Χαιρετώ τους φίλους της λογοτεχνίας, τους μισαλλόδοξους αγωνιστές, τα κακοπαθημένα νιάτα, τα άκρατα ορμώμενα ανθρωπάρια, τους κομπάρσους και πρωταγωνιστές της καθημερινότητας, τα βιολοντσέλα του έρωτος, τους πιστούς και άθρησκους, τις φιλήσυχες πέτρες, τους γνώστες του τίποτα, τους αποτυχημένους της δόξας, χαιρετώ αυτούς που έρπουν, τους ακρωτηριασμένους, τις μηδείες και τους γέροντες, τους αποκρυφιστές του χάους, τα σακάτικα βλήματα, τα τελώνια, τα ξορκισμένα αγγίγματα -
χαιρετώ... εσάς

Δευτέρα, 4 Μαρτίου 2013

Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης - Ἄψαλτος




Βαθεῖαν θυελλώδη νύκτα, πρὸς ὄρθρον βαθύν, ὁ ὄµβρος ἐκόπασεν αἴφνης, καὶ
δαιµονιώδης τυφῶν, κραταιὸς ἄνεµος ἐφύσησε, κ᾿ ἔπαυσεν ὁ κατακλυσµὸς τοῦ
νεροῦ, ἀφοῦ ἐπὶ τρεῖς ὥρας εἶχε κάµη νὰ πλεύσῃ ὅλον τὸ χωρίον εἰς τὴν κοιλάδα τὴν
παράλιον. Ὁ µέγας χείµαρρος εἰς τὸ µέσον τῆς ὡραίας λεκάνης, ἐξεχείλισε, παρέσυρε
δυὸ γέφυρας, ἐπληµµύρησεν εἰς ὅλα τὰ χαµόγεια καὶ τὰ σπιτάκια τῶν πτωχῶν, κ᾿
ἔκαµε νὰ κολυµβοῦν γυναῖκες καὶ παιδία, καὶ κτήνη εἰς τὸν καταρράκτην τὸν βαθύν. 
Τὸ νερὸν ὑψώθη ἕως τὰ πατώµατα τῶν πτωχικῶν οἰκιῶν, οἱ περισσότεροι τῶν
κατοίκων ἐπρόφθασαν νὰ φύγουν εἰς τὰ ὑψηλὰ καὶ τὰ µετέωρα. Ὅ,τι ἠδύνατο νὰ
διακρίνῃ τὶς εἰς τὸ στίλβον ἐκεῖνο σκότος, ἦτο µόνον ἓν χάος πλωτόν. ∆ὲν ἐφαίνετο
πλέον ἄστρον οὔτε πούλια, οὔτε πετεινὸς ἐλάλει, οὔτε ὡρολόγι ἐσήµαινεν. 
Ἐφαντάζετό τις ὅτι ἡ νύκτα ἐκείνη τοῦ φθίνοντος Νοεµβρίου δὲν ἔµελλε ποτὲ νὰ
τελειώσῃ. Αἴφνης, περὶ τὰ µεσάνυχτα, ἠκούσθη µεγάλη, ἐξωτικὴ κραυγή: – Πί πί πί ! 
πί πί ! πί ! πί ! 

Ἡ φωνὴ ἐκείνη ἦτο ἀνεξήγητος. Καµµία πτωχὴ γραῖα δὲν θὰ ἦτο ἱκανὴ νὰ φωνάξῃ, 
τέτοιαν ὥραν, τὶς πάπιες της, αἵτινες, ἄλλως, θὰ εἶχον εὑρεῖ τὴν χαράν των, καί, 
καθὼς ἐβεβαίωνεν εἷς χωρικός, ὅστις ἔλεγεν ὅτι ἠξεύρει ἀπ᾿ αὐτά, βεβαίως
«ἐκοιµῶντο πλέουσαι εἰς τὸ νερόν». Ἡ φωνή, ἐκτάκτως ὀξεῖα, ἦτο ἴση µε τὸν ἦχον
δέκα συρίγγων, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ εἶνε ἀνθρωπίνη. Κατὰ τὴν λογικωτέραν φανείσαν
τότε ἐξήγησιν, αὐτὸς ὁ ἄρχων τοῦ σκότους εἶχε τολµήσει νὰ προβάλῃ τὸ ἄσχηµον
ρύγχος του ἀπὸ καµµίαν θυρίδα τοῦ ζοφεροῦ ἀγνώστου, µέσα εἰς τὸ ὑγρὸν ἐκεῖνο
ἔρεβος, καὶ µὴ δυνάµενος νὰ κρύψῃ τὴν µαύρην χαιρεκακίαν του, διότι ἔβλεπε τοὺς
ἀνθρώπους νὰ πλέουν, ὡς νὰ εἶχον µεταµορφωθεῖ εἰς τὸ γένος τῶν νήσσων, ἔρρηξε
τὴν κραυγὴν ἐκείνην τοῦ πικροῦ σαρκασµοῦ πρὸς τὴν ταλαίπωρον ἀνθρωπότητα. 

Τέλος, µετὰ µακρᾶς ὥρας, µέγας ἄνεµος τυφῶν µανιωδῶς ἐφύσησεν. Ἐσίγησεν ὁ
µονότονος ροῖβδος τῆς βροχῆς, ὁ βαθὺς ρόχθος τῶν κυµάτων ἀντήχει τώρα ἀπὸ τὸν
λιµένα, καὶ ὁ φρενιαστικὸς συριγµὸς τῶν τροχαλιῶν, καὶ ἡ βάναυσος κλαγγὴ τῶν
ἁλύσεων, τὰς ὁποίας ἐξέσυρε κ᾿ ἔπαιζεν ἡ τρικυµία. Σιµὰ εἰς πέντε ἢ ἓξ ὀγκώδη
σκάφη, ἀσφαλῶς ἀραγµένα, νὰ µικρὸν κόττερο, νέο σκαρί, ἐφαίνετο νὰ σαλεύῃ εἰς
τὸν γνόφον τὸν βαθύν, ἀνάµεσα εἰς τὸ ∆ασκαλειό, τὸ βραχῶδες χθαµαλὸν νησίδιον, 
καὶ εἰς τὸν παλαιὸν Μῶλον, δίπλα εἰς τὰ ρηχά, τὰ ἁπλούµενα ἐκεῖθεν τῶν ἐκβολῶν
τοῦ χειµάρρου. Στιγµὴν τινά, ὅταν ὁ ἄνεµος εἶχε φθάσει εἰς τὸ ἔπακρον τῆς λύσσης
του, κρότος ὀξὺς ἠκούσθη ἀπὸ τὸ κόττερον, ὅστις ἐξεχώριζε καὶ ἀπὸ τὸν ρόχθον τῶν
κυµάτων, καὶ ἀπὸ τοὺς συριγµοὺς τῶν τροχαλιῶν. Ἦτον ὡς κραυγὴ ἀγωνίᾳς. 
∆υὸ ἢ τρεῖς θαλασσινοὶ κατοικοῦντες εἰς τὸ παραθαλάσσιον, σιµὰ εἰς τὴν
προκυµαίαν, εἶχον ἀνοίξει τὰ παράθυρά των, κ᾿ ἐκύτταζαν ἀνήσυχοι τὰ χειµαζόµενα
πλοῖα. Οὔτε ἐνόησαν τί ἐσήµαινεν ἡ κραυγὴ ἢ ὁ κρότος αὐτός. Ὁ εἷς τότε ἐφώναξε
πρὸς τὸν γείτονά του: 
- Ποιὸς νὰ πάῃ, καπετὰν Στέργιο, νὰ φωνάξῃ αὐτὸν τὸν Μῆτρο, τὸν νειόγαµπρο; ∆ὲν
τὸ βλέπω καλὰ τὸ κόττερο. 

- Ποιὸς νὰ πάῃ, καπετὰν Νικόλα; ἀπήντησεν ἀπαθὴς ὁ Στέργιος.
- Ἀλοία στὸν καϋµένον τὸν Φραγκούλα! εἶπεν ὁ πρῶτος ὁµιλήσας.
Οἱ δυὸ ναυτικοὶ ἦσαν µὲ τὰ νυκτικά των. Ἄλλως ἤξευραν ὅτι ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ µικροῦ
σκάφους εἶχε συνήθειαν νὰ κοιµᾶται κατ᾿ οἶκον, ἡ δὲ οἰκία του δὲν εἶχε τὸ
πλεονέκτηµα νὰ εἶνε παραθαλασσία. Τὸ κόττερο ἦτον «νέο σκαρί», καὶ ὁ καπετάνιος
του ἦτον «νειόγαµπρος». Μόνον ὑπῆρχεν ἐντὸς τοῦ πλοίου ὁ σύντροφός του, γέρων
ναυτικός, ὁ Κώστας Φραγκούλας, ὅστις εἶχεν ἔργον νὰ φυλάγῃ τὸ πλοῖον.
Μόλις ἐξέφερεν ὁ ὀνοµασθεὶς Καπετὰν Νικόλας τὸν ἐλαφρὸν ἐκεῖνον ταλανισµόν,
καὶ ὡς ἀπάντησις εἰς τὸ ἀλοὶ ἐκεῖνο, φοβερὸς τριγµὸς καὶ κρότος µετὰ ὀξέος
συριγµοῦ ἀντήχησε. Ἦτον ὡς καγχασµὸς θαλασσίου δαίµονος εἰς τὸ σκότος. Μέσα
εἰς τὴν πάλην τῶν στοιχείων, καὶ εἰς τὸν ποικίλον ὀρυµαγδόν, ἄπειρον ὄµµα καὶ µὴ
ἐξησκηµένον ὠτίον, τίποτε δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ διακρίνει. Μόνον οἱ δυὸ πλοίαρχοι,
ἀπὸ τὰ παράθυρά των, πάραυτα ἐνόησαν καὶ ἀφήκαν διπλὴν κραυγήν.
- Πάει τὸ κόττερο! εἶπε µετ᾿ ἀληθοῦς πόνου ὁ Νικόλας. Κρῖµα ῾στο! κρῖµα ῾ς!
- Τύφλα! εἶπεν ἀνάλγητος, αὐστηρὸς τιµητὴς ὁ Στέργιος.

Τὸ πρωί, ὅλοι ἔµαθαν ὅτι ἡ τρικυµία ἐξέσυρε τὰς ἀγκύρας τοῦ µικροῦ κοττέρου, καὶ
τὸ πλοῖον ἔγινεν ἄφαντον, µαζὶ µὲ τὸν Κῶτσον τὸν Φραγκούλαν, τὸν µόνον ἐπ᾿ αὐτοῦ
ναυβάτην. Εὑρέθησαν τινὲς διὰ νὰ ὑπάγουν νὰ κράξουν τὸν πλοίαρχόν του, τοῦ
ὁποίου ἡ οἰκία εὑρίσκετο ἕνα δροµίσκον παραµέσα ἀπὸ τὴν προκυµαίαν ἀλλ᾿ ἦτο
ἀργὰ πλέον. Ἀπόπειρα εἶχε γείνη, µὲ µίαν µεγάλην σκαµπαβίαν, µὲ ἓξ κωπία, νὰ
πλεύσωσι πρὸς τὸ νότιον µέρος, εἰς τὸ στόµιον τοῦ λιµένος, µὲ τὸν λυσσῶντα ἄνεµον
τὸν πνέοντα ἀπὸ τῆς ξηρᾶς, ἀλλὰ δὲν ἠµπόρεσαν νὰ «µπουκάρουν», ἤτοι νὰ
κατευθυνθῶσι πρὸς τὰ ἐκεῖ. Τὸ πλοῖον εἶχε γίνῃ ἄφαντον.
Τὴν ἐπαύριον, εἶχε γίνῃ εὐδία. ∆ὲν ὑπῆρχε πλέον ἡ µικρὰ φουσκοθαλασσιὰ κ᾿
ἐλαφρὰ πνοή, ὁµοία µε τὸν πείσµονα γρυσµὸν τοῦ µετὰ κόπου κατασιγασθέντος
σκύλου. Ὅλοι ἐσυλλυποῦντο τὸν νεαρὸν καπετὰν Μῆτρον, καὶ ὅλοι ἔκαµνον, ὅπως
συνειθίζουν οἱ ναυτικοί, ἢ κατὰ πρόσωπον, ἢ ὄπισθεν τῶν νώτων, τὰς ἀµειλίκτους ἐκ
τῶν ὑστέρων ἐπικρίσεις των. Βέβαια, ὁ Μῆτρος ἦτο νέος κυβερνήτης. Ἕως τότε εἶχε
ταξιδεύσει ἐπὶ χρόνους ὡς ναύτης εἰς µεγάλα πέλαγα, µὲ τὴν σκοῦναν τοῦ πατρός
του. Ἑπόµενον ἦτο νὰ εἶνε «ἀτζαµής», καὶ νὰ µὴν εἰξεύρη καλὰ οὔτε ἀπὸ
ἀκτοπλοΐαν, οὔτε πῶς νὰ «σιγουράρῃ» τὸ πλοῖον του εἰς τὸν λιµένα, ἀφοῦ µάλιστα
ἐκοιµᾶτο κατ᾿ οἶκον. Νιόγαµβρος, νέο σκαρί. Ἀλοία! στὸν Φραγκούλα.

Ναί, ὁ Φραγκούλας, ἦτον γέρος, καὶ ἠµπορεῖ νὰ ἦτον σχεδὸν ἀνίκανος. Παράξενος,
στραβός, µισοπάλαβος. Ἀλλοίθωρος, ἡ γυναῖκα του. Ἐπὶ τινὰ χρόνον ἔµενεν εἰς ἕνα
κατώγι, διὰ ψυχικόν. Ἐπήγαινε µὲ τὶς βάρκες, εἰς ψάρευµα ἢ µικροὺς ναύλους, ἀλλὰ
συνήθως ἐξενυχτοῦσε στὸ κατώγι. Τέλος, ὅταν ἔφτιασε τὸ κόττερο ὁ Μῆτρος, ὅστις
ἦτο δεύτερος ἀνεψιός του, τὸν προσέλαβεν ὡς τακτικὸν συµπλωτήρα, ἅµα καὶ
νηοφύλακα. Πρὸς τί νὰ ὑποχρεώνεσαι, τοῦ εἶπε, «µπάρµπα», νὰ κοιµᾶσαι στὸ ξένο

κατώγι; ἀφοῦ, «καλλίτερα γιὰ σένα» σ᾿ ἔδιωξεν ἡ γυναῖκα σου; ἔλα νὰ κοιµᾶσαι µέσ᾿
τὸ κόττερο, κάτω στὴν πλώρη, ποὺ κάνει µεγάλη ζέστη, ζέφκι, καὶ καλοπερασιά.

Ὁ καϋµένος, ὁ Κῶτσος, ὀλίγας ἡµέρας πρίν, εἶχε συµβῇ, εἰς τὴν κηδείαν ἑνὸς
παλαιοῦ γείτονός του, νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν ναόν, ἐνῷ ἐψάλλετο ἡ νεκρώσιµος
ἀκολουθία. ∆ὲν ἦτο τακτικὰ φιλακόλουθος. Μερικοὶ τὸν ἐπείραζαν, καὶ τὸν ἔλεγαν
«φαρµασῶνον». Ἀλλ᾿ αὐτὸς ἦτο ἐξ ἰδιοσυγκρασίας σκωπτικός, ἰδιότροπος ἐν τῇ
ἀσυνειδήτῳ φιλοσοφίᾳ του. ∆ιῆλθεν ἄνωθεν τοῦ χοροῦ, πρὸ τῶν βαθµίδων τοῦ
βήµατος κ᾿ ἐπλησίασεν εἰς ἕνα νέον δηµοδιδάσκαλον, ὅστις ἐσυνεῖθιζε νὰ ψάλλῃ, καὶ
κατὰ τὴν κηδείαν αὐτὴν ἵστατο ἀριστερά, βοηθῶν τοὺς ἱερεῖς, εἰς τὸν στίχον: «Κύριε
ἀνάπαυσον τὴν ψυχὴν τοῦ δούλου σου», τὸν ὁποῖον ἐπανελάµβανεν ἐκ περιτροπῆς ὁ
ψάλτης. Ὁ Φραγκούλας ἀλλοκότως ἐγέλασε, καὶ εἶπε µὲ φωνὴν σχεδὸν ἀκουστήν:
- Ἀνάθεµα στὴν ψυχὴν τοῦ δούλου σου; Τί λὲς δάσκαλε;
Ὁ ψάλτης τοῦ ἔνευσε µόνον νὰ σιωπήσῃ. Καὶ µὲ κυκλοτερὲς βλέµµα πρὸς τοὺς
ἄλλους, τοὺς ἐσύστησε νὰ µὴ δώσουν προσοχήν, διὰ νὰ µὴ γίνῃ χασµωδία.
Ὁ Φραγκούλας µετ᾿ ὀλίγον καὶ πάλιν ἐπανέλαβε:
- Τί τοὺς ψαίλνετε; ... Τί τοὺς κάνετε νάνι-νάνι; ... Ὅλοι στ᾿ ἀνάθεµα θὰ πᾶµε!...
Ὁ διδάσκαλος καὶ πάλιν τοῦ ἔνευσεν αὐστηρῶς. Καὶ ὁ Κῶτσος ἀπεµακρύνθη.

Καὶ µετ᾿ ὀλίγας ἡµέρας ἐπέπρωτο, ὁ γέρων οὗτος ναυτικός, ὅστις, τὴν πρωΐαν
ἐκείνην, –τὶς οἶδε;- µὲ τὴν πένθιµον ἐκείνην εὐθυµίαν του, ἄλλην πρόθεσιν ἴσως δὲν
εἶχεν, εἰµὴ νὰ ὑποδείξῃ τὸ µάταιον, καὶ τὸ συνθηµατικόν, καὶ τὸ ἀγοραῖον πάσης
ἀνθρωπίνης συνηθείας, ὡς καὶ αὐτῆς τῆς νεκρωσίµου ποµπῆς· ὁ γέρων οὗτος, ὅστις
δὲν ἦτο εἰµαρµένον ν᾿ ἀξιωθῇ οὔτε τῆς ἐσχάτης παραµυθίας, οὔτε τῆς κηδεύσεως,
ἔµελλε νὰ ἴδῃ ὅλην τὴν φοβεράν, τὴν δαιµονιώδη ποµπήν, ὅλων τῶν στοιχείων τ᾿
οὐρανοῦ, τῶν ἀνέµων, τῶν κυµάτων τὴν φρικώδη συνοδίαν ὀρχουµένην µανιωδῶς
περὶ τὴν γηραιὰν κεφαλήν του, γύρω εἰς τὴν λευκὴν ἀκτένιστον κόµην του· κ᾿
ἔµελλεν ἐν τριγµῷ ἁλύσεων καὶ τροχαλιῶν καὶ ἀρµένων, νὰ καταποντισθῇ εἰς τὸ
κῦµα, «ἄψαλτος, ἀσαβάνωτος, ἀµοιρολόγητος».


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου