Χαιρετώ τους φίλους της λογοτεχνίας, τους μισαλλόδοξους αγωνιστές, τα κακοπαθημένα νιάτα, τα άκρατα ορμώμενα ανθρωπάρια, τους κομπάρσους και πρωταγωνιστές της καθημερινότητας, τα βιολοντσέλα του έρωτος, τους πιστούς και άθρησκους, τις φιλήσυχες πέτρες, τους γνώστες του τίποτα, τους αποτυχημένους της δόξας, χαιρετώ αυτούς που έρπουν, τους ακρωτηριασμένους, τις μηδείες και τους γέροντες, τους αποκρυφιστές του χάους, τα σακάτικα βλήματα, τα τελώνια, τα ξορκισμένα αγγίγματα -
χαιρετώ... εσάς

Σάββατο, 25 Ιανουαρίου 2014

Α. Τερζάκης - Ex Tenebris (Μέρος Γ')


ΙΙΙ


        Ο θάνατος έστησε σήμερα το πρωί το λάβαρο του στ' αντικρινό σπίτι.
     Πού βρήκε να το φυτέψει! Στις τρυφερές, ανυπεράσπιστες σάρκες ενός μικρού παιδιού. Το σπιτάκι είναι φτωχικό, κακομοίρικο, κάθονται μέσα του κόσμου οι φτωχοοικογένειες. Οι κλάψες των παιδιών τους σου τριβελίζουν το μυαλό.
        Το παιδάκι που πέθανε – ένα μωρό – είτανε μιας φτωχής γυναίκας του δρόμου. Από τη ζωή που πέρασε σφύζοντας τόσες φορές μέσ' από τον κόρφο της, τούτο μονάχα μπόρεσε να συγκρατήσει: Μια σταγόνα σάρκας απαλής. Κι αυτήν ήρθε τώρα ο Αφέντης ο Χάρος να την παγώσει.
      Η μητέρα είναι πόρνη, είπαμε, αυτό όμως δεν την εμποδίζει να κλάψει το μωρό της. Τα ξεφωνητά της, άγρια, ξέσπασαν μαζί με την αυγή. Μαθαίνω πως το παιδί ξεψύχησε τη νύχτα, όμως εκείνη δεν τολμούσε να φωνάξει για να μην ξυπνήσει τη γειτονιά, που δεν τη βλέπει με καλό μάτι.
      Την ακούω, τη στιγμή τούτη που σας γράφω, αξιοσέβαστέ μου φίλε, να στηθοδέρνεται κράζοντας το Δυνάστη της νύχτας που πέρασε να έρθει τώρα λυτρωτής για δαύτην. Και βλέπω εκεί ψηλά, πάνω από τις σκεπές, πάνω από τις καμινάδες που λιβανίζουν τη ζωή, το πελιδνό Του πρόσωπο να χαμογελάει μ' αναισθησία. Κάτι ξέρει αυτός, που εμείς δεν το ξέρουμε.
       Ο ήλιος οργιάζει σήμερα, θεϊκή καλωσύνη. Στολίζει με διαμάντια το κάθε τι, ως και τις λάσπες του δρόμου.
       Ο γιατρός ήρθε να πιστοποιήσει το θάνατο. Είτανε πολύ βιαστικός. Ύστερα ήρθε κι ένας παπάς. Η μαρίδα της γειτονιάς έχει Λαμπρή σήμερα.
      Στο φεγγίτη πρόβαλε η αποκτηνωμένη μορφή του ποιητή. Δεν κρατάει το μαντήλι στη μύτη του. Κοιτάζει τ' αντικρινό σπίτι και το μάτι του είναι χαύνο.
       Πρόβαλε από το ισόγειο κι ο φοιτητής με την κακομούτσουνη φιλενάδα του. Είναι και οι δυο τους μισοντυμένοι, ξεχτένιστοι. Κρατιόνται σφιχταγκαλιασμένοι, κοιτάζουν μαζί. Έτσι που σφίγγονται, θαρείς και κάνουν όρκο συντροφικά να προστατέψουν με νύχια και με δόντια το δικό τους γέννημα.
Βγαίνω κι εγώ και κοιτάζω. Γύρω στη χαροκαμένη παλιόπορτα χαζεύουν τα ξεβράκωτα της γειτονιάς. Ακόμα κι ένα μικρό σκυλί κοιτάζει κουνώντας την ουρά του. Όλη η ζωή ήρθε να παρασταθεί σήμερα στο πανηγύρι τούτο του Θανάτου.
         Δε μπορώ να γράψω τη στιγμή τούτη τίποτ' άλλο. Συμπαθάτε με. Θα συνεχίσω το βράδι.

     Να το βράδι! Άναψα καθώς πάντα τη λάμπα μου. Τα σύννεφα φεύγουν στον ουρανό σαν αλαφιασμένα.
        Απόψε είμαι όλος οράματα. Χίλιες μορφές, γνωστές κι άγνωστες, ήρθανε να στοιχειώσουν την κάμαρά μου. Χορεύουν γύρω μου ασταμάτητα, χιμάνε, τρέχουν, ρίχνουν αστραποβολήματα κρυφά, σιγανοβουΐζουν σαν κοπάδι νυχτερίδες. Κ' εγώ βρίσκομαι στο κέντρο του πανηγυριού.
       Τα μενίγγια μου πάνε να σπάσουν. Το φεγγάρι, κάποια στιγμή, κάνει μια τούμπα στο στερέωμα, ύστερα παίρνει πάλι την κανονική του θέση ανάμεσα στα σύννεφα. Δύο – τρία αστέρια μου γνέφουν πεταλουδίζοντας, με καλούν στο χορό.
      Σηκώνομαι να πάω στο παράθυρο και ξάφνου νιώθω αλιώτικο τον εαυτό μου. Δεν έκανα τίποτ' άλλο παρά να σηκωθώ, και να που ψηλώνω, ψηλώνω, γίνομαι γιγάντιος, τρυπάω το ταβάνι, ανεβαίνω μέσα στη νύχτα. Το μέτωπό μου πάει να χωθεί ανάμεσα στ' αστέρια, έτσι που φοβάμαι μήπως κανένα τους τσουγκρίσει με το κεφάλι μου. Κλείνω τα μάτια μου και ζαρώνω, για καλό και για κακό.
      Μα να, που να πάρει ο διάολος, τα γόνατά μου, ασυνήθιστα να βαστάνε τέτοιο ύψος, λυγίζουν, τρέμουν.
        Γκρεμίζομαι.
       ... Έκανα μια μικρή διακοπή γιατί θα πέρασα φαίνεται κάποια κρίση. Τα μάτια μου τσούζουν, το μυαλό μου ξεκολλάει από τα τοιχώματα του καύκαλου. Θα έγραψα πιο πάνω ανοησίες, όμως δεν έχω το θάρρος να τις ξαναγράψω, να τις σβήσω. Ούτε τον καιρό. Νιώθω πως απόψε, εδώ,  κ ά τ ι    α ν ε π α ν ό ρ θ ω τ ο    θ α    γ ί ν ε ι. Λοιπόν πρέπει γρήγορα να πω, ό,τι έχω να πω.
       Τι σας έλεγα όλες αυτές τις ημέρες; Το δόλιο μου το μυαλό ζαλίζεται από την προσπάθεια να θυμηθώ. Μήπως σας πρόδωσα κανένα μυστικό που δεν πρέπει; Γιατί τώρα βλέπω πως κατέχω τέτοια μυστικά πλήθος. Κατέχω τα κλειδιά για όλα τα προβλήματα, τίποτα δε μου είναι κρυφό.
        Ψηλώνω, ψηλώνω. Όμως όχι, ας πέσω καλύτερα στα γόνατα, γιατί κοντεύω από το πολύ ύψος να μην ξεκρίνω πια ούτε το χαρτί!
         Νά με γονατιστός στο πλάι σας.
         Α! κύριε μου, άγνωστε κύριε. Είμαστε τη στιγμή τούτη όλοι γονατιστοί στο πλάι σας, εγώ και οι φίλοι μου, ο φοιτητάκος του ισογείου, ο αποβλακωμένος ποιητής της σοφίτας, η αντικρινή πόρνη. Όλοι γονατιστοί στο πλάι σας και ψέλνουμε. Να ξέρατε... Έχουμε πιάσει όλα τα σύνορα, από το νότο στο βοριά κι από ανατολή σε δύση. Είμαστε οι ακρίτες του κόσμου σας.
       Συχωρέστε με. Τούτη μονάχα τη στιγμή βλέπω πόσο είτανε μάταια όλα όσα σας έχω γράψει. Επιχείρησα να σας εξηγήσω. Τώρα το βλέπω πως αυτό είναι ακατόρθωτο.
       Όμως θα σας στείλω και τούτο μου το γράμμα. Θα το στείλω για να πληροφορηθείτε τη μετάνοιά μου. Είμαι ένοχος γιατί πρόδωσα την ιερή σιωπή. Μα δεν πειράζει. Είμαι βέβαιος πως δε θα καταλάβατε τίποτα.
      ... Να, πάλι πέρασα μια κρίση. Αυτή είτανε μικρότερη, αλλά θα έγραψα πάλι του κόσμου τις ανοησίες. Δεν πειράζει. Θα προχωρήσω ακόμα λίγο, είναι αργά πια για να γυρίσω πίσω. Το ρήθεν πληρούται. Μια κρίση ακόμα και τέλειωσε. Η οικογένειά μου φρόντισε να μου αφήσει στοργικά τον ωραίο της κλήρο.
        Τι σας έλεγα; Για τ' αστέρια μου. Περιττό να το ξαναπώ. Το αστέρι άλλωστε είναι πολύ γνωστό πως βγήκε από τον τάφο.
        Να η σκάλα που τρίζει. Ποιός ανεβαίνει; Όποιος θέλει ας είναι, εγώ μια φορά σας αφήνω. Το γράμμα πάντως θα το λάβετε, έχει απάνω τη διεύθυνσή σας. Σηκώνομαι τώρα για να πάω στο παράθυρό μου.
        Ξέρω πως θ' αρχίσω πάλι ν' αλαφρώνω, ν' αλαφρώνω. Θ' ανοίξω το παράθυρο. Ο καιρός είναι καλός, το φεγγάρι σελαγίζει. Θα κάνω ένα πήδημα και θα βρεθώ στο άπειρο.

          Θα διαλυθώ σαν ελάχιστος αχνός ανάμεσα στ' αστέρια.  

[Του Έρωτα και του Θανάτου, Βιβλιοπωλείον της Εστίας] 


~ * ~

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου