την απόλυτη μεγαλοθυμία του ανθρώπου να βασίζεται εξ ολοκλήρου σε κάποιον άλλον, να υψώνεται στον δικό του νου και να καταρρακώνεται, υπό το φως της ουτοπικής ανεξαρτησίας. Βρισκόμαστε σε ένα διακλαδωτό σύστημα έρωτα και θανάτου.   



Οι τρεις τελευταίες επιστολές
του αγνώστου φίλου.

Ι

      Είναι νύχτα. Στο μικρό μου το δωμάτιο μια λάμπα αγρυπνάει, που την έχω από τα μαθητικά μου χρόνια. Το κιτρινωπό της φως αναδίνει θύμησες αχνές. Φέρνουν γύρω το γυαλί της σαν κοπάδι νυχτοπεταλούδες με τρεκλιστό φτεροκόπημα. Το φως είναι χαμηλό, όσο χρειάζεται για να φωτίζει τη συνείδησή μου.
      Από τις προηγούμενες επιστολές μου – αν λάβατε τον κόπο να τις διαβάσετε – θα ξέρετε πως είμαι ένας φτωχός σπουδαστής που κατοικεί σε μικρό δωμάτιο μιας απόμερης συνοικίας και, για να βοηθιέται, γράφει παραμύθια για παιδιά. Αν τις διαβάσατε τις επιστολές μου, θα τα ξέρετε αυτά, θαρώ πως τα έλεγα κάπου εκεί – μέσα. Αν πάλι δεν τις διαβάσατε, ή αν δεν εκφράστηκα καλά, να τώρα που μου δίνεται η ευκαιρία να το επιχειρήσω. Ξέρω βέβαια πως προσφέρω έτσι στην ανθρώπινη νόησή σας μιαν υπηρεσία: Τοποθετούμε σε τόπο και χρόνο, παίρνω κάπως συγκεκριμένη μορφή. Δεν έχετε πια ανάγκη να μπείτε σε κόπο για να με φανταστείτε ή να με πλαισιώσετε με κάτι στέρεο.
      Ακόμα, θα σας έχω πει κι άλλοτε πως δεν έχω κανένα στον κόσμο. Αυτό θα σας είναι απαραίτητο για να πιστέψετε πως είμαι ειλικρινής. Καμιά υπόληψη δε με δεσμεύει και η αστρική μου υπόσταση πλέει ελεύθερη στο χάος του διαστήματος. Θα με ρωτήσετε ίσως γιατί σας τα γράφω αυτά, ή και γιατί καν σας γράφω. Να μια σκέψη που τώρα μόλις – σας βεβαιώ – ξεφύτρωσε στο νου μου κι αναποδογυρίζει μέσα μου τη λογική ισορροπία της επικοινωνίας μας. Γιατί λοιπόν σας γράφω; Δεν ξέρω. Η ομολογία ελπίζω να μ' ελαφρώνει κάπως στα μάτια σας που δε φρόντισα να δικαιολογήσω αμέσως από την αρχή τη θέση μου, όπως δε φρόντισα και να παρουσιαστώ, σαν άνρθωπος πολιτισμένος.
    Όμως η κοινωνική μου υπόσταση ελάχιστα μ' ενδιαφέρει. Ναι, αυτό ακριβώς. Αρνιέμαι να σηκώσω το βάρος μιας κοινωνικής προσωπικότητας. Έτσι είμαι.
      Και να που βρισκόμαστε ακριβώς:
      Η λάμπα στο τραπέζι μου αγρυπνάει, το φεγγάρι έξω οργιάζει. Σηκώνομαι κι ανοίγω το παράθυρό μου. Η δροσιά της χειμωνιάτικης νύχτας με περιχύνει, όμως δεν είναι αυτό ο σκοπός μου. Ο σκοπός μου είναι να βάλω μια φωνή. Μάλιστα, καλέ μου κύριε, να ξεφωνίσω.
    Και συλλογιέμαι πως το ξεφωνητό τούτο θα διαβαθμιστεί για τα πλάσματα τα ικανά να τ' ακούσουν. Για το διπλανό μου θα είναι μια άγρια, τρομακτική κραυγή. Για το μακρινό γείτονα μια επίκληση ακαθόριστη, που θα του ξυπνήσει πρόσκαιρα τη νυσταγμένη περιέργεια. Για τον απώτατο κάτοικο της περιφέρειας, ένας απρόσωπος στεναγμός της νύχτας – θέμα για ρεμβασμό.
     Και για τ' αστέρια; Τίποτα. Ίσαμ' εκεί δε θα φτάσει βέβαια το ξεφωνητό μου. Η απόσταση προστατεύει την παρθενιά των άστρων.
       Α, οι θετικοί άνθρωποι! Πόσο δίκιο έχουν που δεν το ξέρουν αν υπάρχω. Αυτό είναι ασφαλώς η πιο ουσιαστική τους δικαίωση στη ζωή. Κι αν γράφω σ' εσάς από μήνες, επίμονα, αν σας στέλνω τα κουρελόχαρτά μου, είναι γιατί λατρεύω παθολογικά τη ματαιοπονία. Όταν δεν έχει κανένας το μέσο να γίνει δαίμονας, γίνεται κολασμένος.
       Δεν ξέρετε τι ηδονή νιώθω σα συλλογιέμαι πως σας είμαι άγνωστος, πως μου είσαστε άγνωστος (κοινωνικά, θέλω να πω) και πως παίρνοντας κάθε τόσο το φάκελο με τα χειρόγραφά μου, που η γριά υπηρέτρια σας θα σας τα φέρνει χωρίς άλλο μαζί μ' άλλα γράμματα, την εφημερίδα, το γάλα σας και το κουλούρι, θα στραβομουτσουνιάζετε αξιοπρεπέστατα και θα τα σκίζετε πότε μ' αγανάκτηση και πότε με καρτερία. Μπορεί και να τα ρίχνετε στο τζάκι σας, το βράδι. Εκεί πια βρίσκομαι στο στοιχειό μου! Τσουρουφλίζομαι, φουντώνω, καρουλιάζω, αλλάζω χίλια σχήματα, αποθεώνομαι σε λάμψη και τέλος ξεπέφτω σε λίγη στάχτη που κρατάει σαν παρωδία τη μορφή ενός τσαλακωμένου χαρτιού.
       Αυτή και μόνο η σκέψη με ζεσταίνει σαν πέφτω το βράδι στο κρύο κρεβάτι μου να κοιμηθώ. Το δωμάτιο μου δεν είναι μεσημβρινό, αλλά σας το γυρεύω χάρη να μην με συμπονέσετε. Η φιλανθρωπία είναι νόμισμα τρεχούμενο, που έχει καταντήσει πια να κορώσει από τα μικρόβια. Κρατείστε τα χέρια σας καθαρά.
    Αλήθεια, διαβάζετε βιβλία; Είσαστε, καθώς λένε φιλαναγνώστης; Εγώ σας φαντάζομαι να διαβάζετε εφημερίδα κυρίως, κι αυτό στην υποβλητική ώρα που γίνεται η τελετουργική επίκληση στον ύπνο. Λαμπρά! Νιώθω πολύ ικανοποιημένος που έχω τέλος κι εγώ μια καθώς πρέπει γνωριμία και μπορώ να συζητώ, έστω κι από μακριά, μ' έναν θετικό άνθρωπο.
     Γιατί πρέπει να ξέρετε πως σας γνωρίζω καλά, κι ας μην το υποπτευόσαστε. Έχω παρακολουθήσει τη ζωή σας ,τις συνήθειές σας. Μπορώ να σας φανταστώ την κάθε στιγμή κι απέναντι στο κάθε περιστατικό πώς θ' αντιδράσετε. Είσαστε άνθρωπος μετρημένος. Εκεί κοντά στα πεντήντα – λάθος; - μέτριος στ' ανάστημα, καλοθρεμμένος. Ζήτε με το εισόδημά σας , χωρίς πολλές αξιώσεις ή παραλογισμούς. Βγαίνετε από το σπίτι σας ωρισμένην ώρα για το καφενείο και γυρίζετε μάλλον νωρίς. Έχετε ακόμα στο καπέλο σας το πένθος της αδερφής σας που συχωρέθηκε πριν λίγους μήνες. Αυτή είτα η τελευταία ανωμαλία της ζωής σας. Πάει κι αυτή, πέρασε. Πέθανε, θαρώ, η καημένη, μεγαλούτσικη κι ανύπαντρη. Παρηγορηθείτε! Από τις αδερφάδες μας απαλάσσει πάντα ένας νυμφίος. Όταν δεν είναι ο μικρός, είναι ο Μεγάλος. Τώρα σας φροντίζει η γριά, κουτσή υπηρέτρια σας. Ξέρω ακόμα πως έχετε, για τις καλές ημέρες, ένα μπαστούνι μ' ασημένια λαβή και πως σας στέλνουν ταχτικά την εβδομαδιαία εφημερίδα της πατρίδας σας. Τον καφέ σας τον πίνετε μέτριο βραστό. Καπνίζετε τσιγάρα Ego.
       Βλέπετε πως είμαι φίλος σας.
     Εγώ ζω, είν' αλήθεια, υπό συνθήκες κάπως διαφορετικές, ελαφρώς δυσμενέστερες. Ο δρόμος όπου βλέπει το δωμάτιο μου, περιφρονημένος από τον ήλιο, είναι διαρκώς γεμάτος λάσπες. Το δωμάτιό μου πολύ μικρό. Στο ισόγειο, κάθεται ένας καμπουράκος φοιτητής της φιλολογίας που σκύβει από το πρωί ίσαμε το βράδι στα μεγάλα, χοντρά βιβλία του, αποστραβώνοντας τα μυωπικά του μάτια. Τον ακούω μεσ' από το φτενό πάτωμα να τρίζει φυλλομετρώντας, σα σκόρος. Στο δεύτερο είμαι εγώ. Στο απάνω πάτωμα, ένα είδος σοφίτας, κάθεται κάποιος χασομέρης ποιητής, που μυρίζει αιθέρα. (Μια σκάλα σκοτεινή μας ενώνει και τους τρεις). Δεν έχει επάγγελμα και ζει άγνωστο πώς, σαν τα σκυλιά του δρόμου. Θα καταλαβαίνετε βέβαια πως δεν έχει καμιάν απολύτως υπόληψη και σχεδόν ούτε αξιοπρέπεια. Σέρνει το σαρκίο του άσκοπα πάνω στη γη. Τα μάτια του τα βλέπεις διαρκώς θολά και μεθυσμένα. Σπάνια αντικρύζεις το υπόλοιπο πρόσωπό του, γιατί το σκεπάζει, κολλημένο στη μύτη του επίμονα, ένα μαντήλι μουσκεμένο στον αιθέρα. Άθελά μου όμως κάποιες στιγμές, όταν αποξεχνιέμαι, κάνω τη σκέψη πως μπορεί και να βουλώνει τη μύτη του όχι τόσο για να μυρίσει τον αιθέρα όσο για ν' αποφύγει τη βρώμα του κόσμου. Είναι πολύ αριστοκράτης βλέπετε.
     Όμως η ώρα περνάει, το χαρτί γεμίζει, μαυρίζει κατά τρόπο θαυμαστό. Το φεγγάρι, στο στερέωμα, γέρνει πασχίζοντας να ρίξει μέσα στο δωμάτιό μου μια ματιά, να ιδεί τι γράφω.
     Νιώθω πως είναι η ώρα που θα γυρίσει απ' έξω, ξενυχτισμένος, ο αιθερομανής ποιητής. Θ' ανέβει τη σκάλα αργά, βαρειά, και θα πάει να κουρνιάσει στη σοφίτα του. Δε θα μου χτυπήσει την πόρτα, ποτέ δε χτυπάει. Η σκάλα θα στενάξει κάτω από το περιττό βάρος του. Νάτος κιόλας που έρχεται! Τον ακούω που ανεβαίνει.
    Τον ονειρεύομαι κάποτε έτσι ν' ανεβαίνει, όλο ν' ανεβαίνει, ασταμάτητα, με το κεφάλι του σα σφαίρα διάφανη, ελαστική, γεμάτη αιθέρα. Γίνεται ανάλαφρος, όλο και πιο ανάλαφρος, σχεδόν άυλος. Τ' αστέρια τώρα του κρατάνε συντροφιά, στεφανώνουν το μέτωπό του. Όμως δε φτάνει ποτέ πουθενά. Αυτό είναι το μαρτύριο που του έχουν ορίσει για κόλαση.

       Καθένας με το ριζικό του. 


[Του Έρωτα και του Θανάτου, Βιβλιοπωλείον της Εστίας] 


Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2014

Α. Τερζάκης - Απρίλης (απόσπασμα)


Ο Απρίλης (1946) περιέχει αναμνήσεις του συγγραφέα από την παιδική και τη νεανική του ηλικία, ενώ στο δεύτερο μέρος του αναφέρεται στον πόλεμο του '40. Οι σελίδες αυτού του βιβλίου, γράφει ο Τερζάκης, «είναι σταθμοί μιας ζωής που ορίζεται από τρεις πολέμους, τους τρεις πολέμους που στέκονται ορόσημα της γενιάς μου. Ο πρώτος μάς βρήκε παιδιά, ο δεύτερος έφηβους, ο τρίτος άντρες». Από τον πιο σημαντικό, τον πόλεμο του '40, παραθέτουμε μια χαρακτηριστική σκηνή που συμβαίνει στα μετόπισθεν.
Συχνά πυκνά, αντάμωνες στους δρόμους ανθρώπους ντυμένους ασυνήθιστα, σαν ορειβάτες ή κάτι τέτοιο, με παντελόνια γκολφ, ξεσκούφωτους, άλλους με μπερέ, τραγιάσκες, ένα τσιμπούκι βιδωμένο στ' ακρόχειλο. Τους έβλεπες μια, τους έβλεπες δυο, όπου να γύριζες, σ' όποιο δρόμο και να 'μπαινες. Ήταν οι ανταποκριτές των εφημερίδων. Ντυμένοι έτσι, μ' αφροντισιά μελετημένη, δίνανε κάτι σαν ένα τόνο εκδρομικό, «σπορτίφ», στην επιστρατευμένη πολιτεία, μακρινό αντιφέγγισμα κοσμοπολιτισμού. Κάπου κάπου πρόβαινε και καμιά νοσοκόμα μεγαλοκυρά, με το άθιχτο μαβί της πέπλο, αστραφτερά κολλαρισμένα τα γιακαδάκια της και τα μανικέτια. Τότε η κοσμική κίνηση πέρσευε.
Οι ιταλικοί όλμοι ωστόσο, στο μέτωπο, είχαν αρχίσει να πελεκάνε συστηματικά τους φαντάρους. Οι περισσότερες λαβωματιές ήταν από όλμους, λοιπόν το στράτευμά τους είχε πάρει πολύ από κακό. Στο ταχτικό μας λουκουματζίδικο, ο Μελετίου, μπαίνοντας με την παρέα του ένα δειλινό, δε βρήκε τραπεζάκι αδειανό κι αναγκάστηκε να καθίσει αντίκρυ σ' ένα άγνωστο φανταράκι, που απόσωνε ήσυχα και στοχαστικά τη μερίδα του.
— Επιτρέπεις, συνάδελφε;
Ο συνάδελφος, κοίταξε την παρέα των Αθηναίων μ' απορία καλοκάγαθη· ήταν ίσως η πρώτη φορά που του γύρευαν την άδεια για κάτι.
— Καθίστε, έκανε σαστισμένα.
Ήταν ενθουσιώδης άνθρωπος ο Μελετίου, καλοπροαίρετος και καταδεχτικός. Άναψε τσιγάρο από τη φωτιά του αντικρινού του, παρατήρησε το δεξί του που είχε φασκιωμένα με γάζα πεντακάθαρη τα δάχτυλα. Η περιέργεια του Αθηναίου κεντρίστηκε. Έπιασε κουβέντα:
— Τραυματίας είσαι;
— Ναι... Μικροπράματα...
— Ήσουνα στο μέτωπο;
— Ήμουν.
Γύρισε τα μάτια του ο Μελετίου θριαμβευτικά και κοίταξε την παρέα. «Τώρα θα σας δείξω ένα φαινόμενο!» έλεγε η ματιά. «Προσοχή! Ο άνθρωπος που έρχεται από το μέτωπο».
— Λοιπόν συνάδελφε, για πες μας! Τι γίνεται κει πάνω;
Η ερώτηση ήταν εύκολη, η απάντηση δύσκολη. Για λίγες στιγμές ο τραυματίας βρέθηκε σ' αμηχανία. Ήτανε χωριατάκος μικρόσωμος, αστοιχείωτος. Μπορεί και να μην το είχε ποτέ του σκεφτεί πως θα 'πρεπε να μάθει να διηγιέται.
— Ε, τι να γίνεται... Πολεμάνε.
— Χμ! πολεμάνε βέβαια. Και οι Ιταλοί; Δρόμο, ε;
— Τι δρόμο;
— Να, το βάζουνε στα πόδια θέλω να πω.
Ο φανταράκος στάθηκε σκεφτικός.
— Ε, μεριές μεριές φεύγουνε κιόλας, είπε.
Όμως ο ζήλος του Μελετίου είχε ξυπνήσει τώρα για καλά. Δεν ήταν από κείνους που αφήνουν εύκολα μιαν επιθυμία τους ανικανοποίητη.
Από δω τον έχει, από κει τον έχει το φανταράκο, τον κατάφερε κάτι να διηγηθεί. Κι ο φανταράκος διηγήθηκε κουτσά στραβά, με αδέξια συστολή, την ιστορία του τραυματισμού του.
— Ώστε έτσι λοιπόν! Από όλμο! συμπέρανε ο Μελετίου με διάχυση αισθηματική.
— Από όλμο.
— Και στα δάχτυλα!
— Στα δάχτυλα.
Καινούρια κυκλική ματιά θριάμβου στην παρέα από τον Μελετίου. Ο φανταράκος κοίταζε τα φασκιωμένα δάχτυλά του μελαγχολικά· μπορεί και ν' αναρωτιότανε πώς θα κρατάει τώρα τ' αλέτρι, σα γυρίσει στο χωριό, ή πώς θα σπέρνει.
— Ε, παιδί! Φέρε εδώ μια μερίδα λουκουμάδες, στο συνάδελφο!
— Όχι, ευχαριστώ, έφαγα, έκανε ο τραυματίας.
— Δεν πειράζει, τρως άλλη μια. Εγώ κερνάω!
Ντράπηκε κείνος ν' αρνηθεί το κέρασμα. Κι ώσπου να 'ρθουν οι λουκουμάδες, ο Μελετίου τον είχε καταφέρει πάλι κάτι να περιγράψει, εντυπώσεις σκόρπιες από τις μάχες.
— Φωνάζετε «αέρα» όταν ορμάτε στην επίθεση;
— Γιατί να φωνάζουμε;
— Έλληνες δεν είσαστε; Οι Έλληνες, όταν ορμούν στη μάχη, φωνάζουν «αέρα»!
— Μα... γίνεται, βλέπεις, τέτοιος σαματάς. Όλμοι, πολυβόλα, πυροβολικό... Τι να τις κάνεις τις φωνές!
— Όχι, οι Έλληνες στην επίθεση φωνάζουν «αέρα»! Είναι ωραίο!
Το φανταράκι ζάρωσε ντροπιασμένο. Αυτό δεν το είχε συλλογιστεί.
— Και η επίθεση γίνεται βέβαια εφ' όπλου λόγχη, συνεχίζει ο Μελετίου ακατάβλητος.
— Άμα είναι ανάγκη...
— Και οι τσολιάδες, ε; Το τσαρούχι!
— Ποιο τσαρούχι;
— Των τσολιάδων, διάολε!
— Οι τσολιάδες, απάνω, δε φοράνε τσαρούχια.
— Δε φοράνε τσαρούχια;
— Όχι.
— Και γιατί δε φοράνε τσαρούχια;
— Γιατί τα τσαρούχια γλιστράνε στα βράχια. Αρβύλες φοράνε, να, σαν κι εμάς.
Καταπληχτικά πράματα. Ήρθαν οι λουκουμάδες. Σεμνός ο φανταράκος, πήρε το πιρούνι του, έκανε ν' αρχίσει· όμως δεν τ' αποφάσιζε. Με το κεφάλι σκυφτό, περίμενε ολοένα κάτι να τον ρωτήσουν. Ίσως και να φοβότανε πως, παρ' όλα όσα έχει πει, δεν το ξόφλησε ακόμα το κέρασμα.
— Φάε τώρα τους λουκουμάδες σου, κάνει μεγαλόψυχα ο Μελετίου και τον αφήνει ήσυχο για λίγα λεπτά.
Πάνω όμως που ο ανώνυμος συνάδελφος κόντευε να τελειώσει τη μερίδα του, καινούρια εξόρμηση:
— Θα ξαναπάς στο μέτωπο;
— Θα ξαναπάω.
— Σ' αρέσει;
— ...
Η παρέα των γραμματισμένων γέλασε γύρω, με νοήματα σύνθετα: πονηριά, συγκινημένη συμπάθεια, απόκρυφη περηφάνια. Σε λίγες μέρες θα τραβούσανε κι αυτοί για κει πάνω, θα βαφτίζονταν στην κολυμπήθρα των ηρώων. Φρίκη γοητευτική... Κι όμως, ο Μελετίου, κάπου θα τα κατάφερνε πάλι να κολλήσει, ούτε κουβέντα! Όπως σκάλωσε στη συζυγαρχία, θα τα κατάφερνε να χωθεί και σε καμιά γωνιά ακόμη πιο προφυλαγμένη κι άνετη: βοηθός σιτιστή, συσσιτιάρχης, αποθηκάριος, οτιδήποτε. Από το στρατόπεδο της Αγίας Παρασκευής, στην Αθήνα, άλλο δεν έκανε παρά να έχει το ληστρικό μάτι ξύπνιο, το εμπορικό του δαιμόνιο άγρυπνο, ν' αρπάξει την πρώτη ευκαιρία. Όχι πως θα δειχνότανε κατώτερος σε θάρρος από άλλους, αν το 'φερνε η κατάρα να βρεθεί κι αυτός μια μέρα στη ζώνη της φωτιάς. Όμως, από ένα είδος ψυχόρμητο, το θαρρούσε καθήκον απέναντι στον εαυτό του, ζήτημα φιλότιμου, να εξαντλήσει πρώτα κάθε δυνατότητα διαφυγής, κάθε περιθώριο κατεργαριάς, για να ξεχωρίσει έτσι από το κοπάδι των κουτών, που πολεμάνε αδιαμαρτύρητα. Να διατρανώσει την εξυπνάδα του.
— Άλλη μια λουκουμάδες, συνάδελφε;
— Όχι, όχι! έκανε πανικόβλητος ο φανταράκος.
Σηκώθηκε ευχαριστώντας.
— Λοιπόν, καλή τύχη! τον κατευόδωσε ο Μελετίου.
Ο τραυματίας έκανε ένα αδέξιο νόημα γι' αποχαιρετισμό. Ύστερα, τραμπαλίζοντας το σκεβρωμένο του κορμάκι, βγήκε στο δρόμο.
Ο Μελετίου τον είχε ακολουθήσει με τα μάτια ώσπου χάθηκε πέρα. Και τότε είπε στην παρέα, τεντώνοντας τα φρύδια του μ' έμφαση:
— Λοιπόν, είδατε, βρε παιδιά, τι απλοί που είναι οι ήρωες; ούτε που τον πιάνει το μάτι σου αυτόν εδώ. Κι όμως!


Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2013

Απόσπασμα απο το βιβλίο του Τερζάκη "Ταξίδι Με Τον Έσπερο"

[...] Το μυστικό τούτο, μονάχα στον Γλαύκο το είχε εμπιστευτεί. Κάμποσον καιρό αφού πια γνωρίστηκαν και συνδέθηκαν, ένα βράδι έγινε μεγάλη εκμυστήρευση, που στάθηκε σαν είδος αρραβώνας της φιλίας τους. Ο φίλος τον είχε τραβήξει μαζί του σε μια μεγάλη βόλτα έξω από την πολιτεία, στα χωράφια, κι εκεί, ευνοημένος απο τη νύχτα, μίλησε:
-Σαν απόψε, του είχε πει, εδώ και τρία χρόνια, πήγα να πεθάνω.
-Απο αρρώστια;
-Όχι. Απο φαρμάκι.
Ανατρίχιασε ο Γλαύκος Πετροχωρίτης. Μέσα στο σκοτάδι τα μάτια του είχανε τεντωθεί.
-Πήρες... φαρμάκι; Και γιατί;
Δεν απάντησε αμέσως ο φίλος. Έκανε φαίνεται την τελευταία προσπάθεια ν' αποτινάξει το ζυγό της σιωπής.
Τέλος:
-Για μια γυναίκα, είπε βραχνά.
Σώπασαν. Μέσα στη νυχτερινή γαλήνη, ακούγανε πάλι, μηχανικά.
Άκου, λέει, ο φίλος σε λίγο και στάθηκε. Δε θα με ρωτήσεις ποτέ πως την λένε Ό,τι μπορείς να μάθεις θα σου το πω εγώ. Αυτό έγινε κει κάτω, στην πατρίδα μου. Ο πατέρας της υπηρετούσε εκεί, όμως είταν απ' άλλον τόπο. Μείνανε λίγο, δυο χρόνια όλο κι όλο. Ύστερα έφυγαν. Αυτή είταν στην ηλικία μου: Δεκατεσσάρων χρονών.
-Δεκατεσσάρων χρονών! απόρησε ο Γλαύκος Πετροχωρίτης. Αυτός είτανε τώρα δεκάξη χρονών και δεν είχε υποψιαστεί ακόμα τίποτε απο τον κόσμο, αφού ούτε τον έρωτα γνώρισε ούτε τη γεύση του θανάτου.
-Κ'ι οι δικοί σου; Το ξέρανε;
-Το ξέρανε.
Αργότερα έμαθε κι' άλλα. Το φίλο του, που είταν απο πατέρα ορφανός, τον είχε πάρει η μητέρα του κι έφυγαν από την πατρίδα τους αμέσως μετά την απόπειρα. Δεν είχε αδέρφια. Η μητέρα του ξαναπαντρεύτηκε, έκανε με τον πατρυιό του ένα παιδί, αγόρι, που πέθανε σε βρεφική ηλικία. Όσο για το κορίτσι, δεν το ξανάδε. Της έγραψε, δεν έλαβε απάντηση.
-Καλά... και γιατί θέλησες να πεθάνεις; είχε ρωτήσει ο Γλαύκος.
Τον άκουσε να γελάει ένα δυσάρεστο γέλιο, σα να τον κορόϊδευε για την ερώτηση. Θα την έβρισκε βέβαια ολότελα παιδική.
-Ξέρεις εσύ που ρωτάς, τι είναι ο έρωτας;
-Όχι.
-Έ, λοιπόν, να το μάθεις!
Κατέβασε το κεφάλι του. Πάλι εκείνο το όμορφο, το παράδοξο μίσος ανάδευε στην ψυχή του.
-Κι' όποιος αγαπάει δηλαδή πρέπει να πεθαίνει; έκανε πεισματωμένος. Εξόν κι επειδή είσασταν πολύ μικροί, και δεν μπορούσατε να παντρευτήτε....
-Μην είσαι βλάκας.
-Τότε λοιπόν;
Το χέρι του φίλου του ήρθε να τον χουφτιάσει απο την μπλούζα, πάνω στο στήθος. Τα δάχτυλά του είτανε κρύα και σκληρά.
-Να το ξέρεις, του λέει τραχιά. Όποιος αγαπάει αληθινά, δεν έχει σωτηρία.
Δεν αποκρίθηκε, δεν καταλάβαινε. Βάλθηκαν πάλι να περπατάνε. Σε λίγο:
-Ξέρω, δεν το καταλαβαίνεις αυτό που σου είπα. Θα με περνάς για τρελλό. Ή για θεατρίνο.
-Όχι.
-Λάθος κάνεις! Είμαι τρελλός. Ήμουν. Ο έρωτας είναι βαρειά αρρώστια, κατάλαβέ το αν μπορείς. Δεν ταιριάζει στα μέτρα του ανθρώπου.
Και καθώς ο Γλαύκος δε μιλούσε πάλι.
-Σου έχει τύχει να περάσεις ποτέ σου αρρώστια πολύ μεγάλη; Ναι;... Έ λοιπόν δε σου ήρθε, πάνω στο μαρτύριο, όταν το αίμα φουντώνει, να δώσεις μιά και να γλυτώνεις;
-Όχι. Ήθελα μονάχα να γίνω καλά.
Το σκληρό χέρι τον άφησε, τον έσπρωξε πέρα.
-Ανθρωπάκι! είπε με περιφρόνηση. Είσαι από κείνους που έχουν "τη θέληση της ζωής". Και οι άλλοι, οι παρόμοιοι, που έχουν κι' αυτοί τη θέληση της ζωής, παινεύουν τους τύπους του είδους σου. Κολλάτε σαν ψείρες στη ζωή.
Ανάσανε βαθειά και, μ' αυτό, σα να ημέρεψε κάπως.
-Το κάτω-κάτω, πρόσθεσε, το ίδιο κάνει. Ο καθένας γιατρεύεται όπως μπορεί.
-Κι' όμως! Να που εσύ γιατρεύτηκες στο τέλος, δίχως να πεθάνεις.
Προχώρησαν ακόμα λίγα βήματα, αμίλητοι. Ύστερα, η φωνή του φίλου του ακούστηκε πάλι, μουντή:
-Που ξέρεις! Μπορεί και ναχω πεθάνει....

Πέμπτη 16 Μαΐου 2013

Τερζάκης Α. - Το Κατινάκι




Πέρα από το κλασικό πεζογραφικό μοτίβο του Τερζάκη, που θέλει τον άνθρωπο αδύναμο στις κοινωνικές και προσωπικές δυσκολίες και βαθιά βουτηγμένο μέσα στα αδιέξοδα της ζωής, το διήγημα "Το Κατινάκι" δίνει μία άλλη προοπτική του ανθρώπου που πασχίζει να απεγκλωβιστεί από την άγνοια και τη μιζέρια, ορθώνεται και βλέπει κατά πρόσωπο τη ζωή και τα ρίσκα της. 


***  



Το βασίλειό της, φυσικά, ήταν η σκάλα της υπηρεσίας. Ένα κλουβί ψηλό-ψηλό, τετράγωνο, αρματωμένο γύρω-γύρω με σίδερα. Όταν σήκωνες ανάσκελα το κεφάλι, μα τόπο πολύ που να σου πονέσει ο σβέρκος, έβλεπες, εκεί, ψηλά, πολύ ψηλά, ένα κομμάτι γαλάζιον ουρανό, κομμένο στις τέσσερες πλευρές σα με το μαχαίρι. Γυάλιζε η τετράγωνη πλάκα τ΄ ουρανού ολοκάθαρη, σμαλτωμένη, –  ψυχή μου! –  λες και την είχανε σφουγγαρίσει με μανία αποβραδίς οι άγγελοι. Αχ, τι ωραία που ήταν! Όμως κι όταν η πλάκα θάμπωνε από συννεφιά, κι όταν μελάνιαζε κακιωμένη από το μπουρίνι, κι όταν η βροντή κυλιότανε μουγκά, φοβερίζοντας – μάννα μου! – πάλι το Κατινάκι τραγουδούσε.
 Μπιτ ξεμυαλισμένο είναι, π΄ ανάθεμά το, αυτό το δουλάκι του δεύτερου!
Ήτανε ξεμυαλισμένο, ούτε λόγος. Χαιρότανε και τη λιακάδα και τη μπόρα. Μέσα στα νερά της βροχής, που κρουνελιάζανε σαν καταρράχτες από τα λούκια και τα σιδερένια πλατύσκαλα, εκείνο πλατσούριζε ξεμυαλισμένο, μπήγοντας ψηλές-ψηλές φωνούλες σα γαρδέλι που το μπουχίσανε και ξαφνιάστηκε. Και πάλι το τραγούδι, τ΄ άσωστο τραγούδι.

Αθήνα και πάλι Αθήνα
Αθήνα μ΄ αρέσεις πολύ! … 

Της άρεσε η Αθήνα, αυτό ν΄ ακούγεται. Ήξερε απ΄ έξω κι ανακατωτά το μπακάλη, το μανάβη, το φούρναρη. Ήξερε και τα τρία παιδιά της κυρίας Παρασκευής του μοίραρχου, αντίκρυ.
Ήξερε και τον συνοικιακό κινηματογράφο, τρία τετράγωνα πιο πέρα. Εκεί έτρεχε, με την ψυχή στο στόμα, κάθε δεκαπέντε, που είχε την έξοδο. Αχ, και που να ήταν από πουθενά η μάνα της να τη βλέπει πόσο μορφωμένη είχε γίνει τώρα, εδώ στην Αθήνα!
Στην είσοδο, όταν συναντιότανε με τον καθηγητή της Γαλλικής που καθότανε στο ισόγειο, θα ’βρισκε πάντα την ευκαιρία να του πει «μερσί». – Πες-πες, συλλογιζόταν, να ιδείς που μια μέρα θα τα καταφέρνω και στα Γαλλικά. Αμ τι νόμισες!
– Κατίνα!  Βρε θεοσκοτωμένη, που είσαι;
Πάει, ξεχάστηκε! Η κυρά της, με τα μούτρα γυαλιστερά σαν αυγό λαδωμένο, πασαλειμμένη κρέμες, έφερνε βόλτα τις κάμαρες να τη βρει.
– Άνοιξε, μωρέ, η γη και σε κατάπιε;
– Έφτασα, έφτασα! έμπηξε μια τσιριχτή φωνούλα, για να κερδίσει καιρό, και φρρτς! έχωνε βιαστικά στο μπαουλάκι το κομμάτι από τον καθρέφτη και το χτένι. Αχ, κρίμα, κι ό,τι πήγαινε να το πετύχει αυτό το καινούργιο χτένισμα!
– Έφτασα!
Τσακίζεται να κατέβει, όμως είναι, βλέπεις, κι αυτή η ψηλοκρεμαστή σκαλίτσα, που τρέμει ολάκαιρη σαν πατάς, και πιάνεται η πνοή σου.
Κούρνιαζε σ΄ ένα είδος πατάρι, πάνω από την κουζίνα, αντάμα με μια παλιά κασέλα όπου χώνανε τ΄ άπλυτα. Δεν της ερχόταν άσχημα. Φλωριά να της δώσεις ν΄ αλλάξει κάμαρα, δε θα θελήσει. Την έχει τόσο αγαπήσει αυτήν εδώ! Ίσα-ίσα στα μέτρα της, κι ας μη μπορείς να σταθείς παρά μονάχα καθισμένος. Όμως τι έχει να κάνει; Εδώ, νιώθει τον εαυτό της μόνον, ήσυχο, ασφαλισμένο. Έχει το μπαουλάκι της, το κομμάτι του καθρέφτη, το χτένι, τρία-τέσσερα γράμματα, κάμποσα εικονογραφημένα περιοδικά και – Θε μου, ναι! – κι ένα μπουκαλάκι κολώνια. Μάλιστα! Κολώνια αληθινή. Όταν τη βλέπει να παραλιγοστεύει, της βάζει μέσα νερό.
Όχι, όχι, καθόλου δεν είναι δυσαρεστημένο το Κατινάκι. Η κυρά της έχει τις ώρες της, όπως όλες οι κυράδες, όμως είναι καλή. Συχνά τυχαίνει, την ώρα που κάθεται στην τουαλέτα της και μακιγιάρεται, να έρθει πίσω της να σταθεί και το Κατινάκι, τεντώνοντας τα μάτια από θαυμασμό. Ζητάει εξηγήσεις, λεπτομέρειες. Της δίνουν. Ύστερα ξεθαρρεύεται:
– Κυρία, σήμερα, που πήγαινα στο μπακάλη, ένας, μου είπε στο δρόμο: «Κουκλίτσα μου, τι ωραίο σωματάκι που έχεις!» Αλήθεια, κυρία έχω ωραίο σωματάκι;
– Ωραίο έχεις, Κατινίτσα, ωραίο.
Η κυρά της ξεκαρδίζεται στα γέλια χωρίς αυτό να το πάρει η Κατινίτσα από κακό. Ρίχνει μια ματιά μονάχα στον ψηλό καθρέφτη και κορδώνεται. Άλλοτε πάλι:
– Κυρία, μου είπανε πως έχω ωραία μαλλιά. Αλήθεια;
–Αλήθεια, ου! Θαύμα!
Και δώστου γέλια. Και το Κατινάκι είναι ευτυχισμένο.
– Μπιτ ξεμυαλισμένο είναι τ΄ αφιλότιμο, γκρίνιασε πάλι τ΄ απόγεμα ο κύριος Παντελής. Μέσα στον καφέ που μου έφερε βρήκα μια μύγα.
– Είναι για το διάολο πεσκέσι, συμφώνησε εμπιστευτικά η κυρία Ντίνα, όμως ας κάνουμε καμιά φορά και τον κουτό. Με τόσα που της δίνουμε, πού θα βρούμε άλλη;
– Δε σου λέω…
– Έπειτα, έχει ένα καλό: Είναι πρόθυμη. Ό,τι της πεις, τσακίζεται. Κι αγαπάει το σπίτι σα να ’ναι δικό της. Όσο για τις αδυναμίες της, τι σε νοιάζει εσένα; Της περνάει η ιδέα πως είναι όμορφη. Άσε την να νομίζει. Κόρη μας είναι για να της βάλουμε μυαλό;
– Μωρέ τι όμορφη, που είναι σωστή μαϊμού! Το τακουνάκι της έλειψε και το τσαντάκι, σαν έχει έξοδο. Δεκατριών χρονών πράμα!
– Ε λοιπόν εγώ τι να σου πω: Το κάνω γούστο!
Και γέλασαν μαζί, καλόκαρδα.
Η προθυμία της Κατινίτσας έλαμψε σ΄ όλη την αίγλη της τις ημέρες που άρχισε κάτω στο δρόμο το σύμπυκνο τουφεκίδι. Έμοιαζε πολιορκημένο το σπίτι. Ο δρόμος, που άλλοτε άρχιζε να ζει χαρούμενα με το πρωί τραγουδιστός από τις φωνές του γαλατά, της χορταρούς, του μανάβη, ερημώθηκε. Έβλεπες, εκεί στη γωνιά, ταμπουρωμένους ανθρώπους να γεμίζουνε τα όπλα τους, να φερμάρουν για ώρα με προσοχή, κ΄ ύστερα, σκύβοντας γοργά, ν΄ αμολάνε το σμπάρο. Τις νύχτες, το πράμα ήταν ακόμα πιο άγριο, τα όπλα τινάζανε γλώσσες φλόγινες κι΄ αντιφέγγιζαν οι τοίχοι.
Τις πρώτες ημέρες, τις περάσανε με προμήθειες. Ύστερα, κι ενάντια σ΄ όλες τις προβλέψεις, το πράμα παρατράβηξε, το κελάρι άρχισε ν΄ αδειάζει.
– Παντελή, είπε η κυρία Ντίνα νευριασμένη, πρέπει να φροντίσουμε κι εμείς για κανένα ψώνιο. Από τ΄ άλλα πατώματα, αρχίσανε να βγαίνουν. Χτες είδα τον καθηγητή της Γαλλικής που έφερνε πρωί-πρωί δυο ωραιότατα κουνουπίδια.
– Δεν πιστεύω να νομίζεις, αγαπητή μου, πως θα πάω να σκοτωθώ για ένα κουνουπίδι! Αυτό δεν ήταν ούτε καν ηρωικό.
– Να πάω εγώ, κυρία! πετάχτηκε το Κατινάκι.
Ο αφέντης κι η κυρά της κοιτάχτηκαν.
– Η αλήθεια είναι, είπε εκείνος ήσυχα, πως όλες οι κοπέλες της γειτονιάς αρχίσανε να βγαίνουν. Βέβαια, αυτό μπορεί να βαστάξει κι ένα μήνα…
Και το Κατινάκι βγήκε. Την πρώτη μέρα έφερε κουνουπίδια και ξύλα για τη φωτιά. Τη δεύτερη, κονσέρβες. Παραφύλαγε την πρωινή ώρα, που το ντουφεκίδι δεν είχε ακόμα ανάψει για καλά. Τραβούσε τρέχοντας, τοίχο-τοίχο. Σαν έφτανε σε μια γωνιά. στεκότανε, παραμόνευε. Ύστερα, γοργά, έπαιρνε τη βουτιά του, μπήγοντας μια τάχα τρομαγμένη φωνούλα. Και συνέχιζε την τρεχάλα, χοροπηδώντας χαρούμενα, παίζοντας κούνια το κρεμασμένο στο μπράτσο δίχτυ.
– Η άγνοια του κινδύνου! Παρατήρησε δογματικά ο κύριος Παντελής που είχε ενδιαφερθεί μια μέρα να παρακολουθήσει την έξοδο από το παράθυρο.
– Μωρέ αυτή μου λες; είπε η κυρία ΝτίναΔώσ΄ της δρόμο και παρ΄ της την ψυχή! Σπίτι μονάχα μη της λες να κάθεται. Είναι ο μεγαλύτερος της εχθρός.
Γύριζε γεμάτη ανέκδοτα, περίεργα, ειδήσεις. Στο φούρνο είπανε τούτο και τ΄ άλλο. Είδε δυο σκοτωμένους. Τα φύλλα έγραφαν πως αύριο πρωί θα γίνει ανακωχή.
Η ανακωχή όμως δεν γινόταν, και το Κατινάκι αλώνιζε τους δρόμους, τρέχοντας σύρριζα στους τοίχους σαν ποντίκι, δρασκελώντας τα σταυροδρόμια χοροπηδητό. Το έκανα πολύ χάζι αυτό το κυνήγι με τις σφαίρες. Τις άκουγε να βιτσίζουνε τον αέρα σα χρυσόμυγες ζαλισμένες από το λιοπύρι. Έσκυβε το κεφάλι, καθώς όταν έπιανε η μπόρα, άλλοτε. Φτάνοντας σπίτι, είχε γοργή την ανάσα, τα μάγουλα κόκκινα, και τα μάτια της άστραφταν θριαμβικά.
– Δε φοβάσαι, βρε Κατινάκι; τη ρώτησε μια μέρα η κυρία μοιράρχου που τη βρήκε ταμπουρωμένη στην πόρτα της.
– Α μπα! τι να φοβηθώ καλέ; Δε με πιάνουν εμένα στο σημάδι.
Καθώς όμως η κατάσταση χρόνιζε, ο κύριος Παντελής θυμήθηκε και τους γονιούς του. Ήτανε γέροι, απομονωμένοι σε μια συνοικία μακρινή, ένα μήνα τώρα δεν ήξερε τι γίνονταν: ζούνε, πέθαναν, έχουνε να φάνε;
– Πρέπει να πεταχτώ ως εκεί, δήλωσε ένα πρωί δραματικά.
– Αυτό μας έλειπε! τον αποπήρε η κυρία Ντίνα. Να πας να σκοτωθείς για δυο γέρους ανθρώπους. Αυτοί, την έζησαν πια τη ζωή τους. Ενώ, εσύ, έχεις ακόμα υποχρεώσεις.
– Ας είναι! το μόνο που μ΄ εμποδίζει να βγω είναι που δεν θα ξέρω στο μεταξύ τι γινόσαστε σεις εδώ πέρα.
– Καλά που το λες! Κάτσε στ΄ αυγά σου.
– Ναι, βρε παιδί μου, αλλά πώς να σου πω: Ανησυχώ και για κείνους…
Φυσικά, το Κατινάκι, πετάχτηκε πάλι στη μέση, προπετέστατο:
– Να πάω εγώ, κύριε! Θέλετε:
– Πας, μωρέ;
– Άκου λέει! Πως δεν πάω!
Και πήγε. Άργησε κάπως να γυρίσει. Αυτό τους έβαλε σ΄ έγνοιες, αρχίσανε να έχουνε τύψεις.
– Τώρα θέλω να πάθει τίποτα, ο μη γένοιτο, είπε νευριασμένη η κυρία Ντίνα, και να σε κυνηγάει η μάννα του. Που φαγώθηκες πια σήμερα με τους γέρους σου κι εσύ:
Ο κύριος Παντελής έκοβε βόλτες σε μεγάλη ψυχικήν αγωνία.
Ευτυχώς γύρισε το Κατινάκι· γύρισε γελαστό, όμως χλωμότατο. Κρατούσε ένα μαντήλι και κάθε τόσο έσκυβε να σκουπίζει τη δεξιά του γάμπα.
– Τι έπαθες, ρε θεοπάλαβο;
Αχ, άστε τα: Εκεί που έφτανε στο σπίτι των γέρων, να ’σου και σκάει μπροστά στα πόδια του ένα πράμα, Θε μου, ξέρω κι εγώ τι ήταν; Έκανε μια φωτιά μεγάλη, πολύ μεγάλη. Θεόρατη. Και κρότο! Την πήρανε στη γάμπα, ξώφαρσα ευτυχώς τα «βλήματα».
– Θραύσματα! θραύσματα θέλεις να πεις φώναξε απελπισμένος ο κύριος Παντελής. Φέρτε το οινόπνευμα! Βρε που να πάρει η οργή! Τι ήθελα εγώ που σ΄ έστελνα;
– Εσύ την έστειλες; στρίγγλισε υστερικά η κυρία Ντίνα. Αυτό το ξεμυαλισμένο φταίει, που δε μπορεί να μαζευτεί από τους δρόμους! Παιχνίδι το πέρασε.
– Καλέ δεν είναι τίποτα, κυρία! γέλασε το Κατινάκι. Να, σταμάτησε κιόλας το αίμα.
– Ο Θεός να μας φυλάει μόνον από καμιά μόλυνση, είπε ταραγμένος ο κύριός της καθώς της έβαζε οινόπνευμα με το βαμπάκι. Που έπιασες κι έβαλες αμέσως απάνω το βρωμομάντηλό σου! Ωχ, Θε μου, μπελάδες!
Η κυρία Ντίνα όμως είχε πολύ ταραχτεί. Το έστρωσε το Κατινάκι σ΄ ένα βρισίδι άγριο, πρωτοφανέρωτο, για να ξεθυμάνουνε τα νεύρα της. Σκουπίδι το έκανε. Και το έστειλε να πλαγιάσει στο πατάρι.
Ούτε μόλυνση, ούτε τίποτα. Την άλλη μέρα, κόκορας πάλι πρωί-πρωί, το Κατινάκι. Μόνον που ήταν ακόμα χλωμό, πολύ χλωμό. Τα μάτια του, κρατούσαν ένα εκστατικό τέντωμα τρόμου. Δεν τραγουδούσε πια.
Τρεις μέρες αργότερα, όλα τελείωσαν κατ΄ ευχή. Ο κανονικός ρυθμός της ζωής ξανάρθε στο σπίτι. Μπορούσανε τώρα να βγαίνουν ελεύθερα, να περνάνε το δρόμο. Ήτανε πολύ καλοδιάθετος ο κύριος Παντελής.
–Χωρίς τα ψέματα, δήλωσε της γυναίκας του εμπιστευτικά. Το παιδί αυτό, το Κατινάκι, μας είναι πολύ χρήσιμο κι αφοσιωμένο. Πρέπει να το περιποιηθούμε.
Πάνω σ΄ αυτά, η πόρτα ανοίγει και το Κατινάκι παρουσιάζεται. Είναι στολισμένο για έξω, τακουνάκι, γοβάκι, όλα στην εντέλεια. Έχει και μια στάλα κολώνια πάνω του, ξεθυμασμένη. Κάτω από το λιγνό μπράτσο σφίγγει ένα μπογαλάκι.
– Για πού, Κατινάκι: Έχεις σήμερα έξοδο;
– Όχι, κυρία.
– Αμ τότε;
Κατέβασε τα μάτια του.
– Θα φύγω, κυρία. Θα φύγω από το σπίτι σας.
Ο κύριος Παντελής κ΄ η κυρία Ντίνα αλληλοκοιτάχτηκαν.
– Γιατί, βρε Κατινάκι;
– Έτσι κυρία.
Δε μπόρεσε να δώσει άλλες εξηγήσεις. Δεν ήξερε ούτε κι αυτό. Το μόνο που ήξερε, ήτανε πως δε μπορούσε πια να μείνει εδώ, όχι.
Βάλανε τα δυνατά τους να το πείσουν, στάθηκε αδύνατο. «Θα φύγω, κυρία» αποκρινότανε στερεότυπα, «θα φύγω», τίποτ΄ άλλο. Τα μάτια του ήτανε τεντωμένα πάντοτε και σα γεμάτα τρόμους.
Κι έφυγε. Κάτω στο δρόμο, ακούστηκε το τακουνάκι του να τυμπανίζει το πεζοδρόμιο, ρυθμικά, σοβαρά, γεμάτο αξιοπρέπεια. Ήτανε τώρα πια το βάδισμα ενός ώριμου ανθρώπου.


(ΕΛΕΥΘΕΡΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ)