Χαιρετώ τους φίλους της λογοτεχνίας, τους μισαλλόδοξους αγωνιστές, τα κακοπαθημένα νιάτα, τα άκρατα ορμώμενα ανθρωπάρια, τους κομπάρσους και πρωταγωνιστές της καθημερινότητας, τα βιολοντσέλα του έρωτος, τους πιστούς και άθρησκους, τις φιλήσυχες πέτρες, τους γνώστες του τίποτα, τους αποτυχημένους της δόξας, χαιρετώ αυτούς που έρπουν, τους ακρωτηριασμένους, τις μηδείες και τους γέροντες, τους αποκρυφιστές του χάους, τα σακάτικα βλήματα, τα τελώνια, τα ξορκισμένα αγγίγματα -
χαιρετώ... εσάς

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012

"Εν Θεσσαλονίκη"- Από τον Πόλεμο, την Κατοχή και την Αντίσταση

Η Ελευθερία Δροσάκη θυμάται ένα περιστατικό κατά τη διάρκεια του πολέμου του 1940-41: Εκτός όμως από τα νοσοκομειακά ερχόντουσαν και άλλα τρένα που έφερναν αιχμαλώτους. Σαν αστραπή διαδίδονταν η είδηση ανάμεσα στα παιδιά. Έτρεχαν τότε όλα μαζί και τους έβλεπαν και χαίρονταν και μιλούσαν συνέχεια γι’ αυτούς. “Οι αιχμάλωτοι είναι ιεροί, παιδί μου” μου είπε ο παππούς, όταν τον ρώτησα μια φορά αν μπορούσα να πάω κι εγώ να τους δω. “Άντε, και να μην τραγουδάτε το “Μουσολίνι” και τους περιπαίζετε. Και πού ‘σαι… Πάρε κι αυτά τα τσιγάρα και δως τους τα. Ο σταθμός ήταν κοντά. Το τρένο το βρήκαμε σταματημένο στη ράμπα, στο μήκος ενός υπερυψωμένου διαδρόμου. Τα παιδιά έτρεξαν  και κόλλησαν τις μούρες τους στα τζάμια. Το ίδιο έκανα κι εγώ. Και είδα σ’ ένα βαγόνι πρώτης θέσης, να κάθεται σκυφτός, πάνω στο σκούρο κόκκινο βελούδο του, ένας νέος Ιταλός αξιωματικός, που είχε τα μάτια του καρφωμένα σ’ ένα σημείο. Του χτύπησα το τζάμι. Αυτός με κοίταξε σαν χαμένος και ξανάσκυψε. Τον ξαναχτύπησα, του χαμογέλασα και του έδειξα τα τσιγάρα. Πήρε μια βαθιά ανάσα και σηκώθηκε. Άνοιξε το παράθυρο, τα πήρε και άρχισε να ψάχνεται για να μου δώσει κάτι κι αυτός. Δε βρήκε τίποτα. Τότε, ξεκολλάει ένα άστρο από την επωμίδα του, μου χαμογελάει και μου το δίνει. Το παίρνω. Με κοιτάζει… Τον κοιτάζω… Με κοιτάζει… Δεν ξέρουμε να μιλήσουμε. Μου χαϊδεύει τα μαλλιά και βουρκώνει. Ένας στρατιώτης, φρουρός της αμαξοστοιχίας, τρέχει και με διώχνει με φωνές: “Άντε φύγε από δω ρε χαζό!”



Μία εκτενής αφήγηση της ζωής στη Θεσσαλονίκη της Μεταξικής Δικτατορίας, της Κατοχής και του Εμφυλίου. Η Ελευθερία Δροσάκη μεταφέρει στο χαρτί τις αναμνήσεις της χρησιμοποιώντας κατά κύριο λόγο τη μνήμη της, τηρώντας ωστόσο τη χρονική τάξη των εξελίξεων. Η αφήγηση διατηρεί τη μοναδική ζωντάνια που έχει το παιδικό βλέμμα που έζησε την απεργία του Μάη του '36, τη μεταξική δικτατορία και τις εκδηλώσεις της ΕΟΝ, τον ελληνοϊταλικό πόλεμο, τους βομβαρδισμούς και την κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τους Γερμανούς, τη δράση της ΕΠΟΝ, τις εκδηλώσεις για την απελευθέρωση της πόλης, τα Δεκεμβριανά, το κυνηγητό από την Ασφάλεια μετά τον πόλεμο και τα δύσκολα φοιτητικά χρόνια. Ο μεστός λόγος της Ελευθερίας Δροσάκη ζωντανεύει εικόνες από την ελληνική ύπαιθρο της δεκαετίας 1940-1950 και τα δύο μεγάλα αστικά κέντρα της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας στα δύσκολα χρόνια που ακολούθησαν την Απελευθέρωση από τις δυνάμεις του Άξονα. Πενήντα πέντε χρόνια μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η β΄ συμπληρωμένη και εικονογραφημένη έκδοση του βιβλίου "Εν Θεσσαλονίκη", εμφανίζει το τραγικό μεγαλείο μιας γενιάς αγωνιστών που θυσίασε τη νιότη της στη μάχη για την ελευθερία, την ανεξαρτησία και τη δημοκρατία. 
Η μοναδική μαρτυρία της Ελευθερίας Δροσάκη, ένα από τα λίγα βιβλία που αφορούν στην αντιστασιακή δράση στη Θεσσαλονίκη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου