Χαιρετώ τους φίλους της λογοτεχνίας, τους μισαλλόδοξους αγωνιστές, τα κακοπαθημένα νιάτα, τα άκρατα ορμώμενα ανθρωπάρια, τους κομπάρσους και πρωταγωνιστές της καθημερινότητας, τα βιολοντσέλα του έρωτος, τους πιστούς και άθρησκους, τις φιλήσυχες πέτρες, τους γνώστες του τίποτα, τους αποτυχημένους της δόξας, χαιρετώ αυτούς που έρπουν, τους ακρωτηριασμένους, τις μηδείες και τους γέροντες, τους αποκρυφιστές του χάους, τα σακάτικα βλήματα, τα τελώνια, τα ξορκισμένα αγγίγματα -
χαιρετώ... εσάς

Τρίτη, 9 Απριλίου 2013

Λύντια Στεφάνου - Μονόλογος και Χορικά για μια νύχτα του Μάη






Εις μνήμην της σημαντικής αυτής ποιήτριας που έφυγε στις 6 Φλεβάρη. 
Μονόλογος και Χορικά για μια νύχτα του Μάη (απόσπασμα). 






Κι εγώ σαν τους τρελλούς
Πήρα ένα αντίλαλο
Τον αγκάλιασα
Κι έγινε φως. 

Δεν έχω άλλους συντρόφους

Ο Αρίων στα κύματα. 
Βλεπόμαστε καμμιά φορά σαν ταξιδεύω, αλλά
Ακολουθάει το δικό του ρεύμα
Θάλασσες επικίνδυνες αυτές – 
Ο Ιωάννης αγαπούσε τους αμνούς…. 
Μέσα στα τείχη της Ιερουσαλήμ
Ανέβαινα τα μουχλιασμένα σκαλοπάτια. 
Τότε ξεμύτισε το θηρίο
«Τον έφαγα», είπε, γλύφοντας κάγκελα που είχαν σκεβρώσει, 
Θα συνεννοηθούμε εσύ κι εγώ». 
Φόρεσε ένα μπερέ ιερατικό. 
          «Σε φτύνω», απάντησα
          «Σιχαίνομαι
Τα λέπια, το ψαρόλαδο και το λιβάνι». 
Έτριψε χάμω τα μάτια του που στάζαν αίμα. 
Θάναι του Ιωάννη, σκέφτηκα
«Όχι», είπε, έφαγα τέτοιους πολλούς. 
«Διαδόθηκε πως αυτοκτόνησαν τις νύχτες
Ποιος από πείνα, ποιος
       Από έρωτα…» 
«Δεν τον φοβούμαι, φώναξα, «τον θάνατο…» 
«Είναι το πρώτο βήμα εκείνων που με τρέφουν. 
Θα σε περιμένω», 

Είπε, και κρύφτηκε στη μαύρη πρόσοψη
Πλαισιώνοντας καλά την πινακίδα
 «Saint John’s Hospice». 

Το καλντερίμι από ψηλά σαν αποβάθρα
Μέσα στα τείχη της Ιερουσαλήμ… 
Έφερνε από μακρυά
Κιβώτια σάπια κι άλλες μυρωδιές
Από φαΐ που τρων σ’ αυτά τα μέρη, 
Κι ύστερα εγίνη σαν το κατακάθι του καφέ
Σ’ ένα φλυτζάνι
Με το πεπρωμένο. 
Ξέκοβε πέρα μια καμάρα που έμοιαζε θαλασσινή
Κι είδα στο βάθος να περνάν, 
Αγόρια και κορίτσια, 
Μια διαδήλωση
Βουβή σαν τον καιρό. 
Μόνο κινήσεις χτεσινές και πιο παληές, 
Που είχανε βρει το μέλλον: 
Ο Φεντερίκο στ’ άλογο
Με γκέμια τ’ άλικα τριαντάφυλλα
Κι ο Δημήτρης να βγαίνει απ’ την αυλή της φυλακής
Με κάτι φώτα στο κορμί του το σημαδεμένο
Από τ’ απόσπασμα
Και βρέφη ποιητές
Απ’ τους θαλάμους μετ’ ασφυξιογόνα… 
Δεν έχω άλλους συντρόφους. 



(από τη συλλογή Ποιήματα, 1958) 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου