Χαιρετώ τους φίλους της λογοτεχνίας, τους μισαλλόδοξους αγωνιστές, τα κακοπαθημένα νιάτα, τα άκρατα ορμώμενα ανθρωπάρια, τους κομπάρσους και πρωταγωνιστές της καθημερινότητας, τα βιολοντσέλα του έρωτος, τους πιστούς και άθρησκους, τις φιλήσυχες πέτρες, τους γνώστες του τίποτα, τους αποτυχημένους της δόξας, χαιρετώ αυτούς που έρπουν, τους ακρωτηριασμένους, τις μηδείες και τους γέροντες, τους αποκρυφιστές του χάους, τα σακάτικα βλήματα, τα τελώνια, τα ξορκισμένα αγγίγματα -
χαιρετώ... εσάς

Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2012

Ν. Άσιμος - Αναζητώντας Κροκανθρώπους (ΙΙΙ)




[...]

Ιστορίες με γιατρούς Ξανά


Με πρωταγωνιστή στον Έτσι που δεν ξέρουμε αν παραμένει Έτσι ή είναι ο ίδιος ο Έτσι ή ενεργεί σαν Έτσι. Αλλά θα τον ονοματίσουμε "Έτσι", κι ας διαπιστώσει ο καθ'ένας που θα τα διαβάσει αν ο Έτσι είναι ο Έτσι με τη δύναμη του Έτσι, ή είναι άλλος σαν τον Έτσι με τη δύναμη του Έτσι ή χωρίς αυτή. Ή ο ίδιος. Έτσι αποδυναμωμένος. Ο Έτσι ήτανε να πάει στο στρατό. Δεν μπορούσε πια να τ'αποφύγει. Του ανέφεραν πως είναι ανυπόταχτος γιατί διέκοψε σπουδάς. Η αναβολή του έπαψε να ισχύει. 
Η αναβολή που κανονικά είχε, τελείωσε κι αυτή και τέλος πάντων τώρα που τον ψάχναν με μανία να τον βρουν τον Έτσι και τον κυνήγαγαν τον Έτσι και θα το έσερναν τον Έτσι με τη βία. Και δεν τόθελε ο Έτσι έτσι να γένει. Και βαρέθηκε ν'αλλάζει διευθύνσεις. Και έτσι ο Έτσι πήγε μοναχός του να παρουσιαστεί κάπου στην Πελοπόννησο. Ο Έτσι δεν είχε πάνω του χαρτιά. Παρά που του τόλεγαν οι γνωστοί. Να έχει τα χαρτιά σπουδών, αναβολών, στρατολογίας και γιατρών, για νάχει να δικαιολογηθεί γιατί κινδύνευε να μείνει φανταράκι πέντε χρόνια  Ο Έτσι δεν άκουσε κανένα. Και έκανε πολύ καλά. Διότι τι να πεις για δικαιολογηθείς για 5, 6, 7, 8 χρόνια πούχε να πατήσει στη σχολή του. 
Εκτός κι αν έγλυφε λιγάκι τους αντιστασιακούς και του δίνανε χαρτιά για τις διώξεις πούχε υποστεί. Κι όπως θα έχετε ακούσει οι αντιστασιακοί υπηρετούν στο στρατό μονάχα για 6 μήνες. Αλλά ο Έτσι δε γουστάριζε ούτε μια ώρα να μείνει στο στρατό. Ούτε ένοιωσε ποτέ του αντιστασιακούς και όσο για τους περισσότερους αντιστασιακούς τους είχε σιχαθεί απ'τη γλοιώδικη τους στάση όταν βγήκαν απ'τη φυλακή. Έτσι ο Έτσι άκουσε τον Έτσι και δεν έψαξε καθόλου. 
Ούτε χαρτί από τρελλογιατρό, ούτε ταυτότητα δεν είχε καν. (Του την είχανε κρατήσει τότε που τον χώσαν μέσα, και δεν του τη δίναν πίσω για να τον μαζεύουνε συνέχεια για εξακρίβωση και να τον κάνουνε να σπάσει). Μόνο κάτι χάπια κατάφερε να βρει από κάποια φιλική πηγή κάπου πέντε μπουκάλια και ήταν χάπια ισχυρά των 50, 100 και ίσως και 150 mg. Αλλά ξέχασα, πήρε μαζί του κάποιο εκλογικό βιβλιάριο που του τόχαν βγάλει επί χούντας και είχε τότε φοβηθεί και τόβγαλε, γιατί ήταν αδύναμος. Αλλά εξόν απόνα. Όχι πούχε ρίξει τότε, ευτυχώς, δεν τόχε χρησιμοποιήσει ξανά ποτές του. Παρά που τα γράμματα ι οι σφραγίδες είχαν σχεδόν σβήσει, φαινόταν τ'όνομά του και θα τον έβρισκαν ποιός ήταν, χωρίς να κάθεται να τους μιλά. 
Ξεκίνησε. Φορούσε ένα βρώμικο μπαλωμένο παντελόνι, ένα τρύπιο μπουφάν και στο κεφάλι ένα πλεχτό καπελάκι (όχι σκουφί) γιατί είχε και γείσο μπροστά, πολύχρωμο που του τόχε πλέξει κάποιος στη φυλακή. 
Βρήκε κάπου μια τσάντα ταξιδιωτική που του κρέμονταν από τον δεξί του ώμο, τη γέμισε με διάφορα μπιχλιμπίδια, τις άπλυτες του κάλτσες, φανέλες και βρακιά, μες τις κάλτσες είχε έναν κατάλληλο σουγιά για να σφάξει το γιατρό ν χρειαζόταν. Και κει που η τσάντα πήγαινε να γεμίσει έχωσε στην άκρη της ένα ξύλινο ποδάρι από ένα σκαμνί που ήτανε χοντρό στη μέσα και έμοιαζε με αυτά τα ξύλινα μπουκάλια του μπόουλινγκ που τα ρίχνει κάτω εκείνη η μπάλα. Το ποδάρι αυτό δεν άφηνε να κλείσει ολότελα το φερμουάρ και κάπου το ένα τρίτο του εξείχε και τόσφιγγε με το χέρι του όπως περπάταγε και ήταν να στηρίζεται σ'αυτό. Κρέμασε με σπάγκο απ'το ποδάρι ένα καμμένο και φυσικά καταξεσκισμένο ψάθινο καπέλλο που τόχε μαζέψει πεταμένο απ'το δρόμο κείνες τις μέρες, καθώς κι ένα χαρτόνι σαν ακορντεόν που τόβγαλε απόνα μπουκάλι ούζο που κουβάλαγε μαζί. Το ξύλινο ποδάρι ήταν κόκκινο, το καπελάκι πράσινο, κόκκινο και μπλε, το μπουφάν του γκρίζο και λαδωμένο, το πανταλόνι ίδιο, η φανέλα του άσπρη, το πουκάμισο με κομμένα τα κουμπιά ριγέ, το καμμένο καπέλο μαύρο,η  τσάντα του ήτανε καφέ, το χαρτονάκι άσπρο και κάτι φανελένιες μπιτζάμες που κουβάλαγε μαζί του κόκκινες και μαύρος ο γιακάς τους. 
Και αυτά ήταν η δύναμη του. 
Κι έτσι ξεκίνησε ο Έτσι, την πρώτη φορά που πήγαινε φαντάρος. Δεν είχε μεταμφιεστεί. Για όσους τον ήξεραν δεν θα καταλαβαίναν  τη διαφορά, εκτός ίσως από τα μάτια του που θάχανε σκληρύνει αποφασιστικά, γιατί ο Έτσι έτσι κυκλοφορούσε. Μόνο που τώρα διάλεξε να κουβαλά μαζί του και μερικά πραγματάκια βοηθητικά που βρεθήκανε εκείνη την ώρα μπροστά του και δεν ήξερε ακόμα τι να τα κάνει, αλλά του δίναν δύναμη και σιγουριά, ιδίως το ποδάρι στο οποίο στηριζόταν με το δεξί του χέρι καθώς περπάταγε παραπατώντας, γιατί κείνο το απόγευμα είχε πιει κάμποσο ούζο απ'τη μπουκάλα. 
Και μπήκε στο λεωφορείο κι έφτασε το βράδυ αργά στον προορισμό του. 
Ρώτησε κάτι νυχτόβιους κατά που πέφτει το στρατόπεδο, αυτοί του είπαν έξω από την πόλη και ξεκίνησε κατά κει. Κι έκανε κρύο πολύ κρύο κείνο το βράδυ. Ώσπου τον κυνήγησε ένα μπατσάδικο τους ξέφυγε κι είχε ζεσταθεί. Αλλά το μπατσάδικο συνέχισε να φέρνει βόλτες, γιατί εκεί είναι επαρχία και η εμφάνιση του Έτσι δεν ταίριαζε με επαρχία και τέτοια ώρα νύχτα που ο λαός κοιμάται. 
Ο λαός βέβαια είναι λαός και κοιμάται όλες τις ώρες μα έλα όμως που οι κρατικές αποφάσεις λένε πως κοιμάται τη νύχτα. Τέλος πάντων. Ο Έτσι σε μια οικοδομή, οι άλλοι βαρεθήκανε να ψάχνουν. Ο Έτσι σκέφτηκε να τους αφήσει να τον πιάσουν. Θάχε πλάκα να τον πήγαιναν αυτοί στο στρατόπεδο, κι έκανε και κρύο, και πώς θάβγαζε τη νύχτα,... αλλά δεν είχε πάνω του χαρτιά... και τους άφησε και φύγαν. 
Ήπιε λίγο ούζο, έβγαλε τα ρούχα, φόρεσε κάνα δυο φανέλλες, έβαλε και κείνες τις κόκκινες μπιτζάμες με το μαύρο γιακαδάκι και ξανά από πάνω το παντελόνι και το γκρίζο το μπουφάν. Δρόμο παίρνει δρόμο αφήνει βρίσκει μπρος του κάτι δέντρα που τάχανε κλαδέψει. Τα κομμένα τα κλαδιά τους κατά γης. Βρίσκει τότε μια μαγκούρα πιο ψηλή από αυτόν να τελειώνει σε διχάλα. Την καθάρισε από τα φύλλα και συνέχισε μ'αυτήν. 


Σκηνή (Α): Πύλη στρατοπέδου. Τα πάντα είναι κοιμισμένα. Ακόμα και τα τριζόνια. 
Η πύλη είναι κλειστή. Και οι δυο φρουροί μ'αυτόματα αγρυπνούν νυσταγμένα. 
Ξαφνικά βγαίνει μέσα από τα σκοτάδια κι επιτίθεται το τέρας. Είναι ο Έτσι με τη μαγγούρα. Πέφτει πάνω στα κάγκελα της πύλης εκεί στο άπλετο φως από τους ηλεκτρικούς λαμπτήρες μ'όλη του τη φόρα και τα κοπανά ουρλιάζοντας. Ψιλοβρέχει...
Οι φρουροί τα χρειάζονται. 
-"Αλτ! Τις ει. Αλτ τις ει". Και του βγάζουνε τ'αυτόματα μέσα από το κιγκλίδωμα και του τα χώνουν στην κοιλιά. 
-Τι τις ει, τι τισί, τι θες εσύ, ε τις συ. Τισύ σε λένε; Και βουτά τ'αυτόματο απ'την κάνη και το στρέφει και του χώνει του φρουρού τη δική του τη μαγκούρα στην κοιλιά.
Ανοίξτε να μπω. Ήρθα για να μπω και θα μπω. Ανοίξτε τισίδες.

Τελικά δεν έχουμε νεκρούς. Απλώς μια μικροαναστάτωση στην κεντρική πύλη. Τρέξαν κι άλλοι. κάποιος σκέφτηκε μήπως το τέρας ήταν να καταταγεί. Αλλά η κατάταξη ήταν το πρωί και τούπαν να ξανάρθει το πρωί. 
Ο Έτσι τους έλεγε πως αυτός δεν κατατάσσεται και πως του είπε η γαγιά του να πάει εκεί, και για να το λέει αυτή ξέρει, κι έδωσε το λόγο του στη γιαγιά του και θα τον τηρήσει. Και δεν ξεκόλαγε από κει. 
Ώσπου ξαφνικά άνοιξαν τα μάτια του θηρίου που ήταν παρκαρισμένο εκεί μπροστά και πέταξαν φωτιές και το θηρίο μούγκρισε εντελώς στο ξαφνικά και χύμηξε να φύγει. Έτσι ο Έτσι παράτησε την πύλη και τους τισίδες τους φρουρούς και όρμηξε να συγκρατήσει το θηρίο κραδαίνοντας στ'αριστερό του χέρι τη μαγγούρα. Μα το θηρίο πρέπει νάτανε και κείνο δυνατό και εξαφανίστηκε μουγκρίζοντας. Έτσι ο Έτσι με τη φόρα πούχε έχασε την ισορροπία του (ούτε το ξύλινο  ποδάρι δεν μπορούσε πια να τον κρατήσει, τόση ήταν η μανία του ναρπάξει το θηρίο) κι έπεσε κει μες το χωράφι. 
Σημ. Συγγρ. Το θηρίο ήταν μαύρο και κοιμόταν φαίνεται όταν ο ΄Ετσι κρυβόταν από πίσω του πριν κάνει την επέλαση στην πύλη. Απ'ότι λέγαν οι στρατιώτες την επόμενη μέρα, πρέπει να ήταν ένα φορτηγό κι ο οδηγός του κοιμόταν μέσα. 
Και απ'τη φασαρία θα ξύπνησε και έβαλε μπροστά τις μηχανές και έφυγε. 
Αλλά κανένας δε μπορεί να πείσει περί αυτού τον Έτσι. Ο Έτσι είδε το θηρίο και πάλεψε μαζί του εκείνο το βράδυ, αλλά δεν ήθελε να το νικήσει, μόνο να το κρατήσει και να το κάνει φίλο. Αλλά εκείνο ήταν δυνατό και τα κατάφερε να του ξεφύγει. 


Σκηνή (Β): Ξημέρωμα. Βρέχει ακόμα.
Ο Έτσι κοιμάται στο χωράφι στηριγμένος στη μαγγούρα του και στο καρέκλι. 
Περνούν στρατιώτες και οχήματα στρατιωτικά και του ρίχνουνε βουβοί διάφορες ματιές. Σε λίγο έρχονται κι άλλοι πολλοί με πολιτικά όλοι αυτοί, και πάνε ως την πύλη που τώρα είναι ανοιχτή. Εκεί τους σταματάνε οι φρουροί και τους γυρνάνε πίσω λέγοντας τους να ξανάρθουνε το μεσημέρι, το μεσημέρι. 
Ο Έτσι κάθεται σαν τους γκουρού και κρατιέται απ'το ξύλινο ποδάρι, βλέπει όλο αυτό το συνοθύλεμα ανθρώπινων προβάτων. Τους κοιτά και τον κοιτάνε όλοι. 
Κάποιος σπάει τη σιωπή. "Ε, για κοιτάτε αυτόν εκεί. Βρε τον κανάγια. Πουλάει τρέλλα". Το καπελάκι στάζει, το μπουφάν του στάζει, κρύο, ψιλοβρέχει. ο Έτσι έχει ποτίσει ολόκληρος, νοιώθει σαν να αιωρείται. Δε δίνει σημασία ια. Δεν ακούει ούτε βλέπει. 

Σκηνή (Γ): Βρίσκουμε τον Έτσι μέσα σ'ένα χωριουδάκι. Περπατά σαν άλλος Μωυσής. Τον παίρνουν από πίσω κάτι πιτσιρίκια, αλλά χωρίς να κάνουν φασαρία, ούτε του πετάνε πέτρες. Που και που τον χαιρετάνε με το γκα τους οι Γαϊδάροι. 
Ησυχία βγαίνουν οι μανάδες και μαζεύουν τα πιτσιρίκια. Απ'όπιο σοκάκι κι αν περνά ακούς να μανταλώνουνε τις πόρτες. 
Βρίσκουμε τον Έτσι στα χωράφια. Το Έτσι κάτω από τα δέντρα. Τον Έτσι πάνω σ'ένα δέντρο, τον Έτσι σ'ένα ποταμάκι. Ν'ανεβαίνει και να κατεβαίνει. Να γίνεται ένα με τις ψιχάλες. Και ν'αγκαλιάζει όπως αυτές τα πάντα γύρω. Να μπαίνει και να βγαίνει. Δε νοιώθει κρύο, ούτε ζέστη. Μονάχα την ευφορία. Μια απέραντη ευφορία, όπου τα πάντα ήτανε γι αυτόν κι αυτός γι αυτά.  Εκατομμύρια τα πάντα χώρια, κι ένα του εκατομμυριοστού αυτός. Ο ουρανός, τα δέντρα, τα χωράφια, το νερό, ο ήχος του νερού, οι ήχοι, χιλιάδες ήχοι, χωριστοί, κι όλοι μαζί, η μαγγούρα, το ξύλινο ποδάρι, το καπελάκι, η ισορροπία, η κίνηση, η ακινησία. "Μα δεν υπάρχει ισορροπία". "Μπορείς παντού και πουθενά". Πάντα και ποτέ". Η ισορροπία!!! Η ανισόροπος ισοροπία. Η ισοροπία του ανισόροπου. Ώσπου άρχισε να σκέφτεται και θυμάται ξαφνικά το λόγο. Τι γύρευε αυτός εκεί. 

Σκηνή (Δ): Στρατόπεδο. Πύλη. Τη φράζει εκείνο το παλούκι με τροχαλία που το σηκώνουνε όταν περνάει αυτοκίνητο. Νεοσύλεκτοι, νεοσύλεκτοι, κόσμος, πολύς κόσμος. 
Ουρά!!! Ουρά!!! Ουρά!!! Περνάνε όλοι ένας ένας απ'το διπλανό πορτάκι. 
Ο Έτσι πλησιάζει με τη μαγγούρα. Φτάνει. Τον κυττάνε. Τους χαζεύει. Φεύγει. 
Πίσω πάλι στο σημείο που βρέθηκε τη νύχτα. 
Φρουρός: "Ε εσύ που πας έλα εδώ. Μα δεν ακούς! Θα κλείσουμε την πόρτα! Η ώρα πέρασε! Δε θα δεχτούμε άλλους!"
Ο Έτσι πάλι μπρος στην πύλη. Τους χαζεύει τον χαζεύουν. Η ουρά τελείωσε. 
Ψιλοβρέχει! Ξαναγυρνά πίσω στο σημείο. Στήνει τη μαγγούρα σ'ένα δέντρο.. Και! Αργό γύρισμα! Ο Έτσι βλέπει τον εαυτό του σε ταινία. Νοιώθει να κινείται μέσα σε ταινία σε αργό γύρισμα. Δε το νοιώθει, το κάνει κιόλας. Στηριγμένος στο ποδάρι. Δεν πηγαίνει στο πορτάκι. Ορμάει εκεί στο δέντρο και διασπά το κέντρο της αμύνης του στρατοπέδου. Βρίσκει το εμπόδιο και το υπερπηδά.  Όλα τούτα σε αργό γύρισμα. Αναστάτωση. Οι στρατιώτες, με διασπασμένο κέντρο, αρχίζουν να γυρίζουνε σα σβούρες, φωνές και πανικός. Όλοι σε γύρισμα γοργό. Μονάχα αυτός σ'αργό. Μα δεν μπορούν να τον αγγίξουν, δε μπορούνε να τον φτάσουν. 
Ώσπου σταματά ο ίδιος. 
"Ε! Τι θέλει αυτός εδώ". "Πώς τον αφήσατε και μπήκε". "Βρε! αυτός είναι ο..., αυτός ήρθε το βράδυ". Τα πνεύματα ηρεμούν σιγά- σιγά. 
Αξιωματικός: "Μη φοβάσαι παιδί μου. Πες μας τι θέλεις! Εδώ δεν τρώμε, πώς σε λένε; Μήπως κατατάσεσαι;"
Αυτός κουνά απλώς το κεφάλι του αριστερά, δεξιά.
"Ψάξτε τον, μήπως έχει απάνω του κάνα χαρτί". Αφτός τους αφήνει να τον ψάξουν.
Είχε βάλει στην εσωτερική του τσέπη το βιβλιάριο. Του το βρήκανε αμέσως. 
"Έλα παιδί μου, πάμε να σε βάλουμε να κάτσεις με τους άλλους. Και θα ψάξουμε εμείς για τα χαρτιά σου. Μη στεναχωριέσαι, όλα θα παν καλά."
Βρέχει... φτάνουνε τον Έτσι μπροστά σε μια τζαμαρία. Γύρω γύρω τζαμαρία και πίσω από τη τζαμαρία μια τεράστια αίθουσα όπου είχαν μαζεμένα όλα τα  ανθρώπινα πρόβατα. Ο Έτσι δε θέλει να μπερδευτεί μαζί τους. Κάνει έτσι και ξεφεύγει. 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου