Χαιρετώ τους φίλους της λογοτεχνίας, τους μισαλλόδοξους αγωνιστές, τα κακοπαθημένα νιάτα, τα άκρατα ορμώμενα ανθρωπάρια, τους κομπάρσους και πρωταγωνιστές της καθημερινότητας, τα βιολοντσέλα του έρωτος, τους πιστούς και άθρησκους, τις φιλήσυχες πέτρες, τους γνώστες του τίποτα, τους αποτυχημένους της δόξας, χαιρετώ αυτούς που έρπουν, τους ακρωτηριασμένους, τις μηδείες και τους γέροντες, τους αποκρυφιστές του χάους, τα σακάτικα βλήματα, τα τελώνια, τα ξορκισμένα αγγίγματα -
χαιρετώ... εσάς

Παρασκευή, 5 Οκτωβρίου 2012

Το ποτάμι


Η διαταγή ήτανε ξεκάθαρη: Απαγορεύεται το μπά-
νιο στο ποτάμι, ακόμα και να πλησιάζει κανένας σε από-
σταση λιγότερο απο διακόσια μέτρα. Δε χώραγε λοιπόν 
καμία παρανόηση. Όποιος τήν παρέβαινε τη διαταγή, θα 
πέρναγε στρατοδικείο.
 Τούς τη διάβασε τις προάλλες ο ίδιος ο ταγματάρχης.
Διέταξε γενική συγκέντρωση, όλο το τάγμα, και τους τη διά-
βασε. Διαταγή της Μεραχίας! Δεν ήτανε παίξε γέλασε.
 Είχανε κάπου τρείς βδομάδες που είχαν αράξει δώθε
απο το ποτάμι. Κείθε από το ποτάμι ήταν ο εχθρός, οι 
Άλλοι όπως τους λέγανε πολλοί.
 Τρεις βδομάδες απραξία. Σίγουρα δέ θα βάσταγε πολύ 
τούτη η κατάσταση, για την ώρα όμως επικρατούσε η-
συχία.
 Καί στις δυό όχθες του ποταμιού, σε μεγάλο βάθος,
ήτανε δάσος. Πυκνό δάσος. Μές στο δάσος είχανε στρα-
τοπεδεύσει και οι μέν και οι δέ.
 Οι πληροφορίες τους ήτανε πώς οι Άλλοι είχανε δυό 
τάγματα εκεί. Ωστόσο, δεν επιχειρούσαν επίθεση, ποιος
ξέρει, τι λογαριάζανε να κάνουν. Στο μεταξύ, τα φυλάκια,
και απο τις δυό μεριές, ήταν εδώ κι εκεί κρυμμένα στο 
δάσος, έτοιμα για πάν ενδεχόμενο.
 Τρείς βδομάδες!Πώς είχανε περάσει τρείς βδομάδες!
Δε θυμόντουσαν σ' αυτόν τον πόλεμο, που είχε αρχίσει
εδώ και δυόμισι χρόνια περίπου, άλλο τέτοιο διάλειμμα
σαν και τούτο.
 Όταν φτάσανε στο ποτάμι, έκανε ακόμα κρύο. Εδώ
και μερικές μέρες ο καιρός είχε στρώσει. Άνοιξη πια!
 Ο πρώτος που γλίστρησε κατά το ποτάμ ήτανε λο-
χίας. Γλίστρησε ένα πρωινό και βούτηξε. Λίγο αργότε-
ρα, σύρθηκε ως τους δικούς του, με δυό σφαίρες στο 
πλευρό. Δέν έζησε πολλές ώρες.
 Την άλλη μέρα, δύο φαντάροι τραβήξανε για κεί. Δεν
τους ξαναείδε πια κανένας. Ακούσανε μονάχα πολυβο-
λισμούς, και ύστερα σιωπή.
 Τότε βγήκε η διαταγή της μεραρχίας.
 Ήτανε ωστόσο μεγάλος πειρασμός το ποτάμι. Τ' ά-
κούγανε πού κυλούσε τα νερά του και το λαχταρούσανε.
Αυτά τα δυόμισι χρόνια, τους είχε η βριωμιά. Είχανε 
ξεσυνηθίσει ένα σωρό χαρές. Και να, τώρα, που είχε βρε-
θεί στο δρόμο του αυτό το ποτάμι. Αλλά η διαταγή
της Μεραρχίας...


-Στο διάολο η διαταγή της Μεραρχίας! είπε μέσ' 
από τα δόντια του εκείνη τη νύχτα.
 Γύριζε και ξαναγύριζε και ησυχία δέν είχε. Το πο-
τάμι ακουγότανε έρα και δέν τον άφηνε να ησυχάσει.
Στο διάολο η διαταγή της Μεραρχίας!
 Οι άλλοι φαντάροι κοιμόντουσαν. Τέλος τον πήρε κι
αυτόν ο ύπνος. Είδε ένα όνειρο, έναν εφιάλτη. Στην αρχή,
το είδε όπως ήτανε: ποτάμι. Ήτανε μπροστά του αυτό 
το ποτάμι και τον περίμενε. Κι αυτός, γυμνός στην όχθη,
δεν έπεφτε μέσα. Σά να τον βάσταγε ένα αόρατο χέρι.
 Ύστερα το ποτάμι μεταμορφώθηκε σε γυναίκα. Μιά νέα 
γυναίκα, μελαχρινή, με σφιχτοδεμένο κορμί. Γυμνή, ξα-
πλωμένη στο γρασίδι, τον περίμενε. Κι αυτός, γυμνός
μπροστά της, δεν έπεφτε πάνω της. Σα να τον βάσταγε
ένα αόρατο χέρι.
 Ξύπνησε βαλαντωμένος, δέν είχε ακόμα φέξει....

Φτάνοντας στην όχθη, στάθηκε και το κοίταζε. Το
ποτάμι! Ώστε υπήρχε λοιπόν αυτό το ποτάμι; Ώρες 
ώρες, συλλογιζότανε μήπως δεν υπήρχε στα αλήθεια, Μή-
πως ήτανε μιά φαντασία τους, μια ομαδική ψευδαίσθηση.
 Είχε βρει μια ευκαιρία και τράβηξε κατά το ποτάμι.
Το πρωινό ήτανε θαύμα! Αν ήτανε τυχερός και δεν τον
παίρνανε μυρουδιά... Νά πρόφταινε μονάχα να βουτή-
ξει στο ποτάμι, να μπεί στα νερά του, τα παρακάτω δεν 
τον νοιάζανε.
 Σ' ένα δέντρο, στην όχθη, άφησε τα ρούχα του, και
όρθιο πάνω στον κορμό, το τουφέκι του. Έριξε δυό τε-
λευταίες ματιές, μια πίσω του, μήν ήτανε κανένας απο
τους δικούς του, και μια στην αντίπερα όχθη, μην ήτανε
κανένας απο τους Άλλους. Και μπήκε στο νερό.
 Απο την στιγμή που το σώμα του, ολόγυμνο μπήκε
στο νερό, τούτο το σώμα που δυόμισι χρόνια βασανιζό-
τανε, που δυό τραύματα το είχανε ως τώρα σημαδέψει,
απο τη στιγμή αυτή ένιωσε άλλος άνθρωπος. Σα να πέ-
ρασε ένα χέρι μ' ένα σφουγγάρι μέσα του και να τάσβησε 
αυτά τα δυόμισι χρόνια.
 Κολυμπούσε πότε μπρούμυτα, πότε ανάσκελα. Αφηνό-
τανε να τον πηγαίνει το ρεύμα. Έκανε και μακροβούτια...
 Ήτανε ένα παιδί τώρα αυτός ο φαντάρος, που δεν 
ήτανε παρά εικοσιτριώ χρονώ κι όμως τα δυόμισι τελευ-
ταία χρόμια είχαν αφήσει βαθιά ίχνη μέσα του.
 Δεξιά και αριστερά, και στις δυό όχθες, φτερουγίζανε
πουλιά, τον χαιρετούσανε περνώντας πότε από πά-
νω του.
 Μπροστά του, πήγαινε τώρα ένα κλαδί πού το έσε-
ρνε το ρεύμα. Βάλθηκε να το φτάσει μ' ένα μονάχα μακρο-
βούτι. Και το κατάφερε. Βγήκε απο το νερό ακριβώς,
δίπλα στο κλαδί. Ένιωσε μια χαρά! Αλλά την ίδια στι-
γμή είδε ένα κεφάλι μπροστά του, κάπου τριάντα μέτρα 
μακριά.
 Σταμάτησε και προσπάθησε να δει καλύτερα.
 Και καίνος που κολυμπούσε εκεί τον είχε δεί, είχε
σταματήσει κι αυτός στο δέντρο.
 Ξανάγινε αμέσως αυτός που ήτανε και πρωτύτερα:
ένας φαντάρος που είχε κιόλας δυόμισι χρόνια πόλεμο, 
που είχε έναν πολεμικό σταυρό, που είχε αφήσει το του-
φέκι του στο δέντρο.
 Δεν μπορούσε να καταλάβει αν αυτός αντίκρυ του 
ήτανε απο τους δικούς του ή απο τους Άλλους. Πως
να το καταλάβει; Ένα κεφάλι έβλεπε μονάχα. Μπορού-
σε νάναι ένας απο τους δικούς του. Μπορούσε νάναι ένας 
από τους άλλους.
 Για μερικά λεπτά, και οι δυό τους στέκονταν ακί-
νητοι στα νερά. Τη σιωπή διέκοψε ένα φτάρνισμα. Ήταν
αυτός που φταρνίστηκε, και κατά τη συνήθεια του βλα-
στήμησε δυνατά. Τότε εκείνος αντίκρυ του άρχισε να κο-
λυμπάει γρήγορα προς την αντίπερα όχθη. Κι ατός ό-
μως δεν είχε καιρό. Κολυμπούσε προς την όχθη του μ' 
όλη του τη δύναμη. Βγήκε πρώτος. Έτρεξε στο δέντρο
που είχε αφήσει το τουφέκι του, το άρπαξε. ο Άλλος, 
ό,τι έβγαινε απο το νερό. Έτρεχε τώρα κι εκείνος 
να πάρει το τουφέκι του.
 Σήκωσε το τουφέκι του αυτός, σημάδεψε. Του ήτανε
πάρα πολύ εύκολο να του φυτέψει μια σφαίρα στο κεφάλι.
Ο Άλλος ήτανε σπουδαίος στόχος έτσι καθώς έτρεχε 
ολόγυμνος όπως είχε έρθει  στον κόσμο. Κι αυτός ήταν εδώ,
γυμνός όπως είχε έρθει στον κόσμο.
 Δεν μπορούσε να τραβήξε. Ήτανε και οι δυό γυμνοί.
Δυό άνθρωποι γυμνοί. Γυμνοί απο ρούχα. Γυμνοί απο 
ονόματα. Γυμνοί απο εθνικότητα. Γυμνοί απο τον χακί
εαυτό τους.
 Δεν μπορούσε να τραβήξει. Το ποτάμι δεν τους χώ-
ριζε τώρα, αντίθετα τους ένωνε.
 Δεν μπορούσε να τραβήξει. Ο Άλλος είχε γίνει έ-
νας άλλος άνθρωπος τώρα, χωρίς άλφα κεφαλαίο, τί-
ποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο.
 Χαμήλωσε το τουφέκι του. Χαμήλωσε το κεφάλι του.
Και δέν είδε τίποτα ως το τέλος, πρόφτασε να δει μονάχα
κάτι πουλιά που φτερουγίσανε τρομαγμένα σαν έπεσε απο 
την αντικρινή όχθη η τουφεκιά, κι αυτός, γονάτισε πρώ-
τα, ύστερα έπεσε με το πρόσωπο στο χώμα.

Αντώνης Σαμαράκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου