Ξέρουμε πως προσβάλλουμε τα πνευματικά δικαιώματα με την κάθε δημοσίευση στο blog και ότι με ένα νεύμα του νόμου και του δημιουργού και του κληρονόμου και του εκδοτικού και του θιγμένου θα μπορούσαμε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να βρεθούμε είτε πίσω από τα κάγκελα, είτε πάνω σ'αυτά. Όμως ό,τι ανεβαίνει, ανεβαίνει από την φυσική διάθεση να μοιραστούμε, να θυμίσουμε, να μονολογήσουμε όπως θα το κάναμε ούτως ή άλλως.

Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2013

Το μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι «Έγκλημα και Τιμωρία» A' μέρος

Το μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι «Έγκλημα και Τιμωρία»




Την ιδέα για το Έγκλημα και Τιμωρία την ανήγγειλε ο Ντ. μ’ ένα γράμμα του στον Κάτκοβ, τον εκδότη του Ρωσικού Μηνύτορα, μαζί με μια αίτηση για τριακόσια ρούβλια. Γράφει:
            «…Ένας νέος, πρώην φοιτητής πάμπτωχος και από αστική οικογένεια από ελαφρότητα, έλλειψη αρχών και υπό την επίδραση ορισμένων  σύγχρονων φθοροποιών ιδεών, αποφασίζει να βγει με μιας από την άθλια κατάσταση του. Παίρνει την απόφαση να σκοτώσει μια γριά χήρα, σαράφισσα. Η γριά αυτή είναι κουφή, άρρωστη, άπληστη, μωρόμιαλη και η μόνη της δουλειά είναι να κάνει το κακό, να κατασπαράζει τον πλησίον της και να βασανίζει τη μηλαδερφή της. «Δεν είναι καλή σε τίποτα» - «γιατί να ζεί;» «Προσφέρει καμιά ωφέλεια;» Τα ερωτήματα αυτά βασάνιζαν τον νεαρό. Αποφασίζει να να τη σκοτώσει, να την κλέψει για να έχει κάποια οικονομική δυνατότητα να προσφέρει λίγη ανακούφιση στην μητέρα του που ζει στην επαρχία, και να γλιτώσει την αδερφή του από τα νύχια ενός τσιφλικά στο σπίτι του οποίου δουλεύει ως κουβερνάντα, κι ακόμα να τελειώσει τις σπουδές του, να πάει στο εξωτερικό και γυρίζοντας στην πατρίδα του να αφιερωθεί «στο καθήκον του για την ανθρωπότητα ως άνθρωπος» κι έτσι φυσικά να «εξαγοράσει το έγκλημά του» αν και ο ίδιος δεν θεωρεί έγκλημα το φόνο μιας «ψείρας», μιας άρρωστης και κακιάς γριάς που δεν ξέρει και η ίδια καλά καλά γιατί ζει.
            Μόλο που τέτοιου είδους εγκλήματα τις περισσότερες φορές δεν πετυχαίνουν αφού και η τύχη βάζει το δαχτυλάκι της στο να πιάνονται οι ένοχοι, ωστόσο ο φοιτητής μας τα καταφέρνει μόνο και μόνο  από μια ευνοϊκή εξέλιξη των πραγμάτων.
            Περνάει ένας μήνας μετά το έγκλημα. Κανένας δεν υποπτεύεται τον φονιά μα εδώ παρεμβαίνει ένας απρόσμενος παράγοντας: η ψυχολογία ή μάλλον οι ψυχικές μεταπτώσεις του φοιτητή. Προβλήματα άλυτα ορθώνονται μπροστά του, αισθήματα απροσδόκητα και ανύποπτα κατατρώγουν την καρδιά του.. Η θεία αλήθεια και ο ανθρώπινος νόμος κυριαρχούν στο τέλος κι έτσι ο φοιτητής αναγκάζεται να πάει να παραδοθεί. Το συναίσθημα του αποχωρισμού και της απομόνωσης από την ανθρώπινη κοινωνία που είχε αρχίσει να δοκιμάζει από την στιγμή που διέπραξε το έγκλημα ήταν γι’ αυτόν ένα μαρτύριο. Ο θείος νόμος και η ανθρώπινη φύση θριάμβευσαν. Ο εγκληματίας αποφασίζει να δεχτεί την τιμωρία για να εξαγοράσει το έγκλημά του….»

Γυρίζοντας στην Πετρούπολη από το εξωτερικό, Ο Ντοστογιέφσκι ρίχτηκε με τα μούτρα στην δουλειά. Είχε υποσχεθεί να δώσει το μυθιστόρημά του στον Κατκόβ «μέσα σε ένα μήνα». Χτυπιέται από άγριες κρίσεις επιληψίας μα δε σταματά να γράφει. Είχε προχωρήσει πολύ στο γράψιμο του έργου του όταν ξαφνικά πετάει όλα τα χειρόγραφα στην φωτιά.
            Τι είχε συμβεί; Κάτι καινούργιο άρχισε να τον απασχολεί.
            Να, τι είχε γίνει: ο Ντ. άρχισε να εργάζεται πάνω στην ιδέα που είχε περιγράψει το γράμμα του στον Κατκόβ, εγκαταλείποντας ένα προηγούμενο πλάνο του για τους Μεθύστακες. Μα καθώς προχωρούσε η δουλειά διαπίστωσε πως τα δυο θέματα μπορούν να συνδυαστούν. Οι Μεθύστακες όπως έγραψε στο Κρέβσκι (ο οποίος είχε αρνηθεί το έργο) είχε ως θέμα του το «σύγχρονο πρόβλημα του αλκοολισμού, και ειδικά τον αντίκτυπό του μέσα στην οικογένεια, την ανατροφή των παιδιών κτλ.» Οι ολέθριες  συνέπειες του αλκοολισμού ιδωμένες από την πλευρά του φοιτητή θα μπορούσαν να του δώσουν περισσότερα κίνητρα στο να διαπράξει το έγκλημά του, να κάνουν πιο περίπλοκη την προσωπικότητα του, να του δώσουν μεγαλύτερη αληθοφάνεια. Μόλις το μυαλό του συνέλαβε την καινούργια υπόθεση του έργου του, ο Ντοστογιέφσκι πετάχτηκε πάνω από την χαρά του.
            Πριν το τέλος του Δεκέμβρη (1865) ο Κάτκοβ πήρα τα εφτά πρώτα τυπογραφικά του Έγκλημα και Τιμωρία με μια καινούργια αίτηση για χρήματα και τη ρητή δήλωση του Ντ. «Να μην επιφέρει καμιά απολύτως μετατροπή» στο έργο. Είχε ριχτεί με τα μούτρα στο γράψιμο: υπολόγιζε να παραδίδει 6 τυπογραφικά το μήνα. Όλο το χειμώνα του 1866 δεν έβλεπε κανένα, δεν θα πήγαινε πουθενά και θα συνέχιζε έτσι ίσαμε που να τελειώσει το έργο, «εκτός και με κλείσουν στη φυλακή για χρέη», έγραψε στον Ράγκελ στις 18 Φεβρ. Στον Κάτκοβ που διαμαρτυρόταν ότι το έργο τραβούσε πολύ σε μάκρος έλεγε: «Αν θέλει ο Θεός, αυτό το έργο θα είναι αριστούργημα»
            Στα μέσα Ιουλίου φεύγει για τη Μόσχα και στις 25 του ίδιου μήνα νοικιάζει μια ντάτσα στο Λιουμπλίκο. Κοντά του έχει την αδερφή του Βιέρα μαζί με την οικογένεια της. Οι μέρες του κυλάνε ήσυχα μέσα σε ένα περιβάλλον οικογενειακό, χαρούμενο, ξέγνοιαστο, και την εντατική δουλειά.
            Μια μέρα ένα φοιτητής έπαιζε στο πιάνο μια ρομάντζα του Χαίνε.
Ο Ντοστογιέφσκι τον ρώτησε που την είχε ακούσει: στη Μόσχα σε μια λατέρνα. Η λεπτομέρεια αυτή μπήκε στο κεφάλαιο όπου η Κατερίνα Ιβάνοβνα αναγκάζει τα παιδιά της να τραγουδάνε μέσα στον δρόμο.
            Στις 10 Σεπτεμβρίου ο Ντ. ξαναγύρισε στην Πετρούπολη. Βιαζόταν να τελειώσει το Έγκλημα και Τιμωρία. Ήδη είχε υποσχεθεί στον εκδότη Στελόβσκι τον «Παίχτη». Ας δούμε τα πράματα όπως μας τα περιγράφει η γυναίκα του Άννα Γρηγορίεβνα: « Το 1866, ο Φεοντόρ Μιχαήλοβιτς ήταν καταποντισμένος στο Έγκλημα και Τιμωρία, που ήθελε να τελειώσει με τέχνη. Πως θα κατάφερνε ακόμα έτσι άρρωστο που είτανε, να γράψει τόσες σελίδες πάνω σ’ ένα καινούργιο θέμα.
            Στο γυρισμό του από τη Μόσχα, λίγο πρωτύτερα, ο Ντ. είχε μία κρίση απελπισίας, γιατί καταλάβαινε πως του ήταν αδύνατο μέσα σε ενάμιση ή δυο μήνες να εκπληρώσει τους όρους του Συμβολαίου με το Στελόβσκι.
Οι φίλοι του Μάικοβ, Μιλιούκοβ και Ντολγκομόστιεβ, που ήθελαν να τον βγάλουν απ’ αυτή την δύσκολη θέση, τον συμβούλεψαν να κάνει σχέδιο του μυθιστορήματος και προσφέρθηκαν να γράψει ο καθένας τους το ένα τρίτο του έργου. Οι τέσσερις μαζί είχαν την ελπίδα πως θα το τελείωναν την ορισμένη μέρα. Τη φροντίδα να συντάξει το κείμενο και να απαλύνει τις ανωμαλίες την κοινής συνεργασίας, θα την αφήνανε στον Ντ., που θα έβαζε την τελική σφραγίδα. Ο Φεοντόρ Μιχαήλοβιτς αρνήθηκε μια τέτοια πρόταση, κρίνοντας πως ήταν προτιμότερο να πληρώσει πρόστιμο ή ακόμα και να χάσει τα φιλολογικά του δικαιώματα, παρά να βάλει το όνομα του σ’ ένα τέτοιο κατασκεύασμα. Τότε οι φίλοι του, τον προτρέψανε να καταφύγει σ’ έναν στενογράφο. Ο Μλιούκοβ που είχε σχέσεις με τον καθηγητή Όλχιν, πήγε να τον βρει και τον παρακάλεσε να πάει στο συγγραφέα, που μ’ όλη την αμηχανία που του έφερνε μια τέτοια, συγκατατέθηκε ωστόσο να καταφύγει σ’ αυτό το μέσο.
            Τελικά ο Ντοστογιέφσκι προσέλαβε ως στενογράφο την καλλίτερη μαθήτρια του Όλχιν, την Άννα Σνιτκιν (που έγινε η δεύτερη γυναίκα του).
            Να πως περιγράφει τον Ντ. η Άννα Σνίτκιν στην πρώτη τους συνάντηση στο σπίτι του συγγραφέα ακριβώς εκείνη την εποχή: «Στην αρχή ο Ντ. μου είχε φανεί αρκετά ηλικιωμένος, μα έγινε πιο νέος αμέσως όταν μίλησε, και τον έκανα τριανταπέντε έως τριανταεπτά χρονών. Ήταν στητός και το ανάστημα του ήταν μέτριο. Τα μαλλιά του ανοιχτά καστανά και λίγο κοκκινωπά, ήταν αλειμμένα με άφθονη πομάδα και στρωμένα προσεχτικά. Μα εκείνο που με ξάφνιασε περισσότερο στο πρόσωπο του ήταν τα μάτια του. Το ένα ήτανε καστανό και το άλλο είχε τόσο μεγάλη κόρη που η ίριδα δεν φαινότανε. Αυτή η ασυμμετρία του βλέμματος του έδινε μια έκφραση αρκετά αινιγματική. Το αρρωστημένο, βασανισμένο πρόσωπο του μου φάνηκε πολύ γνωστό, χωρίς άλλο γιατί είχα δει και από πρίν το πορτρέτο του. Ο Ντ. φορούσε μια ρεντιγκότα από μπλε τσόχα, αρκετά τριμμένη, αλλά ο γιακάς και τα μανικέτια του πουκαμίσου του, ήταν άσπρα σαν το χιόνι.»


            Ο Ντοστογιέφσκι και η Άννα τελείωσαν μαζί το Έγκλημα και Τιμωρία και παρέδωσαν τα τελευταία χειρόγραφα στον Ρώσικο Μηνύτορα πριν τα Χριστούγεννα (1866). Το έργο εκδόθηκε αμέσως σε δυο τόμους. Η επιτυχία του, όπως προέβλεψε ο δημιουργός του, ήταν τεράστια. Όλοι συζητούσαν για το έργο αυτό. Ήταν το πρώτο από τα πέντε μεγάλα μυθιστορήματα που δόξασαν τον Ντ. Το συμπαραβάλλουν με αρχαία ελληνική τραγωδία. Στα πρόσωπα του έργου του πετυχαίνει ο Ντ. να ενώσει τη φιλοσοφία με τη ζωντανή ψυχολογική υφή.



~ ~ ~

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου