Χαιρετώ τους φίλους της λογοτεχνίας, τους μισαλλόδοξους αγωνιστές, τα κακοπαθημένα νιάτα, τα άκρατα ορμώμενα ανθρωπάρια, τους κομπάρσους και πρωταγωνιστές της καθημερινότητας, τα βιολοντσέλα του έρωτος, τους πιστούς και άθρησκους, τις φιλήσυχες πέτρες, τους γνώστες του τίποτα, τους αποτυχημένους της δόξας, χαιρετώ αυτούς που έρπουν, τους ακρωτηριασμένους, τις μηδείες και τους γέροντες, τους αποκρυφιστές του χάους, τα σακάτικα βλήματα, τα τελώνια, τα ξορκισμένα αγγίγματα -
χαιρετώ... εσάς

Τρίτη, 21 Ιανουαρίου 2014

Α. Τερζάκης - Ex Tenebris (Μέρος Α')


Δεν ξέρω πραγματικά αν το διήγημα αυτό ο Άγγελος Τερζάκης το'χει γράψει για τον καθέναν από μας. Αν αυτές οι επιστολές ήρθαν στα χέρια μας, διαβάστηκαν, ή στάλθηκαν από τα δικά μας χέρια. Αν αυτός ο "άγνωστος φίλος" θα μπορούσε να'μαστε εμείς ή κάποιος άλλος... Μέσα σε αυτές τις τρεις επιστολές, μπορεί κανείς να διακρίνει την απόλυτη μεγαλοθυμία του ανθρώπου να βασίζεται εξ ολοκλήρου σε κάποιον άλλον, να υψώνεται στον δικό του νου και να καταρρακώνεται, υπό το φως της ουτοπικής ανεξαρτησίας. Βρισκόμαστε σε ένα διακλαδωτό σύστημα έρωτα και θανάτου.   



Οι τρεις τελευταίες επιστολές
του αγνώστου φίλου.

Ι

      Είναι νύχτα. Στο μικρό μου το δωμάτιο μια λάμπα αγρυπνάει, που την έχω από τα μαθητικά μου χρόνια. Το κιτρινωπό της φως αναδίνει θύμησες αχνές. Φέρνουν γύρω το γυαλί της σαν κοπάδι νυχτοπεταλούδες με τρεκλιστό φτεροκόπημα. Το φως είναι χαμηλό, όσο χρειάζεται για να φωτίζει τη συνείδησή μου.
      Από τις προηγούμενες επιστολές μου – αν λάβατε τον κόπο να τις διαβάσετε – θα ξέρετε πως είμαι ένας φτωχός σπουδαστής που κατοικεί σε μικρό δωμάτιο μιας απόμερης συνοικίας και, για να βοηθιέται, γράφει παραμύθια για παιδιά. Αν τις διαβάσατε τις επιστολές μου, θα τα ξέρετε αυτά, θαρώ πως τα έλεγα κάπου εκεί – μέσα. Αν πάλι δεν τις διαβάσατε, ή αν δεν εκφράστηκα καλά, να τώρα που μου δίνεται η ευκαιρία να το επιχειρήσω. Ξέρω βέβαια πως προσφέρω έτσι στην ανθρώπινη νόησή σας μιαν υπηρεσία: Τοποθετούμε σε τόπο και χρόνο, παίρνω κάπως συγκεκριμένη μορφή. Δεν έχετε πια ανάγκη να μπείτε σε κόπο για να με φανταστείτε ή να με πλαισιώσετε με κάτι στέρεο.
      Ακόμα, θα σας έχω πει κι άλλοτε πως δεν έχω κανένα στον κόσμο. Αυτό θα σας είναι απαραίτητο για να πιστέψετε πως είμαι ειλικρινής. Καμιά υπόληψη δε με δεσμεύει και η αστρική μου υπόσταση πλέει ελεύθερη στο χάος του διαστήματος. Θα με ρωτήσετε ίσως γιατί σας τα γράφω αυτά, ή και γιατί καν σας γράφω. Να μια σκέψη που τώρα μόλις – σας βεβαιώ – ξεφύτρωσε στο νου μου κι αναποδογυρίζει μέσα μου τη λογική ισορροπία της επικοινωνίας μας. Γιατί λοιπόν σας γράφω; Δεν ξέρω. Η ομολογία ελπίζω να μ' ελαφρώνει κάπως στα μάτια σας που δε φρόντισα να δικαιολογήσω αμέσως από την αρχή τη θέση μου, όπως δε φρόντισα και να παρουσιαστώ, σαν άνρθωπος πολιτισμένος.
    Όμως η κοινωνική μου υπόσταση ελάχιστα μ' ενδιαφέρει. Ναι, αυτό ακριβώς. Αρνιέμαι να σηκώσω το βάρος μιας κοινωνικής προσωπικότητας. Έτσι είμαι.
      Και να που βρισκόμαστε ακριβώς:
      Η λάμπα στο τραπέζι μου αγρυπνάει, το φεγγάρι έξω οργιάζει. Σηκώνομαι κι ανοίγω το παράθυρό μου. Η δροσιά της χειμωνιάτικης νύχτας με περιχύνει, όμως δεν είναι αυτό ο σκοπός μου. Ο σκοπός μου είναι να βάλω μια φωνή. Μάλιστα, καλέ μου κύριε, να ξεφωνίσω.
    Και συλλογιέμαι πως το ξεφωνητό τούτο θα διαβαθμιστεί για τα πλάσματα τα ικανά να τ' ακούσουν. Για το διπλανό μου θα είναι μια άγρια, τρομακτική κραυγή. Για το μακρινό γείτονα μια επίκληση ακαθόριστη, που θα του ξυπνήσει πρόσκαιρα τη νυσταγμένη περιέργεια. Για τον απώτατο κάτοικο της περιφέρειας, ένας απρόσωπος στεναγμός της νύχτας – θέμα για ρεμβασμό.
     Και για τ' αστέρια; Τίποτα. Ίσαμ' εκεί δε θα φτάσει βέβαια το ξεφωνητό μου. Η απόσταση προστατεύει την παρθενιά των άστρων.
       Α, οι θετικοί άνθρωποι! Πόσο δίκιο έχουν που δεν το ξέρουν αν υπάρχω. Αυτό είναι ασφαλώς η πιο ουσιαστική τους δικαίωση στη ζωή. Κι αν γράφω σ' εσάς από μήνες, επίμονα, αν σας στέλνω τα κουρελόχαρτά μου, είναι γιατί λατρεύω παθολογικά τη ματαιοπονία. Όταν δεν έχει κανένας το μέσο να γίνει δαίμονας, γίνεται κολασμένος.
       Δεν ξέρετε τι ηδονή νιώθω σα συλλογιέμαι πως σας είμαι άγνωστος, πως μου είσαστε άγνωστος (κοινωνικά, θέλω να πω) και πως παίρνοντας κάθε τόσο το φάκελο με τα χειρόγραφά μου, που η γριά υπηρέτρια σας θα σας τα φέρνει χωρίς άλλο μαζί μ' άλλα γράμματα, την εφημερίδα, το γάλα σας και το κουλούρι, θα στραβομουτσουνιάζετε αξιοπρεπέστατα και θα τα σκίζετε πότε μ' αγανάκτηση και πότε με καρτερία. Μπορεί και να τα ρίχνετε στο τζάκι σας, το βράδι. Εκεί πια βρίσκομαι στο στοιχειό μου! Τσουρουφλίζομαι, φουντώνω, καρουλιάζω, αλλάζω χίλια σχήματα, αποθεώνομαι σε λάμψη και τέλος ξεπέφτω σε λίγη στάχτη που κρατάει σαν παρωδία τη μορφή ενός τσαλακωμένου χαρτιού.
       Αυτή και μόνο η σκέψη με ζεσταίνει σαν πέφτω το βράδι στο κρύο κρεβάτι μου να κοιμηθώ. Το δωμάτιο μου δεν είναι μεσημβρινό, αλλά σας το γυρεύω χάρη να μην με συμπονέσετε. Η φιλανθρωπία είναι νόμισμα τρεχούμενο, που έχει καταντήσει πια να κορώσει από τα μικρόβια. Κρατείστε τα χέρια σας καθαρά.
    Αλήθεια, διαβάζετε βιβλία; Είσαστε, καθώς λένε φιλαναγνώστης; Εγώ σας φαντάζομαι να διαβάζετε εφημερίδα κυρίως, κι αυτό στην υποβλητική ώρα που γίνεται η τελετουργική επίκληση στον ύπνο. Λαμπρά! Νιώθω πολύ ικανοποιημένος που έχω τέλος κι εγώ μια καθώς πρέπει γνωριμία και μπορώ να συζητώ, έστω κι από μακριά, μ' έναν θετικό άνθρωπο.
     Γιατί πρέπει να ξέρετε πως σας γνωρίζω καλά, κι ας μην το υποπτευόσαστε. Έχω παρακολουθήσει τη ζωή σας ,τις συνήθειές σας. Μπορώ να σας φανταστώ την κάθε στιγμή κι απέναντι στο κάθε περιστατικό πώς θ' αντιδράσετε. Είσαστε άνθρωπος μετρημένος. Εκεί κοντά στα πεντήντα – λάθος; - μέτριος στ' ανάστημα, καλοθρεμμένος. Ζήτε με το εισόδημά σας , χωρίς πολλές αξιώσεις ή παραλογισμούς. Βγαίνετε από το σπίτι σας ωρισμένην ώρα για το καφενείο και γυρίζετε μάλλον νωρίς. Έχετε ακόμα στο καπέλο σας το πένθος της αδερφής σας που συχωρέθηκε πριν λίγους μήνες. Αυτή είτα η τελευταία ανωμαλία της ζωής σας. Πάει κι αυτή, πέρασε. Πέθανε, θαρώ, η καημένη, μεγαλούτσικη κι ανύπαντρη. Παρηγορηθείτε! Από τις αδερφάδες μας απαλάσσει πάντα ένας νυμφίος. Όταν δεν είναι ο μικρός, είναι ο Μεγάλος. Τώρα σας φροντίζει η γριά, κουτσή υπηρέτρια σας. Ξέρω ακόμα πως έχετε, για τις καλές ημέρες, ένα μπαστούνι μ' ασημένια λαβή και πως σας στέλνουν ταχτικά την εβδομαδιαία εφημερίδα της πατρίδας σας. Τον καφέ σας τον πίνετε μέτριο βραστό. Καπνίζετε τσιγάρα Ego.
       Βλέπετε πως είμαι φίλος σας.
     Εγώ ζω, είν' αλήθεια, υπό συνθήκες κάπως διαφορετικές, ελαφρώς δυσμενέστερες. Ο δρόμος όπου βλέπει το δωμάτιο μου, περιφρονημένος από τον ήλιο, είναι διαρκώς γεμάτος λάσπες. Το δωμάτιό μου πολύ μικρό. Στο ισόγειο, κάθεται ένας καμπουράκος φοιτητής της φιλολογίας που σκύβει από το πρωί ίσαμε το βράδι στα μεγάλα, χοντρά βιβλία του, αποστραβώνοντας τα μυωπικά του μάτια. Τον ακούω μεσ' από το φτενό πάτωμα να τρίζει φυλλομετρώντας, σα σκόρος. Στο δεύτερο είμαι εγώ. Στο απάνω πάτωμα, ένα είδος σοφίτας, κάθεται κάποιος χασομέρης ποιητής, που μυρίζει αιθέρα. (Μια σκάλα σκοτεινή μας ενώνει και τους τρεις). Δεν έχει επάγγελμα και ζει άγνωστο πώς, σαν τα σκυλιά του δρόμου. Θα καταλαβαίνετε βέβαια πως δεν έχει καμιάν απολύτως υπόληψη και σχεδόν ούτε αξιοπρέπεια. Σέρνει το σαρκίο του άσκοπα πάνω στη γη. Τα μάτια του τα βλέπεις διαρκώς θολά και μεθυσμένα. Σπάνια αντικρύζεις το υπόλοιπο πρόσωπό του, γιατί το σκεπάζει, κολλημένο στη μύτη του επίμονα, ένα μαντήλι μουσκεμένο στον αιθέρα. Άθελά μου όμως κάποιες στιγμές, όταν αποξεχνιέμαι, κάνω τη σκέψη πως μπορεί και να βουλώνει τη μύτη του όχι τόσο για να μυρίσει τον αιθέρα όσο για ν' αποφύγει τη βρώμα του κόσμου. Είναι πολύ αριστοκράτης βλέπετε.
     Όμως η ώρα περνάει, το χαρτί γεμίζει, μαυρίζει κατά τρόπο θαυμαστό. Το φεγγάρι, στο στερέωμα, γέρνει πασχίζοντας να ρίξει μέσα στο δωμάτιό μου μια ματιά, να ιδεί τι γράφω.
     Νιώθω πως είναι η ώρα που θα γυρίσει απ' έξω, ξενυχτισμένος, ο αιθερομανής ποιητής. Θ' ανέβει τη σκάλα αργά, βαρειά, και θα πάει να κουρνιάσει στη σοφίτα του. Δε θα μου χτυπήσει την πόρτα, ποτέ δε χτυπάει. Η σκάλα θα στενάξει κάτω από το περιττό βάρος του. Νάτος κιόλας που έρχεται! Τον ακούω που ανεβαίνει.
    Τον ονειρεύομαι κάποτε έτσι ν' ανεβαίνει, όλο ν' ανεβαίνει, ασταμάτητα, με το κεφάλι του σα σφαίρα διάφανη, ελαστική, γεμάτη αιθέρα. Γίνεται ανάλαφρος, όλο και πιο ανάλαφρος, σχεδόν άυλος. Τ' αστέρια τώρα του κρατάνε συντροφιά, στεφανώνουν το μέτωπό του. Όμως δε φτάνει ποτέ πουθενά. Αυτό είναι το μαρτύριο που του έχουν ορίσει για κόλαση.

       Καθένας με το ριζικό του. 


[Του Έρωτα και του Θανάτου, Βιβλιοπωλείον της Εστίας] 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου