Χαιρετώ τους φίλους της λογοτεχνίας, τους μισαλλόδοξους αγωνιστές, τα κακοπαθημένα νιάτα, τα άκρατα ορμώμενα ανθρωπάρια, τους κομπάρσους και πρωταγωνιστές της καθημερινότητας, τα βιολοντσέλα του έρωτος, τους πιστούς και άθρησκους, τις φιλήσυχες πέτρες, τους γνώστες του τίποτα, τους αποτυχημένους της δόξας, χαιρετώ αυτούς που έρπουν, τους ακρωτηριασμένους, τις μηδείες και τους γέροντες, τους αποκρυφιστές του χάους, τα σακάτικα βλήματα, τα τελώνια, τα ξορκισμένα αγγίγματα -
χαιρετώ... εσάς

Τρίτη, 18 Μαρτίου 2014

Ποιητικός Μάρτης 10 - Γενιά του 1880

1. 
Σὲ ξένη χώρα γυριστὴς καλέστηκα σὲ γάμο,
ἡ νύφη εἶναι πεντάμορφη, καὶ μάγος ὁ γαμπρός,
καὶ καβαλλάρης βρίσκομαι καὶ τρέχω νὰ προκάμω·
δὲν ἔχει ὁ δρόμος τελειωμὸ κι ὅλο τραβάω ἐμπρός.
Ὅλο καὶ δρόμος, κι ὅλο ἐμπρός· μὰ ὅσο νὰ φτάσω σὲ ἄκρη,
τοῦ ἀλόγου ἀσημοπέταλου βαστῶ τὴ γαύρη ὁρμή,
καὶ συμμαζεύω συνετά του ταξιδιοῦ τὰ μάκρη
μὲ κάποιους ἤχους ποὺ ξυπνοῦν ἐντός μου σὰν καημοί.
Ἦχοι παλιοὶ καὶ γνώριμοί μου γλυκοψιθυρίζουν
τῶν γυναικῶν τὶς ὀμορφιές, τοὺς ἴσκιους τῶν σπιτιῶν,
λουλούδια μου μοσκοβολοῦν κι ἀνθοὶ ποὺ δὲ μυρίζουν
ἔχουν τὴ γλώσσα τῶν βουβῶν ὁλάνοιχτων ματιῶν.
Καὶ ξανασμίγω ἀθέλητα καὶ ξαναλέω τὴ ρίμα
ποὺ ἀντιλαλεῖ μονοτροπα τὶς φλόγες τῶν καρδιῶν,
κι ὅσα φιλάκια σπαταλᾶ στὴν ἀμμουδιὰ τὸ κύμα
κι ὅσα πουλάκια κελαϊδᾶν στὰ χείλη τῶν παιδιῶν.

Κωστής Παλαμάς, Ἡ ἀρχή,  Ἀσάλευτη ζωή, 1904
Ἅπαντα, τόμ. Γ´, σελ. 105

2. 
Ἄσ᾿ τὴ βάρκα στὸ κῦμα ὅπου θέλει νὰ τρέχει,
ἂς ὁρίζει τ᾿ ἀγέρι, τιμόνι-πανί,
τὰ φτερὰ ἅπλωσε πλέρια, ἄκρη ὁ κόσμος δὲν ἔχει,
εἶναι πι᾿ ὄμορφοι οἱ ἄγνωστοι πάντα γιαλοί,
ἡ ζωὴ μία δροσιὰ εἶναι, ἕνα κῦμα, ἂς τὸ φέρει
ὅπου θέλει τ᾿ ἀγέρι, ὅπου ξέρει τ᾿ ἀγέρι.
Ἂς ἀλλάζουν λιβάδια μὲ βράχους καὶ δάση,
γύρω ἂς φεύγουν ποῦ πύργοι, ποῦ καλύβας καπνός,
εἴτ᾿ εἰδύλλιο γελούμενο ἀπλώνετ᾿ ἡ πλάση,
εἶτ᾿ ἀντάρτες καὶ μπόρες σου κρεμᾷ ὁ οὐρανός,
μὴ θαρρεῖς τὸ πανί σου μπορεῖς νὰ βαστάξεις,
ὅπου θέλει τὸ κῦμα μαζί του θ᾿ ἀράξεις.
Τί γυρεύεις, τί θέλεις μὴ κι ἐσὺ τὸ γνωρίζεις;
Ἔχεις πιάσει ποτέ σου τὸ τί κυνηγᾷς;
Μή ῾που σπέρνεις καλὸ τὸ κακὸ δὲ θερίζεις;
Δὲ σκοντάβεις σὲ ρώτημα σ᾿ ὅτι ρωτᾷς;
Ὅτι σ᾿ ἔχει μαγέψει κι ὅτι σοῦ ῾χει γελάσει,
τό ῾χεις μόνος κερδίσει, μοναχὸς ἑτοιμάσει;
Ἄσε τότε τὸ κῦμα ὅπου θέλει νὰ σπάζει,
ἄσ᾿ τὶς ζάλες νὰ σέρνουν τυφλὰ τὴ καρδιὰ
κι ἂν τριγύρω βογγὰ κι ἂν ψηλὰ συννεφιάζει,
κάπου ὁ ἥλιος σὲ κάποιο γιαλὸ θὰ γελᾷ
κι ἂν πικρό τη ψυχή σου τὸ δάκρυ τὴ ραίνει
πάντα κάπου κρυφή, μιὰ χαρὰ τὴ προσμένει.

Κωνσταντίνος Χατζόπουλος,Ἄσ᾿ τὴ βάρκα... 

3.
Δὲν ξέρω πῶς νὰ σοῦ τὸ εἰπῶ. Μὰ ὁ δρόμος, χθὲς τὸ βράδυ,
μὲς στὴ σταχτιὰ τὴ συννεφιὰ σὰ θέατρο εἶχε γίνει.
Μόλις φαινόταν ἡ σκηνὴ στ᾿ ἀνάριο τὸ σκοτάδι
καὶ σὰ σκιὲς φαινόντανε μακριά μου οἱ θεατρίνοι.
Τὰ σπίτια πέρα κι οἱ αὐλὲς καὶ τὰ κλωνάρια ἀντάμα
ἔλεγες κι ἦταν σκηνικὰ παλιὰ καὶ ξεβαμμένα,
κι ἐκεῖνοι ἐβγαίναν κι ἔπαιζαν τ᾿ ἀλλόκοτό τους δράμα,
κι ἄκουγες βόγκους κι ἄκουγες καὶ γέλια εὐτυχισμένα.
Ἐγὼ δὲν ξέρω. Ἐβγαίνανε κι ἐσμίγαν κι ἐπαγαίναν
κι ἤτανε μιὰ παράσταση καὶ θλιβερὴ κι ὡραία.
Κι ἔβγαινε, Θέ μου! κι ἡ νυχτιὰ καθὼς ἐπαρασταίναν,
κι ἔβγαινε, Θέ μου! κι ἔριχνε τὴ μαύρη της αὐλαία.

Λάμπρος Πορφύρας, Τὸ θέατρο

4.
Ὅλα σβησμένα γύρω μου, στὴ πάχνη ὅλα κρυμμένα,
χαμένα κάτω ἀπὸ τὸ φῶς κ᾿ ἀπ᾿ τὸ σκοτάδι κάτου,
μὲ τὸ βαρὺν ἀέρα τους μὲ πνίξαν ξάφνου ἐμένα
θαμπώνοντάς μου τὴ στεγνὴ ρονιὰ τοῦ ἀναβλεμμάτου.
Μὰ δάκρυο δὲν ἐστάλαξε μηδ᾿ ἔλαμψε κανένα
στὸ ξαναμμένο γλέφαρο, στητὸ στὸ λάγκεμά του,
καὶ τὰ δικά μου ἀγρίκησα βαθιά μου καὶ τὰ ξένα,
καρδιόχτυπα ἀνατάραχτα σὲ μία σιωπὴ θανάτου.
Κι εἶπα τὸ χαῖρε δύο φορὲς καὶ μὲς στὸ χάος ὁ ἦχος
ἐχάθη, ὡς ἀντιβόησε ὁ βυθὸς τοῦ κάτω κόσμου,
μήνυμα πὼς σφραγίστηκε παντοτινὰ ὁ χαμός μου.
Καὶ μένει ἐπίσημος στυγνὸς ὁ ἀριστοκράτης στίχος
ἀξήγητος Συβιλλικὸς ν᾿ ἀνησυχεῖ μονάχα
τὰ πνέματα ποὺ ἀνώφελα παλεύουν νυχτομάχα.

Μιλτιάδης Μαλακάσης, Τὸ σονέτο τοῦ μεσονυχτίου

5. 
Πλένει ἡ Μαριὼ στὸν ποταμό, πλένει τὲς φορεσιές της,
κι οἱ ὀμορφιές της λάμπουνε, κι ἀστράφτουν στὸ κορμί της
ἀράδες τ᾿ ἀσημόκουμπα κι ἀράδες τὰ γιουρντάνια,
καὶ στὰ καθάρια τὰ νερὰ τὰ πόδια της ἀσπρίζουν
σὰν νἆταν μὲ τριαντάφυλλα καὶ γάλα ζυμωμένα.
Περνοῦν ἐκεῖθε πιστικοὶ καὶ κυνηγοὶ διαβαίνουν,
κι ἄλλοι τὴν λὲν Λιογέννητη, ἄλλοι τὴν λὲν Νεράιδα.
Πέρασε κ᾿ ἕνας σταυραετός, πέρασε ἀπάνω ἀπάνω,
καὶ σὰν νὰ νοιάστηκε κι αὐτὸς τὴν ὀμορφιὰ τῆς κόρης,
χαμήλωσε ὡς στὸν ποταμὸ κι ἁρπάζει τὴν ποδιά της,
τὴ λαχουριά της τὴν ποδιά, τὴ χρυσοκεντημένη,
ποὖχε ξομπλιάσει ἀπάνω της τὸν οὐρανὸ μὲ τ᾿ ἄστρα,
καὶ σκούζει ἡ ἄμοιρη Μαριὼ καὶ κλαίει τὴν ποδιά της.
Ὁ σταυραετὸς μεσουρανὶς χάθηκε μὲσ᾿ στὰ ἀστέρια.
Σὲ λίγες μέρες ὕστερα ταράχθηκεν ἡ χώρα,
παγάνα πῆραν τὰ χωριὰ τοῦ βασιλιᾶ οἱ ἀνθρῶποι
καὶ δείχνουνε στὲς λυγερὲς ποδιὰ γεμάτη ἀστέρια,
καὶ σ᾿ ὅποιας πιάσει τὸ κορμί, καὶ ὅποια τὴν πεῖ δική της,
ἐκείνη θὰ τὴν πάρουνε μαζί τους στὸ παλάτι.
Πέρασαν, πέρασαν χωριὰ τοῦ βασιλιᾶ οἱ ἀνθρῶποι,
δείχνοντας τὴ χρυσὴ ποδιά, κι οὔτε κι εὑρέθη κόρη
νὰ τῆς ταιριάζει στὸ κορμὶ καὶ τὴν πεῖ δική της.
Καὶ στῆς Μαριῶς πᾶν τὸ χωριὸ καὶ δείχνουνε στὲς κόρες
ἀράδα ἀράδα τὴν ποδιά, καὶ τὴν γνωρίζουν ὅλες.
Μέσα στὲς ἄλλες ἔρχεται καὶ τῆς Μαριῶς ἡ ἀράδα,
καὶ κοκκινίζει ἀπὸ χαρὰ καὶ παίρνει καὶ τὴν ζώνει,
τήνε γνωρίζουνε μὲ μιᾶς τοῦ βασιλιᾶ οἱ ἀνθρῶποι,
καὶ τήνε παίρνουνε μαζί, τὴν φέρνουν στὸ παλάτι.
Παίρνουν αὐτοὶ τὸ τάμα τους, κι ὁ βασιλιὰς τὴν κόρη.

Κώστας Κρυστάλλης,Ἡ ποδιὰ τῆς Μαριῶς
Ἡμερολόγιον Σκόκου, τόμος 6 (1891), σ. 113.

6. 
Βαθιά, τὴ νύχτα τὰ μεσάνυχτα,
μὲ τ᾿ ἀνοιχτὰ φτερὰ τοῦ ὀνείρου,
πετᾷ ἡ ψυχή μου, σκλάβα ἐλεύθερη,
στοὺς μυστικοὺς κόσμους τοῦ Ἀπείρου,
τὴ νύχτα βλέπει ὅλα τ᾿ ἀθώρητα,
ποὺ ἀπόκρυβεν ἡ πλάνα μέρα
τὴ νύχτα ἀκούει ὅλα τ᾿ ἀκούσματα
στὸν ἀτρικύμιστον ἀέρα.
Βλέπει τῶν κάστρων τὰ φαντάσματα
καὶ τὰ λευκὰ στοιχειὰ τῶν κάστρων
κι ἀκούει τῶν δέντρων τὸ μεγάλωμα
καὶ τὸ περπάτημα τῶν ἄστρων.

Γεώργιος Δροσίνης, Βαθιά, τὴ νύχτα

7. 
Τὴ θυμᾶσαι τὴ λεῦκα μας; Παιγνιδιάρα στὴν αὔρα
φιλικὰ μᾶς προστάτευεν ἀπ᾿ τοῦ ἥλιου τὴ λαύρα,
καὶ μὲ χάρη σαλεύοντας τὴ ψηλὴ κορυφή της
ἐψιθύριζε πρόσχαρη τὴ χαρὰ τὴν κρυφή της
καὶ σκορποῦσε τὸ γέλιο της στοὺς φραγμοὺς καὶ στ᾿ ἀμπέλια.
Γιατὶ τότ᾿ ἀποκρίνονταν στὰ δικά σου τὰ γέλια.
Χθὲς ἐπέρασα μόνος μου -τί δὲ κάνουν τὰ χρόνια!-
βασιλεύει τριγύρω της ἐρημιά, καταφρόνια!
Κι ἡ θεόρατη λεῦκα μας, ποὺ τὸν πόνο μου ξέρει,
μὲ μιὰ θλίψη παράξενη ψιθυρίζει στ᾿ ἀγέρι
καὶ σκορπᾷ τὸ παράπονο μὲς στοῦ ἥλιου τὸ κάμα...
Γιατὶ τώρ᾿ ἀποκρίνεται στὸ δικό μου τὸ κλάμα.


Ιωάννης Πολέμης, Ἡ λεῦκα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου