Χαιρετώ τους φίλους της λογοτεχνίας, τους μισαλλόδοξους αγωνιστές, τα κακοπαθημένα νιάτα, τα άκρατα ορμώμενα ανθρωπάρια, τους κομπάρσους και πρωταγωνιστές της καθημερινότητας, τα βιολοντσέλα του έρωτος, τους πιστούς και άθρησκους, τις φιλήσυχες πέτρες, τους γνώστες του τίποτα, τους αποτυχημένους της δόξας, χαιρετώ αυτούς που έρπουν, τους ακρωτηριασμένους, τις μηδείες και τους γέροντες, τους αποκρυφιστές του χάους, τα σακάτικα βλήματα, τα τελώνια, τα ξορκισμένα αγγίγματα -
χαιρετώ... εσάς

Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2013

Εlysee Tourian - Μη Με Αγγίζεις




Ο Επίσκοπος Elysee Tourian είν' ένας από τους Αρμένιους της γενιάς που φεύγει. Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, στα 1860, από πατέρα φτωχό σιδηρουργό και έγινε Πατριάρχης των Αρμένιων, της Κωνσταντινουπόλεως πρώτα και των Ιεροσολύμων τελευταία, όπου και πέθανε στα 1932 σε βαθύ γήρας. Δημοσίευσε πλήθος πραγματείες και μελέτες εκκλησιαστικού περιεχομένου, κι εξέδωκε συλλογή ευαγγελικών κυρίως ποιημάτων με τον ωραίο τίτλο "Ποιμενική Φλογέρα". Η ποίηση του, δοσμένη με μια σοφή κι αρμονική τεχνική, σε μια γλώσσα πλουτισμένη απ'τους πολύτιμους θησαυρούς της Αρμενικής, έχει ένα θέλγητρο ξεχωριστό και ελεγειακό τόνο που συνεπαίρνει. 
Ο μυστικοπαθής αυτός οραματιστής είναι αδερφός του επίσης λαμπρού μα κι άτυχου μαζί ποιητή Πέτρου Τουριάν, που πέθανε πάνω στ'άνθος της νιότης του, στα 20 χρόνια του, από φυματίωση, και που είχεν αποκληθεί για τους επίσης μουσικούς στίχους του, το "Αηδόνι του Σκουταριού". 
Στο παρακάτω ποίημα έχει τηρηθεί αυστηρότατα η μορφή του πρωτοτύπου. 

ΚΟΥΛΗΣ ΑΛΕΠΗΣ






ΜΗ ΜΕ ΑΓΓΙΖΕΙΣ 

Μη μου άπτου... 
(Άγ. Ιωάννης, κ', 17)

 Ι 

Τα δάκρυα που απ'τα μάτια σου τα ογρά κατρακυλούνε
των φιασιδιών σου το παλιό το σφράγισμα κρατούνε.
Άνθος του παραδείσου μου να γίνεις δεν αξίζεις. 
Μη με αγγίζεις. 

Έχεις ακόμα στεναγμούς που ηχώ' ναι μιας αβύσσου, 
Έρως και Χάρος, χίμαιρες στη μάταιη την ψυχή σου.
Ύμνος εσύ της δόξας μου να γίνεις δεν αξίζεις. 
Μη με αγγίζεις. 

Τα δάχτυλα σου η ευωδιά της σμύρνας πνίγει ακόμα
παίρνες, ως πας, του ζαρκαδιού τα σείσματα στο σώμα,
και τ'αεριμό φουστάνι σου σαν κύμα το ανεμίζεις.
Μη με αγγίζεις.

Δες, η δροσούλα της νυχτός μουσκεύει τα μαλλιά σου,
κι' οι μανδραγόρες σαν και πριν μεθούν την αναπνιά σου,
μέσα στων δεντρολίβανων τη βλάστηση ως ανθίζεις.
Μη με αγγίζεις. 

Τα δυο σου μάτια ακόμα θες στ'αμπέλια ν'ανοιχτούνε,
με τα τσαμπιά τα στήθη σου για ν'αναμετρηθούνε.
Ακόμα το κρασί αγαπάς, το γάλα λαχταρίζεις. 
Μη με αγγίζεις. 

Η σκιά σου βόσκει ιδανική στα ωραία μέσα τα κρίνα, 
κάτω από του ήλιου τη λαμπρή και ξεφτισμένη αχτίνα.
Κι όμως με μια κηλίδα σου στο μέτωπο ασκημίζεις.
Μη με αγγίζεις. 

Οι σάπφειροι που στο λαιμό τον άσπρο σου φαντάζουν,
ακόμα, ω Σουλαμίτιδα, το στήθος σου ταράζουν
και στο κορμί σου ακοίμητη την αμαρτία κομίζεις.
Μη με αγγίζεις. 

Άμα η ψυχή σου διαλυθεί και σα μολύβι λιώσει,
και το κορμί το σάπιο σου σκουριά το κουκουλώσει,
τότε, και νιότη κι' έρωτα, θ' αφήσεις, όπου ελπίζεις,
και δε με αγγίζεις. 


ΙΙ

Τα δάκρυα σου με της αυγής συνταύτισε τη δρόσο
σκύψε κι' αγκάλιασε τη γης που μ' αίμα έβαψα τόσο, 
και γίνε ένα τριαντάφυλλο, τα γύρω να ωραΐσεις,
για να με αγγίσεις.

Και με της αύρας σμίγοντας της πνοής σου το μετάξι, 
έμπα στον τόπο τον πικρό που τόσο έχω στενάξει. 
Γίνε του πόνου μια κραυγή, μια δέηση στις δεήσεις, 
για να με αγγίσεις. 

Σε φωταχτίδων βάφτισε τα δυο σου χέρια βάζο
για να σιμώσεις το που εγώ ζωγράφισα γαλάζο
και γίνε λευκοφτέρουγο ένα πέταμα της φύσης,
για να με αγγίσεις. 

Τα μαύρα σου, σγουρά μαλλιά, τα σκόρπια απολυμένα,
με τ'άγιο μύρο, ευώδιασε που εγώ τα'χω αλειμμένα.
Του Θεού τον οίκο, πες, με αγνές, τον πόνο σου, διαχύσεις,
για να με αγγίσεις. 

Σαν άγιο κλείσε λείψανο στου στήθους σου το βάθος
τη φλόγα που η αγάπη μου σου θέριεψε σαν πάθος
και σε τρανές τον κόρφο σου φωτιές να παρατήσεις,
για να με αγγίσεις. 

Στην νύχτια την αγρύπνια της άνοιξε την καρδιά σου
στην άγρια θύελλα που εγώ ξεσήκωσα μπροστά σου.
Και μαργατίτη ολόγλαυκο βαθειά σου ν'αποχτήσεις,
για να με αγγίσεις.

Κι' αν η ψυχή σου ως μάλαμα, χρυσάφι ονειρεμένο, 
λάμψει μες απ'το σώμα σου το ασημοστολισμένο,
και του βωμού μου υπέρτατο λουλούδι πια θ'ανθίσεις,
και θα με αγγίσεις. 



Μετάφραση: ΚΟΥΛΗΣ ΑΛΕΠΗΣ 




















Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου